ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο θάνατος του ιερού ελαφιού

The killing of a sacred deer

Ο θάνατος του ιερού ελαφιού
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Δραματική
ΕΤΟΣ: 2017
ΧΩΡΑ: Μ. Βρετανία/Ιρλανδία
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 121
ΧΡΩΜΑ: ΕΓΧΡ.
Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος
Πρωταγωνιστούν: Κόλιν Φάρελ, Νικόλ Κίντμαν
Ένας διαπρεπής καρδιοχειρουργός έχει αναπτύξει φιλική σχέση με ένα δεκαεξάχρονο αγόρι, ορφανό από πατέρα, το οποίο έχει υπό την προστασία του. Τα πράγματα παίρνουν ολέθρια τροπή όταν το συστήνει στην οικογένειά του. Το νεαρό αγόρι αναστατώνει τον κόσμο τους και υποχρεώνει τον γιατρό να επιλέξει ανάμεσα σε μια ακραία θυσία ή τον κίνδυνο να χάσει τα πάντα.
ΚΡΙΤΙΚΗ: ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
2.11.2017

Ο βραβευμένος στο Φεστιβάλ Καννών για το, ακόμη μια φορά, εκπληκτικό σενάριο του Ευθύμη Φιλίππου Ο θάνατος του ιερού ελαφιού δεν κρύβει την έντονη επιρροή του Στάνλεϊ Κιούμπρικ στο οπτικό και τονικό DNA του: μια ποικιλία από αργά zoom, (πολύ) ευρυγώνιες λήψεις, οι ήχοι που σκάνε σαν καρφιά, οι διάδρομοι, η μουσική του Λιγκέτι, ένα αγοράκι που μοιάζει με τον Ντάνι της Λάμψης, η Νικόλ Κίντμαν μπροστά στον καθρέφτη, όπως και στα Μάτια Ερμητικά Κλειστά, η επίσκεψη του παντρεμένου άντρα σε μια διψασμένη για σεξ χήρα (ο Τομ Κρουζ στην παρ' ολίγον αποπλάνησή του από τη Μαρί Ρίτσαρντσον, και πάλι στα Μάτια Ερμητικά Κλειστά), η βία που εκφράζεται ανοιχτά και αντιτίθεται σε μια ευγενική τυπικότητα και, τέλος, η φρίκη, μετέωρη σαν αγχόνη. Και στην καρδιά της υπόθεσης της ταινίας ένας μύθος αρχαίος, γεμάτος μυστήριο και πολλαπλές αναγνώσεις, που ο Γιώργος Λάνθιμος μαζί με τον Ευθύμη Φιλίππου μεταμορφώνουν σε φανταστική απειλή, ένα ποινικό αντανακλαστικό που εφαρμόζεται σαν βιβλική, ανταποδοτική κατάρα και οδηγεί πρώτα σε θάνατο και μετά σε κόλαση, που είναι, φυσικά, πολύ πιο εφιαλτική και απροσδιόριστων συνεπειών.

 

Η Ιφιγένεια και η Λάμψη είναι ένας συνδυασμός αναπάντεχος αλλά όχι αδόκιμος. Πραγματεύονται το ίδιο αρχέτυπο, έναν άνδρα-αρχηγό που καλείται να πάρει τη χειρότερη απόφαση που μπορεί να διανοηθεί ένας πατέρας.

