Μέρι Σέλεϊ Φρανκενστάιν

Η νέα έκδοση του «Φρανκενστάιν» από τις εκδόσεις Ψυχογιός μας κάνει και πάλι να αναρωτιόμαστε ποιο ήταν στην πραγματικότητα το τέρας, ποια η σχέση του με τον δόκτορα Φρανκενστάιν και γιατί εξακολουθεί να μας στοιχειώνει ακόμα και σήμερα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
3.7.2019
Φρανκενστάιν
Εκδόσεις: Ψυχογιός
Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά
ISBN: 352

Διαβάζοντας το κλασικό αριστούργημα της Μέρι Σέλεϊ, που κυκλοφορεί σε νέα, ωραία, μοντέρνα και στα μέτρα της εποχής μετάφραση από την Κατερίνα Σχινά ανακαλύπτει κανείς πολλές εκφάνσεις στην κλιμακωτή διάρθρωση αυτού του υπέροχου ποιητικού αφηγήματος που σπάει τις κατηγορίες.

 

Το δημιούργημα της Σέλεϊ μοιάζει κάπως σαν το τέρας που δημιούργησε ο δόκτωρ Φρανκενστάιν στο εργαστήριό του: όχι μόνο ξεπέρασε σε φήμη το βιβλίο που ξεκίνησε απλώς σαν ένα παιχνίδι αλλά στιγμάτισε τη φαντασιοκοπία του δυτικού πολιτισμού όσον αφορά τα όρια της δημιουργίας, του καλού και του κακού, της συνείδησης. Προορισμένος να θυμίζει ότι ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου είναι, τελικά, ο ίδιος του ο εαυτός και παίρνοντας το όνομα από αυτό του δημιουργού του, ο Φρανκενστάιν καιροφυλακτεί πίσω από τις φράσεις και στις σκέψεις, έχοντας παρεισφρήσει στη λαϊκή φρασεολογία και στη συλλογική έκφραση.

 

Κι όμως, διαβάζοντας το κλασικό αριστούργημα της Μέρι Σέλεϊ, που κυκλοφορεί σε νέα, ωραία, μοντέρνα και στα μέτρα της εποχής μετάφραση από την Κατερίνα Σχινά, με πρόλογο της ίδιας και επίμετρο της Τζόις Κάρολ Όουτς –στην επίσης νέα σειρά των κλασικών από τις εκδόσεις Ψυχογιός που επιμελείται ο Ηλίας Μαγκλίνης–, ανακαλύπτει κανείς πολλές εκφάνσεις στην κλιμακωτή διάρθρωση αυτού του υπέροχου ποιητικού αφηγήματος που σπάει τις κατηγορίες.

 

Ακολουθώντας την επιστολική μορφή, μια συνήθη αφηγηματική τακτική της εποχής, φαίνεται να ακροβατεί ιδανικά ανάμεσα στο ποιητικό έργο και στο μυθιστόρημα, ακολουθώντας στη συνέχεια τη λογική του μονολόγου αλλά και του γρήγορου διαλόγου (στην υπέροχη σκηνή της αντιπαράθεσης του δόκτορος με το τέρας). Όλες οι εξιστορήσεις, ωστόσο, καταλήγουν στην ανίχνευση, έστω και φασματικά, αυτού που πάντοτε φοβόμαστε και παραμονεύει στις σκέψεις, στις μνήμες και στις επιθυμίες μας και που στο βιβλίο αναδεικνύεται ως όραμα, εμμονή, όνειρο ή εφιάλτης.

 

 

Το παιχνίδι της αυτεπίγνωσης έχει, τελικά, διπλή φύση και αφορά και τους δύο μέσα από αυτό το αντικαθρέφτισμα του ενός μέσα στον άλλον, που άνοιξε δρόμους στη λογοτεχνία, εμπνέοντας από τον «Σωσία» του Ντοστογιέφσκι μέχρι τους διφυείς ήρωες του Μπόρχες.


