Ζωή σε τεντωμένο σκοινί
YouSendIt!

Ζωή σε τεντωμένο σκοινί

Ένα διήγημα από την αναγνώστρια της lifoland, Μαρία Μαρή.

Είχε πιει ένα τζιν, τρία Baccardi black και μετά δύο ουίσκι malt. Έφυγε από το μπαρ σχεδόν τρεκλίζοντας. Βγαίνοντας ήταν εκτός ελέγχου. Δεν κατάλαβε πώς παρασύρθηκε έτσι στο ποτό. Έπινε για να διώξει την σκέψη, που επίμονα κυρίευε κάθε εγκεφαλικό κύτταρο του μυαλού της και της ακύρωνε τις αισθήσεις στο σώμα. Όταν καταλάβαινε τι περίπου της συμβαίνει, της άρεσε να πίνει ακόμα πιο πολύ για να πιστέψει ότι το έχει προκαλέσει η ίδια στον εαυτό της με το ποτό και δεν την έχει απλά στοιχειώσει μια σκέψη.


Χωρίς καν να το έχει συζητήσει με τον εαυτό της. Προέκυψε απλά, σιωπηλά. Αποφάσισε να ξεφαντώσει έτσι μια βραδιά, να το ρίξει έξω βρε αδελφέ. Το άξιζε αυτό. Όλη μέρα να τρέχει σαν τη σβούρα, από σπίτι σε σπίτι , από υπηρεσία σε υπηρεσία, από σχολείο σε σχολείο και να δειγματίζει λευκά είδη, σεντόνια, κουβερλί, πετσέτες, μπουρνούζια, λινές κουβέρτες, κουρτίνες. Πάντα ευγενική, υποχωρητική σε όλα τα ακραία, όλες τις υπερβολές και τις παραξενιές που άκουγε από τις γυναίκες κυρίως πελάτισσές της. Δούλευε έχοντας μαζί της άπειρα δείγματα σε φωτογραφίες ή μικρά κομμάτια ύφασμα, ή φωτογραφίες από σπίτια όπου είχε πουλήσει καλύμματα κρεβατιού ή όπου είχε διακοσμήσει το νυφικό κρεβάτι ή είχε φτιάξει τις κουρτίνες ή τα καλύμματα των καναπέδων. Κουβάλαγε σαν τον χαμάλη τους καταλόγους με τα δείγματα και τις φωτογραφίες σε μια τσάντα με ρόδες ενώ ζαλωνόταν άλλη μια στον ώμο. Η τενοντίτιδα την είχε πεθάνει.


Εκείνη την ημέρα γύρισε στο σπίτι της και μίλησε με τις δύο φίλες της, παλιές συνεργάτισσες στην εταιρεία ρούχων. Το βράδυ βρέθηκαν μαζί της στο μπαρ και βλέποντας την κατάστασή της της ζήτησαν να τους τηλεφωνήσει για να τις καθησυχάσει ότι επέστρεψε με ασφάλεια. Είχαν σκιαχτεί οι κοπέλες έτσι που την είδαν να φεύγει σχεδόν παραπατώντας. Στο μόνο που επέμειναν ήταν να μην πάρει το αυτοκίνητό της για να πάει σπίτι της στην άλλη άκρη της πόλης περνώντας από την παραλιακή. «Μπες σε ένα ταξί και αύριο βλέπουμε πως θα πάρεις το αμάξι. Χαλάρωσε ! Τι σου συμβαίνει και δεν καταλαβαίνεις ότι είσαι τύφλα; Τώρα κανονικά δεν έπρεπε να σε αφήσουμε να φύγεις μόνη. Βιντεοκλήση από το σπίτι θα μας κάνεις! Ακούς;» Κακήν κακώς έφτασε στο σπίτι αφού πλήρωσε και μια διαδρομή 25 ευρώ μη έχοντας έτσι αυτοκίνητο για την δουλειά της το πρωί. Πώς θα πήγαινε στα ραντεβού στο ΥΠ.Ε.ΧΩ.ΔΕ; Πώς θα κατάφερνε να διατρέξει όλα τα γραφεία κάνοντας την πλάκα της και τα καλαμπούρια της, μήπως και πουλήσει κανέναν σεντόνι για να πάρει την προμήθειά της , να πληρώσει όσα χρωστάει, μήπως και βγει κάπως αξιοπρεπής αυτός ο μήνας; Η γάτα της την περίμενε πίσω από την πόρτα με τα μάτια καρφωμένα πάνω της. «Τι έγινε πριγκηπέσα; Είμαι λίγο ζαλισμένη!» Εκείνη σήκωσε Τα ποδαράκια της για να της κάνει χάδια. Της τα συγχωρούσε όλα ούτως ή άλλως. Την αγαπούσε άνευ όρων. Απόλυτα αφοσιωμένη. Οι γάτες είναι διερευνητικές και περίεργες. Δεν λένε «η περιέργεια σκότωσε τη γάτα»; Έτσι την κοιτούσε η Λούσυ, διερευνητικά σαν να της έλεγε: «Τι εικόνα είναι αυτή που παρουσιάζεις;» Ένιωσε άβολα. Ήξερε ότι η γάτα είναι ένα πλάσμα σταλμένο για να βλέπει την εξέλιξή μας και η δική της, ειδικά αυτή τη στιγμή, δεν της άρεσε και τόσο.