Στην ταινία, ο Στίβεν Μέρφι είναι καρδιοχειρουργός και η γυναίκα του, Άνα, οφθαλμίατρος. Έχουν δύο παιδιά, την έφηβη Κιμ και τον μικρό Μπομπ. Κάνουν βόλτα τον σκύλο τους και ποτίζουν τα λουλούδια στον κήπο. Η ζωή τους κυλά ομαλά: η μικρή μόλις ξεκίνησε να έχει περίοδο και το ζευγάρι κάνει σεξ μιμούμενο ιατρικές στάσεις, όπως «γενική αναισθησία» – typical Φιλίππου/Λάνθιμος! Ένα 16χρονο αγόρι, ο Μάρτιν, συναντιέται, κρυφά στην αρχή με τον Στίβεν και φαίνεται να αναπτύσσουν μια σχέση ιδιότυπης κηδεμονίας. Ο Μάρτιν έχει χάσει τον πατέρα του και μιλάει στον γιατρό σαν να τους συνδέει ένα κοινό μυστικό. Ο νεαρός γνωρίζεται με την οικογένεια, ο πατέρας επισκέπτεται τον Μάρτιν και τη μητέρα του (έκπληξη η Αλίσια Σίλβερστοουν, η οποία έχει μείνει χήρα και θαυμάζει τα όμορφα, μακριά δάχτυλα του Στίβεν), η Κιμ τσιμπιέται με τον Μάρτιν, ο Μπομπ τον κοιτάζει όπως ένα μικρό αγόρι έναν μεγαλύτερο αδελφό που δεν έχει (παρότι διαισθάνεται μια αδιόρατη απειλή) και η εύθραυστη, όπως αποδεικνύεται, ηρεμία της οικογένειας με τα όμορφα μαλλιά, το περιποιημένο σπίτι και τις απαρασάλευτες συνήθειες διαταράσσεται ανεπιστρεπτί όταν πρώτα ο γιος και αμέσως μετά η κόρη παραλύουν, μεταφέρονται στο νοσοκομείο όπου δουλεύει ο πατέρας τους, περνάνε απ' όλες τις εξετάσεις και κανένα αποτέλεσμα δεν δείχνει ιατρική πάθηση στα πόδια, στον εγκέφαλο ή οπουδήποτε αλλού. Ο Μάρτιν όχι μόνο πρέπει να αποκαλύψει τι έκανε στον πατέρα του εισβολέα αλλά να αναλάβει το βαρύ φορτίο μιας θυσίας, σύμφωνα με έναν κανόνα που ο Λάνθιμος με τον Φιλίππου δηλώνουν δραματουργικά ως αξίωμα. Η Ιφιγένεια και η Λάμψη είναι ένας συνδυασμός αναπάντεχος αλλά όχι αδόκιμος. Πραγματεύονται το ίδιο αρχέτυπο, έναν άνδρα-αρχηγό που καλείται να πάρει τη χειρότερη απόφαση που μπορεί να διανοηθεί ένας πατέρας. Στην τραγωδία του Ευριπίδη το κάνει για να εξευμενίσει τους θεούς και, ανάλογα με τις διαφορετικές πηγές, η Ιφιγένεια σώζεται την τελευταία στιγμή γιατί αντικαθίσταται από ένα ελάφι, σαν το ελάφι της Αρτέμιδος που σκότωσε ο Αγαμέμνονας. Στην περιπέτεια φρίκης του Κιούμπρικ, ο συγγραφέας Τόρανς βυθίζεται σε μια αμφίβολη πραγματικότητα, όπου το μυαλό του τον προδίδει και το αγόρι με το χάρισμα καταδιώκεται ανελέητα. Στις δύο περιπτώσεις η λύση διαφέρει, αλλά το κόστος και οι συνέπειες είναι ανυπέρβλητα μεγάλες. Σε αυτό το θέμα ο Γιώργος Λάνθιμος προσθέτει το πικρό, σουρεαλιστικό χιούμορ στο οποίο μας έχει συνηθίσει και μια διακριτική σκηνογραφική κοινοτοπία (τα γυρίσματα έγιναν στο Σινσινάτι, μια μπανάλ γωνιά της αστικής Αμερικής), για να τη διαρρήξει εσωτερικά.

 

Παρά τις επιρροές, ο Θάνατος του ιερού ελαφιού στέκει ψηλά, μοναδικός και ανοιχτός σε ερμηνείες, όπως και η κόντρα του μοιραίου με τον ντετερμινισμό που πραγματεύεται η ταινία.