Ας μην ξεχνάμε, αντίστοιχα, ότι το εν λόγω μυθιστόρημα ήταν αποτέλεσμα ενός αυθόρμητου συγγραφικού παιχνιδιού που έστησαν στο σαλόνι του λόρδου Μπάιρον η Σέλεϊ, ο άντρας της Πέρσι Σέλεϊ, η ετεροθαλής αδελφή της και ερωμένη του Μπάιρον, Κλερ Κλέρμοντ και ο Τζον Γουίλιαμ Πολιντόρι, σκαρώνοντας ιστορίες για φαντάσματα εκείνο το «υγρό και θλιβερό» καλοκαίρι του 1816 που συνευρέθηκαν στο σπίτι του στην Ελβετία. Εκεί, η νεαρή συγγραφέας μεταμορφώθηκε, όπως το τέρας της, σε θηλυκό Προμηθέα. Εξού και ότι τα πάντα μπορούν να αποκτήσουν διαστάσεις μυθικές στα μαγικά χέρια της, από τη στιγμή που εκείνη ουσιαστικά συνομιλεί με το δικό της αμλετικό φάντασμα, έχοντας παράλληλα στο μυαλό της σπουδαίους περιπλανώμενους, όπως ο Δον Κιχώτης, στον οποίον αναφέρεται με σαφήνεια, τις γοτθικές ατμόσφαιρες του Πόε, τους κακούς από τις τραγωδίες του Σαίξπηρ ή τα γραπτά του Λιούις Στίβενσον και τα σπουδαία ποιήματα του Δάντη, του αγαπημένου της Πέρσι Σέλεϊ και του φίλου τους λόρδου Μπάιρον.


Όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, το τέρας δεν γεννήθηκε με σκοπό να εκδικείται ή να δολοφονεί, όπως τα αντίστοιχα κτήνη της φανταστικής λογοτεχνίας – βλέπε τον Δράκουλα του Στόκερ. Αν, λοιπόν, σε αντίστοιχα έργα της εποχής, όπως ο Μέλμοθ ο Περιπλανώμενος του Τσαρλς Μάτσουριν, το κακό παραμονεύει, στη δράση του Φρανκενστάιν αυτό συμβαίνει μόνο και μόνο επειδή του το μαθαίνουν οι άνθρωποι ή επειδή η έλλειψη αγάπης εξαντλεί όλα τα περιθώρια για καλοσύνη.

 

 

Απόδειξη ότι στο δεύτερο εγχείρημα του δόκτορος Φρανκενστάιν –που μένει ημιτελές, άλλο ένα ξαστόχημα– ο ίδιος προσπαθεί να δημιουργήσει μια σύντροφο για το τέρας, προκειμένου να κατευνάσει μέσα του την ανάγκη για εκδίκηση ή τον φθόνο. Ο αναγνώστης, παρακολουθώντας για πολλές σελίδες το αλλόκοτο πλάσμα να περιπλανιέται σε διαφορετικά τοπία, όπου μαθαίνει να κυνηγάει την τροφή του, να σκέφτεται, να μιλάει και να ανάβει φωτιά –πάλι ο Προμηθέας–, δείχνει εν τέλει να το συμπονά.

 

Ειδικά όταν το τέρας, σε μια έκρηξη φροντίδας, μαζεύει τα βράδια ξύλα για να βοηθήσει μια φτωχή οικογένεια, αντί να κοιμάται, μέχρι που κάποια στιγμή αναγκάζεται να εμφανιστεί ενώπιόν τους: ο τυφλός παππούς τον αποδέχεται, όχι όμως και τα υπόλοιπα μέλη, που τρομάζουν με την αποκρουστική όψη του. Ζώντας, επομένως, ανάμεσα σε ανθρώπους, μαθαίνοντας τη σκέψη και τις αντιδράσεις τους, σταδιακά μετατρέπεται σε δολοφόνο – αντίστοιχα ο δόκτωρ Φρανκενστάιν καταλήγει, από φιλόδοξος φοιτητής, κυνικός δημιουργός, χωρίς συμπόνια.

 

Το παιχνίδι της αυτεπίγνωσης έχει, τελικά, διπλή φύση και αφορά και τους δύο μέσα από αυτό το αντικαθρέφτισμα του ενός μέσα στον άλλον, που άνοιξε δρόμους στη λογοτεχνία, εμπνέοντας από τον Σωσία του Ντοστογιέφσκι μέχρι τους διφυείς ήρωες του Μπόρχες. Έτσι, ξεπερνιέται η κοινότοπη μάχη μεταξύ καλού και κακού, επιβεβαιώνοντας το πλατωνικό και άκρως φιλοσοφικό «ουδείς εκών κακός», απόσταγμα της ελευθεριακής συνείδησης που πρέσβευε η ρομαντική φιλοσοφία, και η ίδια η συγγραφέας.