Είχε σπουδάσει οικονομικά και δούλευε σε εταιρεία ρούχων. Όταν την απέλυσαν με την κρίση και τον περιορισμό του προσωπικού, έμεινε χωρίς δουλειά για 6 μήνες να τρώει τα έτοιμα. Τελειώνουν όμως τα ρημάδια. Όλοι πάνε σε μπαρ και καφετέριες, όμως εκείνη ήθελε να το αποφύγει αυτό όσο γίνεται. Δεν ήθελε να την απογοητεύσει τη γατούλα της . Ξάπλωσε στο κρεβάτι και ήρθε και η Λούσυ μαζί. Μετά από λίγο εκείνη δεν αισθανόταν καλά, ζαλιζόταν και σηκώθηκε. Την κυρίευσε ένας έντονος λόξυγγας μεθυσιού. Δεν μπορούσε να σταματήσει, σαν να ήθελε να βγει από μέσα της ό, τι της έκαιγε τα σωθικά, ό,τι μαύριζε το βλέμμα της, ό,τι σκοτείνιαζε το χαμόγελό της.


Ήθελε να αποβάλει όλες τις δυσάρεστες εμπειρίες της. Ό,τι την έπνιγε τόσα χρόνια, ό,τι την είχε στενοχωρήσει. Σιγά σιγά ο λόξυγγας γινόταν λιγότερο ηχηρός και λιγότερο επιθετικός. Πού είχε κάνει λάθος; Εκεί που νόμιζε ότι δεν είχε ανάσα και θα πέθαινε από ασφυξία, άρχισε να ανακουφίζεται. Ο λόξυγγας, είχε σαν αποτέλεσμα έναν μεγάλο πολύχρωμο εμετό . Τα κομμάτια των ξηρών καρπών της έγδερναν τον οισοφάγο και εν συνεχεία τον ουρανίσκο. Μια μικρή ρουκέτα εκτοξεύτηκε στο δωμάτιο, αποτελώντας δυσώδη υπόμνηση της μοναχικής της κραιπάλης και του εξευτελισμού της. Τα υπόλοιπα τα «κατέθεσε» στο μπάνιο. Από το πρωί κιόλας της επόμενης μέρας με το που άνοιξε τα μάτια της άρχισε να καθαρίζει τις αποδείξεις της δυστυχίας της. Τα πορτοκαλί και τα πράσινα μπαλάκια των ξηρών καρπών ήταν ατόφια στο πάτωμα. Τι ήταν; Πλαστικά; Δεν θα μπορούσε ποτέ να τα χωνέψει αυτά. Ή αυτά την πείραξαν ή το αλκοόλ που κατανάλωσε! Ή μήπως η ίδια η ζωή της, την οποία δεν είχε ακόμα χωνέψει; Και πώς να τη χωνέψει.


Άρχισε να γράφει ένα μέιλ στην εταιρεία της με έναν λυγμό που τον έπνιγε με μεγάλο κόπο. Ζήτησε να εξαιρεθεί την ημέρα εκείνη από τη δουλειά και από τα κλεισμένα ραντεβού, ξέροντας βέβαια τι μπορεί να έχανε από ένα πέρασμα από τα γραφεία του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Δεν την πείραζε όμως, καθώς ένιωθε το μυαλό της θολό, την σκέψη της άκαμπτη και το λόγο της ξύλινο. Άσε που το στόμα της το ένιωθε σαν τσαρούχι, και τη γλώσσα της σαν σφουγγαράκι για να τρίβεις κατσαρόλες. Όχι, καλαμπούρια δεν θα μπορούσε να κάνει, αλλά με το παραμικρό θα έσκαγε σαν ωρολογιακή βόμβα, ίσως σε κλάματα ή και σε βλαστήμιες. Το μόνο που πραγματικά ήθελε ήταν να κλάψει ατελείωτα. Το αλκοόλ φαίνεται σαν να έσπασε μέσα της εκείνα τα εμπόδια που την συγκρατούσαν από το να αναλυθεί σε έναν απέραντο θρήνο για μια χαμένη ζωή.


