Ο Renton και ο Sick Boy σε σκηνή από το T2: Trainspotting
I Was There

Στην πρεμιέρα του Trainspotting 2: μερικοί καλοί λόγοι να το δείτε κι εσείς

Άξιο σίκουελ και “déjà vu” μιας ταινίας-σταθμού για την underground πλευρά 90s, το Τ2 «επιστρέφει» για να μας πει κατάμουτρα όσα εδώ και 20 χρόνια φοβόμαστε να παραδεχθούμε

«Διάλεξε ζωή. Διάλεξε στεγαστικό δάνειο. Διάλεξε οικογένεια, τηλεόραση, αμάξι, ασφάλιση, δουλειά, εμφάνιση... διάλεξε το μέλλον σου! Αλλά γιατί στην ευχή κάποιος να υποχρεωθεί σε τέτοιες επιλογές;», διακήρυττε το διάσημο «μάντρα» του πρώτου Trainspotting (1996), της «επικής» ροκ ταινίας του Ντάνι Μπόιλ που χάρη στο ρέμπελο πνεύμα, το ανελέητο μαύρο χιούμορ και τον ωμό, αλλά όχι ενοχικό ρεαλισμό της έγινε σημείο αναφοράς για πολλά «αλάνια», είτε ήταν έφηβοι με τα μυαλά αυτοδικαίως «στα κάγκελα» είτε «γεροντοέφηβοι», αρκετά μικροί ακόμα για να συνθηκολογήσουν με το λάθε βιώσας, αρκετά μεγάλοι για να το (ξανα)πάρουν εντελώς τοις μετρητοίς, αλλά και για να το ξεγελάσουν ομνύοντας σε κάποια ανασφαλή, αμφίβολη επαγγελματική καριέρα. Κι αυτό σε μια εποχή που κάθε άλλο παρά δυσοίωνη παρουσιαζόταν: Η ιστορία είχε υποτίθεται τελειώσει, η ελεύθερη αγορά σπίνιαρε ανεξέλεγκτη, η «θετική σκέψη», ο ατομισμός, το κυνήγι της καριέρας και η κατανάλωση μέχρις εσχάτων ήταν το κυρίαρχο αφήγημα στον γενναίο νέο κόσμο που αυτό το lifestyle ευαγγελιζόταν... ή μήπως όχι; Αν τελικά όλα ήταν θέμα ύπαρξης απεριόριστων επιλογών, όπως μας τα ζάλιζαν ιδεολόγημα του συρμού και διαφημίσεις, γιατί οι δυνατότητες να επιλέξουμε εκείνο που πραγματικά θέλουμε ήταν (και παραμένουν) τόσο περιορισμένες, ειδικά αν δεν ανήκουμε στους ολοένα περισσότερο, μα ολοένα λιγότερους αριθμητικά προνομιούχους;


Είκοσι χρόνια μετά, στο σίκουελ του Trainspotting (T2), πρωταγωνιστές και κοινό – τόσο το παλιό, όσοι δηλαδή τα κατάφεραν ως τώρα γιατί πάντα βλέπεις κάποιοι χάνονται στο δρόμο «στοιχειώνοντας» τις μνήμες μας όπως στο αρχικό Trainspotting - όσο και το καινούργιο, ένεκα οι συνθήκες, έχουν ωριμάσει αρκετά, ώστε να συνειδητοποιούν ότι με τίποτα δεν εξαγοράζεις πίσω τα νιάτα, ότι αν το σύστημα στάθηκε «μεγαλόψυχο» απέναντί τους στα αλήτικα 20-25 τους χρόνια όντας κι εκείνο απολύτως σίγουρο για την ισχύ του τότες, πολύ δύσκολα θα τους την ξανακάνει στα 40-45 τους χρόνια. Μια ηλικία που στους καιρούς μας μπορείς να είσαι βιολογικά νεότατος και ακμαιότατος, πλην όμως αν βρεθείς ξεκρέμαστος θεωρείσαι περίπου «σαπάκι», ασύμφορος για μια έξτρα ανταγωνιστική, έξτρα επεκτατική, έξτρα τσιφούτικη αγορά εργασίας με ανεξέλεγκτη συμπεριφορά και κοινωνικές ευαισθησίες αμοιβάδας. Ότι κανένας λογαριασμός και κανένα χρέος, οικονομικό ή ηθικό δεν μένει στο τέλος απλήρωτο (και θα σε κυνηγάει τόσο άγρια όσο ο αλα Τζακ Νίκολσον στη Λάμψη Ρόμπερτ Καρλάιλ-«Μπέντζι»!), - ότι κανείς δεν μπορεί να ξαναγράψει δυο φορές το ίδιο στόρι (ό,τι κι αν αφορά αυτό) χωρίς να φλερτάρει με την τραγωδία ή τη φάρσα κι ότι ακόμα και ουσίες «υψηλού ρίσκου» είναι μάλλον προτιμότερες από το όπιο του εθνικισμού και του ρατσισμού, όπως αποτυπώνεται στην επίσκεψή τους στην παμπ των φανατικών Αγγλόφιλων προτεσταντών.