 

Αντίστοιχα, πάλι, το ευφυές παιχνίδι της αντιπαράθεσης ανάμεσα στους δυο ανταγωνιστές δίνει την ευκαιρία στην τολμηρή για τα ήθη της εποχής Σέλεϊ να ξεδιπλώσει το περιγραφικό της ταλέντο, καθώς, κυνηγώντας τον δημιουργό του, ο αλλόκοτος Προμηθέας πρωτοαντικρίζει τον κόσμο και τη φυσική μαγεία του. Ανακαλύπτοντας τη «γαλήνια σιωπή της αίθουσας του θρόνου της αυτοκρατορικής φύσης» δείχνει να γοητεύεται από τις ομορφιές της κοιλάδας του Σαμονί, τα πανύψηλα βουνά που περιβάλλουν το φαράγγι του Αρβ, το μεγαλοπρεπές Λευκό Όρος και, καθώς διασχίζει σχεδόν όλη την κεντρική ευρωπαϊκή ήπειρο, από τις παγωμένες λίμνες έως τους «θαλερούς αμπελώνες σε καταπράσινους λόφους», μεταφέρει όλο αυτό το θάμβος και στον αναγνώστη.

 

Βλέποντας τη φύση να κρέμεται από πάνω του και να τον ξεπερνά –μονάχα αυτή, μαζί με την παλλόμενη ανάσα της ελευθερίας που τον τυλίγει–, φτάνει να εκσφενδονίζεται σαν ένας άγγελος που ολοκλήρωσε την πορεία του και τώρα επιστρέφει στη γη μεταμορφωμένος σε δαίμονα. Η αντίστροφη πορεία από το ονειρικό κομμάτι που απογειώνει την αφήγηση στον απτό ρεαλισμό, που κάνει την καρδιά του τέρατος να σκορπίζεται με τα λιωμένα της συντρίμμια μέσα στα άψυχα εργαστήρια, είναι παραπάνω από εμφανής.

 

Όσα διδάγματα κι αν μετέφεραν, λοιπόν, οι επιστήμες που αποθεώνονταν κάπου εκεί στις αρχές του 19ου αιώνα αλλά και ο γαλβανισμός και τα μυστικά της αλχημείας, αυτό που οι συγγραφείς και οι φιλόσοφοι δεν κατάφεραν να εξηγήσουν –κι αυτό η ίδια η Μέρι Σέλεϊ το ενστερνίζεται βαθιά– είναι η ανθρώπινη μοναξιά και η δυστυχία. Βλέποντας η συγγραφέας τη ζωή της να γίνεται κομμάτια, χάνοντας τα μωρά της το ένα μετά το άλλο, αλλά και τον σύζυγό της σε ναυτικό ατύχημα στην Αδριατική, δεν μπορούσε να μη νιώθει την απόλυτη ματαιότητα και τεράστιο τρόμο μπροστά στην υπέρτατη αγάπη που ένιωσε ή μπροστά στο μεγάλο της ταλέντο –απαγορευμένο τότε στις γυναίκες– και στο βιβλίο που γέννησε με τόσο κόπο:

 

«Αλίμονο! Γιατί ο άνθρωπος να κομπάζει για ευαισθησίες ανώτερες από εκείνες του θηρίου, εάν αυτές τον καθιστούν πιο ευάλωτο; Αν οι ανάγκες μας περιορίζονταν σε όσες επιτάσσουν η πείνα, η δίψα, το ένστικτο της αναπαραγωγής, ίσως ήμασταν σχεδόν ελεύθεροι: τώρα, όμως, μας παρασύρει κάθε άνεμος που φυσά και μια τυχαία λέξη ή εικόνα την οποία αυτή η λέξη ενδέχεται να γεννήσει μέσα μας». Η λέξη που γεννιέται τρομάζει κάθε συγγραφέα, θυμίζοντας πως η πραγματική ζωή βρίσκεται τελικά στις ρίζες της, τοποθετημένη βαθιά σε αυτά τα κύτταρα που μας κάνουν να είμαστε, πάνω και πέρα απ' όλα, άνθρωποι. Γιατί το τέρας, τελικά, είμαστε εμείς οι ίδιοι.

  

ΣΗΜΕΡΑ 5.12.2019

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CULTURE ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