Ψηλή, λεπτή, με σταρένιο δέρμα, πλούσια μαλλιά, μεγάλα εκφραστικά μάτια και σαρκώδη χείλια. Είχε μια εξωτική ομορφιά. Μέτρια μαθήτρια, που έφτασε να κάνει σπουδές στα οικονομικά. Ένα γνωστικό αντικείμενο πολύ της μόδας, σε μια εποχή που η χώρα βυθισμένη σε μια οικονομική κρίση χωρίς πάτο, ενέπνεε πολλούς νέους να κάνουν παρόμοιες σπουδές δήθεν για να τη σώσουν αλλά και να σωθούν κι οι ίδιοι. Πολλοί λίγοι παρέμειναν στη χώρα, οι περισσότεροι την εγκατέλειψαν και αναζήτησαν καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας στο εξωτερικό, ενώ άλλοι βρήκαν οποιαδήποτε απασχόληση σε γραφείο στην καλύτερη περίπτωση ή έκαναν ευκαιριακές δουλειές από εδώ και από εκεί, λόγω της τεράστιας ανεργίας.


Η Αγγελική δούλεψε αμέσως στο λογιστήριο σε μια γνωστή εταιρεία ρούχων, δουλειά που βρήκε μέσω μιας φίλης συμφοιτήτριας. Για χρόνια δούλευε εκεί και ήταν ευχαριστημένη, μέχρι που η εταιρεία βάρεσε κανόνι, πτώχευσε, και βρέθηκαν όλοι να περιμένουν απλήρωτους μισθούς. Έκαναν υπομονή μήπως και ξαναλειτουργήσει, απασχολούμενοι σε μικροδουλειές, μιας και η ανεύρεση εργασίας ήταν πολύ δύσκολη υπόθεση. Έτσι βρέθηκαν όλοι σπίτια τους, ή, ακριβέστερα, στο δρόμο. Να λιώσεις σόλες για να βρεις μια δουλίτσα. Άντε να ζήσεις μετά. Ελπίζοντας να πάρουν τα χρωστούμενα έκαναν μια ομάδα και έβαλαν και δικηγόρο. «Ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος» . Εκεί στην εταιρεία γνωρίστηκε με τον μετέπειτα άντρα της. Εκείνος δούλευε στην τεχνική υποστήριξη της παραγωγής. Έβγαιναν τρία χρόνια. Φαινόταν καλό παιδί με όνειρα. Την άγχωνε που καμιά φορά λιγουρευόταν ακριβά αμάξια ή καλόβλεπε τα ιστιοφόρα και τις θαλαμηγούς αλλά το αντιπαρερχόταν, πείθοντας τον εαυτό της ότι ήταν εφηβικά, ανεκπλήρωτα όνειρα.


Ένα βράδυ, ημέρα των γενεθλίων της, ο Πάνος μέσα σε γλυκιά σύγχυση, τρομερά συγκινημένος, της έκανε δώρο ένα ασημένιο δαχτυλίδι με ένθετη χρυσή καρδιά, την καρδιά του, όπως του άρεσε να λέει, κάνοντάς της πρόταση γάμου. Πρόταση γάμου; Ποιος νόμιζε ότι ήταν; Τέλος πάντων, το θεώρησε πολύ γλυκό εκ μέρους του και δεν του απάντησε σαν τη χαζοβιόλα αμέσως, παρά ζήτησε χρόνο για να ξεπεράσει το σοκ, όπως του είπε.