 

Ο Spud σε σκηνή από το T2: Trainspotting

 

«Διάλεξε λογαριασμό σε Facebook, Twitter, Instagram με την ελπίδα ότι κάποιος, κάπου μπορεί να νοιαστεί για σένα... διάλεξε να δεις την ιστορία να επαναλαμβάνεται, διάλεξε ένα εργασιακό συμβόλαιο μηδενικού χρόνου και μετά... είσαι εθισμένος, ΟΚ, εθίσου όμως τουλάχιστον σε κάτι διαφορετικό, σε κείνους που αγαπάς!», ακούγεται να λέει τώρα ο Ρεντόν (Γιούαν Μακ Γκρέκορ) «επιστρέφοντας» σε έναν κόσμο όπου το αφήγημα εκείνο έχει πολλαπλά τσαλακωθεί, δίχως καν να διαφαίνεται κάποιο αξιόπιστο καινούργιο. Οι βεβαιότητές της ξεγυμνώθηκαν, οι ψευδαισθήσεις που καλλιέργησε αποδείχθηκαν εξίσου χίμαιρες με εκείνες των σκληρότερων ουσιών, η πραγματικότητα (είτε εργασιακή, είτε βιοποριστική, είτε πολιτικοκοινωνική) έγινε στο μεταξύ πιο άγρια, πιο αμείλικτη, πιο ωμή. Ακόμα και το σεξ, το μόνο «θέλω» που μπορεί να ανταγωνιστεί την πρέζα έχει γίνει διεκπεραιωτικό, προβλέψιμο, σχεδόν στημένο, άλλο ένα προκάτ «κουτάκι» με όλα εκείνα συμπλέγματα εποχών σεμνότυφων και στερημένων να μην έχουν απαλειφθεί, αλλά να μεταμφιέζονται, ενδεχομένως, σε βίτσια. Στα χρόνια, βλέπεις, που μεσολάβησαν από το 1996 «ο κόσμος, η μουσική, τα ντραγκς, οι άντρες, οι γυναίκες, όλα έχουν αλλάξει», μονολογεί ο Sick Boy, κι όχι πάντα για το καλύτερο: Μέχρι και οι ουσίες, παράνομες ή νόμιμες, δεν χρησιμοποιούνται πια τόσο για την αναψυχή ή την υπέρβαση, όπως συνέβαινε στα 90s έως και τα μέσα των 00s (οπότε η παγκοσμίως θριαμβεύουσα χρηματοπιστωτική «φούσκα» δεν είχε ακόμα σκάσει παταγωδώς, το καλοστημένο παραμύθι μιας αβασάνιστης, αέναης ευζωίας για όλους εφόσον υπάκουαν τυφλά στους εμπνευστές του και τις προθέσεις τους πούλαγε τρελά, ακόμα και η rave ουτοπία έμοιαζε πιο εφικτή από τη rock 'n' roll των 60s), όσο – και πρωτίστως - για να καταστεί η καθημερινότητα της βασάνου απλώς υποφερτή. Το πορνό, μέσα από το οποίο οι άσπονδοι παλιόφιλοι Ρεντόν-Σάιμον προσπαθούν πλέον να οικονομηθούν (το φιλμ άλλωστε βασίζεται στη νουβέλα «Πορνό» του Ίρβιν Γουέλς) δεν είναι σε τέτοιες συνθήκες παρά ένα ακόμα ακαμάτικο ή/και ενοχικό υποκατάστατο επαφής που στην άφθονη και ανά πάσα στιγμή προσβάσιμη διαδικτυακή του εκδοχή συχνά προκαλεί παρόμοια εξάρτηση με τα ναρκωτικά – ερωτικός πόθος και ουσίες ενεργοποιούν, άλλωστε, τα ίδια εγκεφαλικά κύτταρα. Μόνη σχεδόν θετική εξέλιξη ότι η οροθετικότητα πια δεν σκοτώνει, εξακολουθεί όμως να προβληματίζουν οι θεραπείες σε ένα κοινωνικό κράτος που συρρικνώνεται διαρκώς. Τι απομένει; Οι ορίτζιναλ ανθρώπινες σχέσεις, οι «αυτοί που αγαπάς» του «αναβαθμισμένου» μονόλογου του T2 - έστω κι αν μοιάζουν με το απολαυστικά αμετανόητο, αλλά ψυχοπονιάρικο τζάνκι Σπαντ (Γιούαν Μπρέμερ) - η μόνη πραγματικά ζωτική επιλογή, αυτή που μπορεί να φωτίζει δρόμους σε ένα δύσβατο κι αβέβαιο, πάντοτε, παραπέρα, που όμως ημερεύει κάπως σαν κινάμε να το παλέψουμε παρέα. Κι άσε τη ζωή να ρίχνει τις ζαριές της όπως της κατεβαίνει.

