OIL RESTO Ιλίου φαεινότερον

Εύγεστα, δημιουργικά, οικονομικά πιάτα σε ένα περιβάλλον που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις «μεγάλες» κουζίνες του κέντρου.
10.1.2008
Ιλίου φαεινότερον

Το Oil Resto άνοιξε πριν 2,5 περίπου χρόνια και ξαφνικά όλοι συζητούσαν γι' αυτό. Μέσα σε δυο τρεις μήνες το Ίλιον έγινε hot γαστρονομικός προορισμός. Φυσικό επακόλουθο για μένα ήταν να μην πάω. Γνωστός αντιδραστικός άλλωστε - για να καταλάβετε, τον Τιτανικό τόσα χρόνια αρνούμαι να τον δω (βλέπετε, αν και το στομάχι μου λόγω δουλειάς έχει σκληραγωγηθεί, υπάρχει ένα όριο στην αηδία που μπορώ να χωνέψω εγκεφαλικά). Επέμενα ξεροκέφαλα να μην το επισκέπτομαι, όσα κολακευτικά και αν άκουγα για το πρώτο «ζεύγος» σεφ που επιμελούνταν τη δημιουργική ελληνική κουζίνα του εστιατορίου. Οι Μπαλάσκας και Τσαγκάρης αποχώρησαν από την Κουζίνα, ο Δημήτρης Σούτσος και η Νίκη Τρέσσου άφησαν το πιο glamorous κέντρο, και τα 48 και Passaji αντίστοιχα, για το «λαϊκό» Ίλιον, οι γνωστοί μου συνέχιζαν να μου μιλούν για «τον υπέροχο κήπο με το φοίνικα και την τεράστια άγρια φιστικιά», άλλοι μιλούσαν για υπέροχο φαγητό, άλλοι για κάμψη. Πάντως το μόνιμο επιφώνημα από όλους ήταν «ΤΙ; ΔΕΝ έχεις πάει;». Και προκειμένου να τους ξεφορτωθώ, πήγα.

Για μένα το Ίλιον είναι σε μεγάλο βαθμό terra incognita. Άρα το Oil Resto παραλίγο να γινόταν Vresto (sic), αν δεν είχα για οδηγό τη φοβερή Κατερίνα. Αν θέλετε να πάτε κάπου δύσκολα, σας τη συνιστώ - τραγουδάει και τη «Χαβάη» της Πρωτοψάλτη, δυνατότερα από το cd, άρα εξασφαλίζετε και το entertainment στη διαδρομή. Φτάσαμε εύκολα λοιπόν, παρκάραμε εξίσου άνετα και μπήκαμε στην αυλή του πατρικού σπιτιού του Νίκου Καλλέργη. Ο ένας εκ των ιδιοκτητών (Νίκος Μπουντουβάς ο έτερος) γυρίζοντας μαζί με το φίλο και συνέταιρό του, και το σημερινό υπεύθυνο και σομελιέ του εστιατορίου Δημοσθένη Λυβιδίκο από τη Νέα Υόρκη αποφάσισαν το «κόλλημά» τους με τη γαστρονομία και το κρασί που απέκτησαν στο Big Apple κατά τη διάρκεια των '90s να το μετουσιώσουν σε κάτι απτό. Και επιτυχημένο, όπως αποδείχτηκε. Το απλό σπιτάκι μεταμορφώθηκε σε κάτι σεμνά μοντέρνο, και παράλληλα αρκετά ζεστό. Χαμηλοί φωτισμοί, vintage φοβερές ταπετσαρίες, απλά έπιπλα σε λιτές γραμμές, τζάκι και... πολύ νέοι άνθρωποι. Και δεν εννοώ μόνο στην πελατεία, αυτό θα ήταν αυτονόητο όταν πληρώνεις σκάρτα €25 για τέτοιο φαγητό, αλλά στο σέρβις (ο Χρήστος Γιαννόπουλος είναι γλυκύτατος, sui generis ισορροπιστής μεταξύ επαγγελματισμού και φιλικότητας) και, φυσικά, στην κουζίνα, όπου οι 30άρηδες σεφ δίνουν το δικό τους ρεσιτάλ.

Αρχή του εστιατορίου, και φυσικά του Δημήτρη και της Νίκης, είναι η χρήση αποκλειστικά ελληνικών πρώτων υλών, με σήμα κατατεθέν το δικής τους παραγωγής μεσσηνιακό αγουρέλαιο. Τα πιάτα τους στην πλειοψηφία τους νόστιμα, ελληνοπρεπέστατα σε γεύση και ουσία, με σαφείς δημιουργικές ανησυχίες. Τα υπέροχα κομματάκια από μοσχαρίσιο συκώτι, ας πούμε, συνοδεύονται από έναν αφρό παντζαριού, τα κανταϊφάκια με αρνί φρικασέ από παγωτό (!) αβγολέμονο, τα ψητά πράσα με σύγκλινο από σάλτσα πορτοκάλι. Highlight η ζακυνθινή μακαρονάδα με κοτόπουλο και λαδοτύρι από το νησί, και το πιάτο ημέρας αρνάκι με καυκαλήθρες. Γλυκαθήκαμε με μους πικρής σοκολάτας και γλυκό κυδώνι. Τα δείγματα, εκτός δυο τριών πιάτων που είχαν μικροπροβληματάκια στην εκτέλεση, δείχνουν πως το νέο δίδυμο του Oil είναι σε πολύ καλό δρόμο. Πιο κοντινό (σε μένα τουλάχιστον) σύντομα, μιας και σκέφτονται κάθοδο και στο κέντρο. Μακάρι, γιατί τόση Άλκηστη δεν ξέρω αν θα την ξαναντέξω.

Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CULTURE ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