«Αγγελική μου, ξέρω, δε βγάζω ακόμα πολλά λεφτά, αλλά περνάμε όμορφα μαζί, δουλεύουμε και οι δυο και σ' αγαπώ. Γιατί να μην παντρευτούμε και να κάνουμε τη δική μας οικογένεια;» Αυτό έγραψε μέσα της. « Να κάνουμε την δική μας οικογένεια!» Ίσως να είναι η ευκαιρία της. Η Αγγελική είχε μια αδελφή, την Κυριακή, που μετά τη φυγή του πατέρα τους που τους εγκατέλειψε, κλείστηκε σε μοναστήρι. Σπάνια την έβλεπαν μαζί με τη μητέρα τους και μόνο αν το επιδίωκαν οι ίδιες. Μετά την εξαφάνιση του πατέρα η μάνα έπαθε μεγάλο σοκ. Έπαθαν τα νεύρα της. Κλείστηκε σε ένα δωμάτιο και δε μίλαγε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο πατέρας των παιδιών της ερωτεύτηκε και απλά τους εγκατέλειψε. Της είπε μόνο ότι δεν διεκδικεί τίποτα. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει και έφυγε. Χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε νευρολογική κλινική και να παίρνει αγωγή για έναν χρόνο. Όταν πια κάπως συνήλθε, «την άκουσε» με τη θρησκεία. Έπαιρνε μαζί της στις εκκλησίες και τα κατηχητικά την Κυριακή, που ήταν πάντα πιο κοντά της και τη συμπονούσε και έτσι εκείνη κόλλησε το μικρόβιο. Η αδελφή της, η Κυριακή παραιτήθηκε από τη δουλειά της σε ένα γραφείο διαχείρισης κοινοχρήστων και πήγε στο μοναστήρι. Μετονομάστηκε σε αδελφή Θεοφανώ και προσευχόταν ολημερίς και ολονυχτίς να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του πατέρα και της καινούργιας του συντρόφου. Ήταν και τα δυο κορίτσια δημιουργήματα της αυστηρής μάνας τους, που μια ζωή τους κυνήγαγε όλους για την ευπρέπεια και την καθαριότητα, με τη μικρή Αγγελική, να κοιτάζει να περισώσει τον εαυτό της από τον οικογενειακό όλεθρο. Δηλαδή και τι να έκανε; Όταν έβλεπε τους άλλους να διαλύονται φρόντισε να τελειώνει με τη σχολή της και να βρει δουλειά. Αυτοπροστασία και αυτοσυντήρηση.
Θυμόταν τον εαυτό της να είναι πάντα πολύ δειλή. Να τα μετράει όλα. Θέλει να τα ζυγιάζει όλα. Να είναι σίγουρη. Είναι ποτέ δυνατό; Θυμόταν τον Πάνο, να τρέμει καθώς της έδινε το δακτυλίδι, εκεί κάτω από το σπίτι της, στη γωνία, κάτω από έναν φανοστάτη και συγκινούνταν. Κάπως έτσι ξεκινούν όλα και κάποια στιγμή δείχνεις εμπιστοσύνη! Σε δυο χρόνια παντρεύτηκαν. Σε εκκλησία, με παπά και κουμπάρο. Συγκίνηση , φίλοι, συγγενείς. Ταξίδι του μέλιτος στην Σαντορίνη με τα λεφτά από τα δώρα. Η επιστροφή, πάντα στα ίδια. Εκείνη πάντα στην εργασία της, δεν είχε ακόμα απολυθεί. Δε θα άλλαζε τόσο εύκολα τη ρουτίνα της. Της άρεσε να φωλιάζει. Φώλιασε στη δουλειά, φώλιασε και στον Πανούλη. Το παιδί δεν ήρθε αμέσως, δεν ήρθε ποτέ ευτυχώς, μιας και οι εξελίξεις έδειξαν ότι η χρυσή καρδιά, δε μένει πάντα χρυσή, ή μάλλον επειδή είναι χρυσή αναζητά το χρυσάφι. Ο Πανούλης αποδείχθηκε υπερβολικά φιλόδοξος και ήθελε να πετύχει και να κάνει λεφτά. Πώς θα μπορούσε να κάνει παιδί αν δεν είχε μια άνεση να του προσφέρει, έλεγε, και όλο το ανέβαλαν.


Για εκείνη δεν ήταν τόσο σημαντικό. Τον έβλεπε να κουράζεται και του επεσήμαινε ότι το κυνήγι αυτό του «κρυμμένου θησαυρού» είναι ατελείωτο. « Και οι δικοί μας δεν είχαν λεφτά, όμως μια χαρά βγήκαμε εμείς και τα αδέλφια μας. Κουράζεσαι και σηκώνεις ψηλά τον πήχη. Φοβάμαι για την υγεία σου. Να ζήσουμε και λίγο μαζί!»