 

O Renton και ο Spud κοιτούν από ψηλά το Εδιμβούργο


Να το δεις το Τ2. Δεν έχει τον αυθορμητισμό, τη δύναμη και τη χάρη του πρωτόλειου - και δεν θα μπορούσε -, διατηρεί όμως σε μεγάλο βαθμό την αυθεντικότητα, την αισθητική, τη σάτιρα και τους φρενήρεις ρυθμούς εκείνου. Με στιβαρή σκηνοθεσία και πολύ καλές ερμηνείες είναι, ταυτόχρονα, ένας θαυμάσιος κινηματογραφικός αναστοχασμός πάνω στο τι «στράβωσε» την τελευταία εικοσαετία ή, αν προτιμάς, τι ήταν εξαρχής στραβό, αλλά ακηδείς διαθέσεις και καιροί αλλήθωροι το κρατούσαν στη σκιά. Στην εποχή εκείνη παραπέμπει και το σάουντρακ της ταινίας με τους Iggy Pop (ξανά), The Clash, Frankie Goes to Hollywood, Underworld (ξανά), Blondie, Queen, Run DMC να ξεχωρίζουν κρατώντας επάξια το «ίσο».

 

 

I Was There
2 Σχόλια
avatar
Ανώνυμος/η 1.3.2017 | 17:38
Εξαιρετική ταινία (οπως και το πρώτο Trainspotting ) διότι μέσα απο χιουμοριστικές καταστάσεις απομυθοποιεί τον θλιβερό κόσμο τον ναρκωτικών .
Nexus6 3.3.2017 | 10:00
Θα προσπαθήσω να το δω μαζί με τον ίδιο φίλο που είχαμε δει μαζί τότε την πρώτη ταινία. 20 χρόνια μετά οι ίδιοι ηθοποιοί μαζί στην ίδια ταινία, μαζί κι εμείς οι ίδιοι φίλοι στην ίδια ζωή...

ΣΗΜΕΡΑ 7.4.2020

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CULTURE ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