Στον Αστακό, οι μακρινές λήψεις και η χρήση του ευρυγώνιου έγιναν για να τονιστεί η ματιά του voyeur σε έναν κόσμο συγκεκριμένων κανόνων και διατεταγμένων επιλογών. Στον Θάνατο του ιερού ελαφιού η αντισηπτική, υπεροπτική καθαρότητα της ανώτερης οικογένειας επιβάλλει τα «αντικειμενικά» πλάνα και η σταδιακή αποδόμησή της έρχεται με μια λανθιμική συντέλεια, όταν η μιαρή επαφή, μέσω της βίας και του σεξ, απελευθερώνει και διαιωνίζει, πέρα από τον κλειστό κύκλο – υπό αυτή την έννοια, το Ελάφι, αν και ζώο, δεν είναι κοντά στον Αστακό αλλά στον Κυνόδοντα και στην αυτοκαταστροφική παραβολή της αιμομιξίας. Ο Λάνθιμος, ο Φιλίππου, ο Θύμιος Μπακατάκης στη φωτογραφία και ο Γιώργος Μαυροψαρίδης στο μοντάζ συναποτελούν ένα άρρηκτα δεμένο, εμπνευσμένο ελληνικό κουαρτέτο με καλλιτεχνική στάμπα και ιδιαίτερη προσωπικότητα που καταφέρνει να ξεβολέψει και να αναδείξει πεπειραμένους ηθοποιούς, όπως η Κίντμαν και ο Φάρελ, τοποθετώντας τους σε μια ζώνη ερμηνειών που σπάνια συναντάμε σε αγγλόφωνες ταινίες. Ειδικά η σκηνή όπου ο Φάρελ προσπαθεί απελπισμένα να ξορκίσει το κακό που βλέπει να έρχεται και προσκαλεί τον γιο του σε μια ανταλλαγή μυστικών (μια ψύχραιμα, έξοχα σκηνοθετημένη από τον Λάνθιμο και σοφά γραμμένη από τον Φιλίππου αλληγορία πάνω στην «αντιγονία»), όπου ο πατέρας αποκαλύπτει κάτι ντροπιαστικό και το παιδί τον αντικρίζει αποσβολωμένο, ουσιαστικά αναμάρτητο, αλλά άδικα ενοχοποιημένο από τις τραγικές περιστάσεις φωτίζει έναν Φάρελ που δεν έχουμε ξαναδεί αλλού με τέτοιο έλεγχο και τόσο βάθος. Και παρά τις επιρροές, ο Θάνατος του ιερού ελαφιού στέκει ψηλά, μοναδικός και ανοιχτός σε ερμηνείες, όπως και η κόντρα του μοιραίου με τον ντετερμινισμό που πραγματεύεται η ταινία.

10 Σχόλια
 (7 Ψήφοι)
avatar
Ανώνυμος/η 11.11.2017 | 12:05
avatar
Ανώνυμος/η 11.11.2017 | 12:05
Αγαπητέ Γιώργο Λάνθιμε, ευτυχώς που πήγες στο εξωτερικό. Αν έμενες εδώ, οι Έλληνες τηλεσινεφίλ θα ήθελαν να γράφεις και να σκηνοθετείς ''τατουάζ''. η ταινία είναι ένα αριστούργημα. Το σενάριο του Ευθύμη Φιλίππου θέλει να τονίσει το κατά πόσο οι επιλογές μας καθορίζουν και το τίμημα που θα πληρώσουμε στη ζωή ή το αν θα πληρώσουμε τελικά εναπόκειται και στην μοίρα. Ο κόσμος νόμιζε ότι θα δει μια κινηματογραφική διασκευή της τραγωδίας του Ευριπίδη. (ναι, το ακούσαμε κι αυτό!!!) Θυμώνουν με τον Λάνθιμο που δεν έκανε κινηματογραφική μεταφορά της αρχαίας τραγωδίας, θυμώνουν και με τον Γιάννη Οικονομίδη στο θέατρο που το υπέροχο και σκληρό ''Στέλλα κοιμήσου'' δεν είναι σύγχρονη αντιγραφή της ''Στέλλας Βιολάντη'' αλλά εφορμά από το έργο του Ξενόπουλου για να πει άβολες αλήθειες που αφορούν το σήμερα. Το ίδιο κάνει και ο Λάνθιμος. Στο στόχαστρό του η επίπλαστη ευτυχία της τέλειας οικογένειας. Σπουδαίο σινεμά, έξοχη κινηματογράφηση, υπέροχες ερμηνείες, απαιτητικές ερμηνείες. Αιώνιος θαυμαστής σου. Συγχαρητήρια.
avatar
Μ.ΠΑΠΑΧ 11.11.2017 | 20:27
οι ΝΥ Τimes, o Νew Yorker, οι LA Times που θάβουν την ταινία θα ήθελαν ο Λάνθιμος να σκηνοθετεί "τατουάζ", αυτό είναι το πρόβλημα τους;
avatar
Nassos Papaioannou 11.11.2017 | 17:43
Μέτρια εώς κακή. Το σενάριο μπάζει από παντού, αγγίζει επιδερμικά τα όποια ζητήματα προσπαθεί να εγείρει. Για ερμηνείες δεν χρειάζεται να γίνει λόγος αφού σε όλες τις ταινίες του ο Λάνθιμος ζητά από τους ηθοποιούς να μην παίζουν (στην ουσία διαβάζουν το σενάριο). Ωραία φωτογραφία αλλά διακοσμητική ή αισθητική (η κάμερα δεν αναπτύσσει κινηματογραφική γλώσσα)
avatar
Nassos Papaioannou 11.11.2017 | 17:43
avatar
M.Agopian 11.11.2017 | 18:27
O Aστακός είναι μία από τις αγαπημένες μου ταινίες και πήγα να δώ τον Θάνατο του Ιερού Ελαφιού με πολύ ενθουσιασμό. Γνώριζα οτι ο Λάνθιμος αρέσκεται στις διφορούμενες "ανοιχτές" στην ερμηνεία ιστορίες, κάτι που μου αρέσει πολύ. Όμως στην νέα του ταινία νομίζω οτι ο σκηνοθέτης το παράκανε σε σημείο ο πειραματισμός του να μοιάζει τελικά με ανωριμότητα.