Εκείνος ήξερε μόνο να την καθησυχάζει. Τώρα το τι ανέχεται ο καθένας, έχει να κάνει με το τι πιστεύει ότι αξίζει. Εκείνη περίμενε. Το βράδυ κοιμόταν νωρίς γιατί το πρωί το ξύπνημα ήταν άγριο. Πού καιρός να ακολουθήσει άλλο ρυθμό. Κοιμόταν όταν γύριζε ο Πανούλης, μέχρι που κανά δυο φορές δεν γύρισε. Τον είδε στο γραφείο την άλλη μέρα. «Είμαι κομμάτια, δεν έχω κοιμηθεί καθόλου» της είπε. Η Αγγελική ανησυχούσε. Οι συναδέλφισσές της όλο της ψιλοπέταγαν αιχμές μήπως και αρχίσει να υποψιάζεται κάτι. «Σαν πολύ δεν εργάζεται ο Πάνος σου; Έχετε βάλει πλώρη να γίνετε πλούσιοι; Ποιος έγινε πλούσιος με την εργασία του;»


Η κόπωση του Πάνου τον έκανε ευερέθιστο. Κάποια φορά τον άκουσα μιλώντας μαζί της στο τηλέφωνο να ωρύεται γιατί εκείνη είχε βάλει τη σοκολάτα του στο ψυγείο, ενώ εκείνος την θέλει σε θερμοκρασία δωματίου. Η έξαρσή του ήταν αδικαιολόγητη και οι εκφράσεις του εκτός επιτρεπτών ορίων. Η Αγγελική φρόντισε να τον δικαιολογήσει ότι κουράζεται πολύ και έσπευσε να μου κλείσει το τηλέφωνο.
Ο Πάνος είχε προσεγγίσει και διπλάρωνε την Διευθύντριά του στην εταιρεία, μια πολύ ικανή και δραστήρια γυναίκα, μεγαλύτερή του, γύρω στα πενήντα, παντρεμένη με δυο παιδιά. Εκείνη προερχόταν από μια πολύ φτωχή οικογένεια, από ένα χωριό της Πελοποννήσου. Διακρίθηκε στο σχολείο και έκανε σπουδές με υποτροφία. Άνθρωπος με δυνατή θέληση , που ήθελε να ξεκολλήσει από ένα μίζερο περιβάλλον που θα την έκανε δυστυχισμένη, και τα κατάφερε. Δεν ήταν ιδιαιτέρως όμορφη, είχε όμως τύπο και ντυνόταν φανταστικά. Αναγνώρισε και εκείνη αμέσως πόσο καλός ήταν ο Πάνος στη δουλειά του και τον προσέγγισε. Δούλευαν πολλές ώρες μαζί. Η επάρκεια και η αποτελεσματικότητα του Πάνου προχώρησε τη σχέση και σε φιλικό επίπεδο. Άρχισαν να κάνουν πολλή παρέα οικογενειακά. Πήγαινε ο ένας στο σπίτι του άλλου. Η Μίνα, η Διευθύντρια φιλοξενούσε το ζευγάρι, την Αγγελική και τον Πάνο στα εξοχικά της στη Μύκονο και στην Αράχοβα και έδινε δουλειά στον Πάνο και για δικές της εξωτερικές δουλειές. Είχε αναλάβει άλλη μια νέα εταιρεία εκτός από αυτή των ρούχων που διεύθυνε, ίσως γιατί ήξερε από μέσα την κρίση που επέρχεται και ίσως να προέβλεπε το κλείσιμο της εταιρείας. Άλλο που δεν ήθελε κι αυτός. Να και οι καθυστερήσεις στο γραφείο και οι συνεργασίες μέχρι το πρωί. Ασυναίσθητα νομίζω , χωρίς περίσκεψη, κρέμασε την Αγγελική. Έγινε σταδιακά. Μέσα από κουβέντες για την εξέλιξη του εαυτού, για τα ανεκπλήρωτα όνειρα. Η Αγγελική δεν ήθελε τίποτα παραπάνω από τη δουλειά της και την οικογένεια που οραματιζόταν να αποκτήσει. Μικρά καθημερινά πράγματα που μπορούν να κάνουν ευτυχισμένο έναν άνθρωπο. Εκείνος ερωτεύτηκε όλο το πακέτο, τις προοπτικές, τα εξοχικά, τις γνωριμίες, τα καλά ρούχα, τα ταξίδια, τις ακριβές δραστηριότητες, την διαφορετική ζωή, που μόνο αυτό το πρόσωπο μπορούσε να του παρέχει. Την ερωτεύτηκε. Και εκείνη όμως. Υποχώρησε στα συναισθήματά της και το έζησε σαν να εισπράττει κάποια οφειλή που δικαιούταν, έναν νεανικό έρωτα, αυτό που στερήθηκε, όταν κυνήγαγε να αποσπαστεί από τον οικογενειακό της εγκλεισμό. Το νέο αίμα στη ζωή της. Τη νέα δράση, τις νέες προοπτικές που εκείνος μπορούσε να της ανοίξει και αυτή να τις υλοποιήσει. Η Μίνα χώρισε τον πατέρα των παιδιών της, συνταξιούχο δικηγόρο. Του εξέθεσε τα πράγματα όπως ακριβώς είχαν και ζήτησε κατανόηση. Για την Αγγελική ήταν άλλη μια προδοσία, σαν αυτή του πατέρα της. Ανατροπή, όπως η ίδια η ζωή κάθε λεπτό , κάθε στιγμή. Η μοίρα του ενός εξαρτάται από τον άλλο, όπως ακριβώς γίνεται με το ντόμινο για όλα τα πράγματα, για κάθε θέμα προσωπικό, κοινωνικό, πολιτικό.


