ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο Βασιλιάς των Λιονταριών

The Lion King

Ο Βασιλιάς των Λιονταριών
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Περιπέτεια
ΕΤΟΣ: 2019
ΧΩΡΑ: ΗΠΑ
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 118
ΧΡΩΜΑ: ΕΓΧΡ.
Σκηνοθεσία: Τζον Φαβρό
Δανείζουν τη φωνή τους: Ντόναλντ Γκλόβερ, Σεθ Ρόγκεν, Τσιούετελ Έτζιοφορ
Στην αφρικανική σαβάνα ένας μελλοντικός βασιλιάς γεννιέται. Ο μικρός Simba είναι ο διάδοχος του πατέρα του, του Mufasa. Δεν είναι όλοι χαρούμενοι στο βασίλειο, όμως, με την έλευση του μικρού λιονταριού. Ο Scar, ο αδερφός του Mufasa, και μέχρι πρότινος διεκδικητής του θρόνου, έχει άλλα σχέδια.
ΚΡΙΤΙΚΗ: ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
18.7.2019

Το πολυαναμενόμενο remake του ανθεκτικότατου στον χρόνο, αγαπημένου κινουμένου σχεδίου «Ο βασιλιάς των λιονταριών» δεν είναι παρά ένα φωτορεαλιστικό αντίτυπο του πρωτότυπου, εκτελεσμένο με αδιάφορα ωρολογιακή ακρίβεια από την αφρόκρεμα του Χόλιγουντ: ο Ντόναλντ «Childish Gambino» Γκλόβερ και η Μπιγιόνσε (Νόουλς Κάρτερ, όπως υπογράφει με το πλήρες ονοματεπώνυμό της) υποδύονται τον Σίμπα και τη Νάλα αντίστοιχα, η κλασική φωνή του Τζέιμς Ερλ Τζόουνς βρυχάται ως Μουφάσα, ο Τσιγουετέλ Ετζιοφόρ και η Άλφρε Γούνταρντ πλαισιώνουν, ο Χανς Ζίμερ μαζί με τον Έλτον Τζον και τον στιχουργό Τιμ Ράις επέστρεψαν για να ξεσκονίσουν ελαφρώς την οσκαρική μουσική της ταινίας, ο τελευταίος προσθέτει ένα ακόμη τραγούδι, στους τίτλους τέλους, η Μπιγιόνσε ήδη κυκλοφόρησε ένα δικό της, το «Spirit», και ο Φαρέλ Γουίλιαμς, παραδόξως, έχει έναν ρόλο που δεν είναι ευδιάκριτος ή οργανικός, όπως άλλωστε και η Τζούλι Τέιμορ, η σκηνοθέτις, που επινόησε δραματικές, ιδιοφυείς προσθήκες στη θεατρική της μεταφορά, εμβαθύνοντας με μοναδικό πάντρεμα τέχνης και ψυχαγωγίας στο πνεύμα του έργου με πρωτόγνωρα υλικά και εντυπωσιακές φωτοσκιάσεις.

 

Ο νέος «Βασιλιάς» απευθύνεται σε μια γενιά παιδιών που ενδεχομένως δεν έχουν δει τον παλιό, καθώς και στους ενήλικους συνοδούς τους, οι οποίοι αντίστοιχα θα δυσανασχετήσουν αν κάτι αλλάξει από το λατρεμένο έργο της δικής τους παιδικής τους ηλικίας.

 

Τα βαθιά αφρικανικά χρώματα φιλοτεχνεί ο ζωγράφος οπερατέρ Καλέμπ Ντεσανέλ, ενώ ο Τζον Φαβρό, ο οποίος, ενώ έγδυσε το «Βιβλίο της Ζούγκλας» από την ψυχεδελική τσαχπινιά του original του 1967, είχε διατηρήσει τη δύναμή του με τη ματιά της διασκευής του, εδώ αναφέρεται ευπειθώς στην Disney σε μια αναπαράσταση που, αν δεν είναι καρέ-καρέ πιστή, τότε βάζει τα δυνατά του να μην παρεκκλίνει ούτε χιλιοστό από αυτό που γνωρίζουμε καλά κι έχουμε δει πλειστάκις.

 

Αυτό σημαίνει πως ο νέος «Βασιλιάς» απευθύνεται σε μια γενιά παιδιών που ενδεχομένως δεν έχουν δει τον παλιό, καθώς και στους ενήλικους συνοδούς τους, οι οποίοι αντίστοιχα θα δυσανασχετήσουν αν κάτι αλλάξει από το λατρεμένο έργο της δικής τους παιδικής τους ηλικίας ‒ μια εντελώς συντηρητική (και ανιαρή στην προοπτική της) προϋπόθεση, που γεννά ανησυχία για τις πολλές διασκευές που θα ακολουθήσουν.

 

Ο «Βασιλιάς των Λιονταριών» είναι από εκείνες τις ταινίες όπου όλα έγιναν όμορφα και ωραία, αλλά σχεδόν τίποτε δεν πνέει ελεύθερα, εκτός ίσως από τον παιχνιδιάρη Σεθ Ρόγκεν, ο οποίος δίνει λάκτισμα και ζωηράδα στον ούτως ή άλλως αβανταδόρικο Πούμπα. Ξέψυχο και παραγυαλισμένο, όπως ήταν κάποτε το κινηματογραφικό «Chorus Line» στην ατυχή μεταφορά του στο σινεμά από τον Ρίτσαρντ Άτεμπρο, το έπος του Σίμπα του λιοντή, στη δαιδαλώδη, ενοχική και εν τέλει λυτρωτική του συνειδητοποίηση του κύκλου της ζωής, χάνει σε χαρά και λύπη, αφήνοντας τα αλλεπάλληλα συναισθήματα να εξατμίζονται στα συνεχή pans του Φαβρό και στη μετάβαση από τη μία μεγάλη σεκάνς στην επόμενη.

 

Το ζωγραφιστό σχέδιο του πρωτότυπου έβριθε εκφραστικότητας, ενώ εδώ τα ημι-αληθινά ζώα προκαλούν μια συνεχή περιέργεια: ο θεατής αναρωτιέται αν είναι πραγματικά και, γνωρίζοντας πως προέρχονται από την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, απορροφάται από την άγονη, μιμητική κίνησή τους. Την ίδια στιγμή, οι φωνές μοιάζουν απομονωμένες και πέτρινες, σαν να έρχονται από όμορα στούντιο ηχογράφησης, χωρίς διαλογική διάδραση, απειλή ή γνήσιο fun.

 

Ο υπερβολικός σεβασμός σε ένα τοτέμ του animation έχει μετατραπεί σε φόβο μπροστά στο πιο ακριβό φιλμ κινουμένων σχεδίων, της τάξης των 250 εκατομμυρίων δολαρίων, και, κυρίως, απέναντι σε μια περιουσία που ανέρχεται στα 8 δισεκατομμύρια, αν υπολογιστούν κατά προσέγγιση οι εισπράξεις από τις αίθουσες, το home video και τις αναρίθμητες παραστάσεις. Ο Walt πάντα ενθάρρυνε την καινοτομία σε μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στη ζώνη ασφάλειας της οικογενειακής διασκέδασης και στην προσπάθεια της συνεχούς ανανέωσης μιας εταιρείας που βασίστηκε στην πρωτοπορία και στην πρωτιά.

 

Η Disney έχει πλέον την Pixar για να βγάζει το φίδι από την τρύπα, παραδίδοντάς της τα κλειδιά της φαντασίας όποτε εκείνη δεν κάνει διάλειμμα με τα sequels της, ενώ η ίδια αρμέγει τις ιερές αγελάδες της, δρώντας περισσότερο λογιστικά παρά δημιουργικά. Η ειρωνεία είναι πως το στούντιο που έχτισε μόνος του ένας πολυπράγμων παραγωγός εξαρτάται από το χέρι ενός σκηνοθέτη (βλέπε Τιμ Μπέρτον) για να κάνει τη διαφορά, πάντα κατά περίπτωση.

 

3 Σχόλια
ARomeo 18.7.2019 | 12:45
Όταν πηγαίνει κάποιος στην Επίδαυρο να δει Αριστοφάνη ή Ευριπίδη, δεν αποζητά την καινοτομία, να δει επί παραδείγματι την Αντιγόνη ντυμένη με σχολική ποδιά (Λιβαθηνός 2016), ή την Κλυταιμνήστρα στα κίτρινα ως σάτιρα στην Ζωή Κωνσταντοπούλου (Εκκλησιάζουσες 2015). Πηγαίνει στον αυθεντικό χώρο, με την προσδοκία να δει μία κατα το δυνατόν πιστή αναπαραγωγή του έργου, ενδυματολογικά και σκηνογραφικά όπως αυτή παιζόταν 2.500 χρόνια πριν (στα πλαίσια που ο σύγχρονος σκηνοθέτης μπορέσει να το αποδώσει). Ο σκοπός; Να βιώσει την εμπειρία που βίωνε ο αρχαίος Έλληνας. Αυτό αποζητά από ένα αρχαίο έργο που παίζεται στο αυθεντικό, αρχαίο θέατρο και έτσι το κρίνει.

Αντίστοιχα, το Lion King Remake, δεν φτιάχτηκε ούτε για να καινοτομήσει, ούτε για να εκπλήξει, ούτε για να πειραματιστεί. Φτιάχτηκε για να ζωντανέψει στην μεγάλη οθόνη υπέροχες και τρυφερές μνήμες της παιδικής μας ηλικίας και να μας κάνει για 2 ώρες ξανά 10 ετών, αυτή τη φορά με καλύτερα animated graphics & effects. Η καινοτομία δεν έχει χώρο σε αυτό το εγχείρημε και μόνο να το βλάψει θα μπορούσε, καθώς θα στρέβλωνε τις πολύ συγκεκριμένες μνήμες μας που μας χάρισε η αυθεντική ταινία.

Με την καινοτομία λοιπόν μπορεί κανείς να πειραματιστεί όταν δημιουργεί νέα concepts, όπως Frozen / Moana κλπ, τα οποία κρίνονται και σε μία διαφορετική, δική τους βάση.

Ως εκ τούτου, βρίσκω την κριτική στο νέο Lion King ως "μη καινοτόμο" λιγάκι εύκολη και επιεικώς άστοχη. Νόμιζα ότι είχαμε ξεβλαχέψει σαν Έλληνες και είχαμε ξεπεράσει την εντελώς παλιακή νοοτροπία της κριτικής ταινιών με βάση την "ψαγμενιά" τους.
Shady_forest 18.7.2019 | 20:53
Εσύ δηλαδή ως κριτικός τι θα έγραφες για την συγκεκριμένη ταινία? Ότι η ταινία του 90 είναι καλή οπότε πηγαίνετε ξανά δείτε την με γραφικά από κομπουτέρια αντί για πραγματικά σχέδια?
Με τα χρόνια βλέπω αυτή τη μάστιγα με το ξαναζεσταμένο φαγητό να τρώει αγαπημένες ταινίες εδώ και εκεί, και ξέρω ότι η στιγμή του σάπιου ριμέικ του lotr, του οποίου είμαι φαν, είναι κοντά. Να νιώσω στο πετσί μου πως νιώθει ένας φαν του star wars. Αυτά τα λίγα
avatar
T.CRUZI 18.7.2019 | 21:12
Γράφτε ότι θέλετε. Εγώ θα πάω να το δω.
Κακή κριτική? ΧΑΚΟΥΝΑ ΜΑΤΑΤΑ!

ΣΗΜΕΡΑ 22.8.2019

CULTURE ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