Η πλοκή δεν έχει λογική, ελάχιστα πράγματα θα καταλάβετε αφού τελειώσει. Ο ρυθμός είναι βασανιστικά αργός, σε εκατονταπλάσιο βαθμό σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες του και σε σημείο να βαριέσαι αφόρητα.

Αν σε κάτι διαφέρει αυτή η ταινία από τις προηγούμενες είναι στο οτι η αφαίρεση των παλαιότερων ταινίων του από συνοδευτικό γίνεται πλέον το κυρίως πιάτο, κάνοντας τα γνωστά στυλιστικά στοιχεία του Λάνθιμου σχεδόν παρωδικά (η μουσική, τα πλάνα, η ερμηνείες) και σίγουρα παράφωνα. Είναι σαν ένα σχόλιο, μια υποσημείωση, να αντιμετωπίζεται πλέον ως η κύρια διατριβή.

Η αρχή της ταινίας είναι πολύ ωραία, διεγείρει το ενδιαφέρον (θες να μάθεις τι συμβαίνει), όμως μέχρι την μεση η τύχη των ηρώων και της πλοκής της ταινίας έπαψε να με ενδιέφερει. Ακόμα και αν δεχτώ το αρχικό μυστήριο ως τρολάρισμα (τύπου: άδικα ψάχνεις την λύση, δεν υπάρχει καν μυστηριο) εξακολουθώ να μην αντιλαμβάνομαι την έμφαση που δίνει το σενάριο σε αυτή την ανυπαρξία.

Η φωτογραφία είναι πολύ ενδιαφέρουσα, θυμίζει πολύ τον Κιούμπρικ κάποιες στιγμές και φαίνεται πως έχει γίνει με φωτογραφικό μεράκι. Δεν πολυκατάλαβα τον ρόλο της κάμερας (κάποιες φορές μοιάζει με το μάτι του θεού. άλλες το μάτι του θεατή) και την αντοιστοιχία του σε συγκεκριμένες σκηνές.

Η ερμηνεία της Κίντμαν είναι αμήχανη. Δεν είναι ούτε κανονική ούτε Λανθιμική, κάτι ενδιάμεσα χλιαρό. Ο Φάρελ είναι απλώς weird σε όλη την ταινία (προφανώς λόγω των κατευθύνσεων του Λάνθιμου, κάτι που ενώ ίσως λειτουργούσε στις απροσδιόριστες γεωγραφικά/χρονικά ιστορίες των προηγούμενων ταινιών του σκηνοθέτη, στην συγκεκριμένη αυτό το στιλ κλωτσάει πάρα πολύ, σε γειώνει κάπως, σε βγάζει από την ατμόσφαιρα της πλοκής - χωρίς ουσιαστικό λόγο - υπενθυμίζοντας σου οτι είναι ηθοποιοί σε μια ταινία και οτι όσα λένε είναι ένα σενάριο).

Αν και δεν μου αρέσουν οι ταινίες που εξηγούν τα πάντα (θέλω να μένουν αναπάντητα ερωτήματα για να τα πάρω μαζί μου), στην συγκεκριμένη ταινία νιώθεις πραγματικά χαμένος, δεν σου εξηγεί τίποτα απολύτως, ούτε κάν υπαινίσσεται έστω κάτι. ΟΚ, αλλά γιατί; Δεν μπορώ να βρω καποια καινοτομία στην προσέγγιση. Στο τέλος μένεις με την αίσθηση πως είδες το work in progress από κάποια ταινία, ένα δοκιμαστικό (;). Σίγουρα δεν πρόκειται να πάρεις κάτι μαζί σου φεύγοντας, ούτε καν αγανάκητηση για τον χαμένο χρόνο.

ΣΗΜΕΡΑ 21.8.2019

CULTURE ΔΗΜΟΦΙΛΗ