Πάνω στον ίδιο νήμα κινούμαστε και προκαλούμε αναταράξεις στο σχοινί του σχοινοβάτη. Όποιος δεν είναι καλός ακροβάτης πέφτει και τσακίζεται λίγο ή πολύ, άλλοι είναι εκπαιδευμένοι ισορροπούν ακόμα και σε σκοινί αλειμμένο με γράσο. Αυτό καλούμαστε να κάνουμε. Να ισορροπήσουμε και να δώσουμε ένα ενδιαφέρον θέαμα. Ξαφνικά άρχισα να βλέπω τη ζωή σαν νούμερο σε τσίρκο. Όταν όλα ακολουθούν μια καθημερινότητα, είναι προορισμένα να οδηγηθούν στην αφάνεια, έχουν περιορισμένη ζωή και ελάχιστο ενδιαφέρον.


Την Αγγελική την περίμενε ή η κλινική ή το μοναστήρι. Δειλή ήταν, δεν ήταν όμως και βλάκας. Στυλώθηκε στα πόδια της ειδικά μετά που έμεινε και άνεργη και άρχισε να παρακολουθεί κάθε είδους δωρεάν σεμινάριο στο Δήμο της σχετικά με την ανάπτυξη του Εγώ, των προσωπικών δυνατοτήτων , την εξέλιξη των φιλοδοξιών, την οργάνωση των προτεραιοτήτων και βέβαια σεμινάρια για να γνωρίσει κόσμο που θα την βοηθήσει να βρει δουλειά.


Ήθελε να βρει τον εαυτό της μέσα από δραστηριότητες και να μηδενίσει το κοντέρ για να ξεκινήσει ξανά. Ίσως τώρα να μπορεί να ισορροπήσει καλύτερα. Θα μάθει. Τώρα από καιρό σε καιρό ξυπνά ο εφιάλτης και θέλει όλα να τα βγάλει από μέσα της σαν ένα βρωμερό εμετό. Μετά σκέφτεται ότι δεν έχει νόημα και αποδέχεται τη ζωή όπως έρχεται, όπως ήρθε. Για πολλά η ευθύνη είναι άλλων, αλλά μέχρι πότε θα ισχύει αυτή η δικαιολογία; Αν δεν ολοκληρώσει εκείνη την πορεία της πάνω στο σκοινί και δεν καταφέρει να σχοινοβατήσει, αν όχι θεαματικά, τουλάχιστον αποτελεσματικά για την ίδια της τη ζωή, όπως έκανε ο πατέρας της, η μητέρα της, η Κυριακή, μετέπειτα Θεοφανώ, ο Πάνος, η Μίνα και τόσοι άλλοι, ποιος θα τη βοηθήσει να το κάνει;


Το ταξίδι συνεχίζεται ακόμα κι αν ένα πλοίο χάθηκε. Συνεχίζεται με άλλο πλοίο, κάποιο άλλο μέσο, πάντα όμως με καθέναν από μας να κρέμεται και να κατευθύνεται από ένα λεπτό νήμα, σαν την κλωστή του μαριονετίστα.

 

Η Μαρία Μαρή είναι εκπαιδευτικός- θεατρολόγος

LIFOLAND ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