Κάνε άλλη μια Στροφή

14.10.2009

Κυριακή, 11/10

Σήμερα έσπασα τη δίαιτα. Είναι Κυριακή, έξω έχει απίστευτο καιρό και το αυτοκίνητο είναι σαν να ξεκίνησε από μόνο του. Θέλει να κατέβει στον Πειραιά. Κοντομάνικα και φύγαμε. Στο αυτοκίνητο η Πέπη και η Μαρίνα, τα πιο ωραία κορίτσια της πόλης, έτοιμα για όλα. Το σκηνικό της διαδρομής για τον Πέραμα έχει λίγο αλλάξει, ο δρόμος κάπως στρίβει αλλού, όμως όλα όσα το έκαναν και το κάνουν γοητευτικό είναι ακόμα εκεί. Τα παράξενα, σχεδόν ερειπωμένα εργοστάσια, τα άσχημα σπίτια, η θάλασσα που στραφταλίζει και τα τυλίγει όλα, οι ψαρόβαρκες που είναι τόσο όμορφες μοιάζουν παραφωνία μέσα στην τόση σκληράδα αυτής της περιοχής, και στο τέλος η Στροφή που δεν αλλάζει. Άλλαξε δηλαδή πριν κάποια χρόνια, αλλά δεν έγινε και τίποτα. Η ορχήστρα ετοιμάζεται, τα χαμόγελα πονηρά, ένας πρώην βουλευτής τρώει και πίνει ήδη, πίσω μας ένα κορίτσι τα δίνει όλα για τον έρωτα. Τρία-τέσσερα τραγούδια μετά είναι πάνω στα τραπέζια, ίσως δίνει λίγα παραπάνω, αλλά έτσι είναι ο έρωτας. Δεν μπορώ να καταγράψω ακριβώς τι φάγαμε, δεν θυμάμαι, ήταν όμως όλα θαλασσινά, φρέσκα και σερβιρισμένα απλά. Κάτι σουπιές με το μελάνι τους θυμάμαι και μια πατατοσαλάτα που όμοια δεν υπάρχει στην Αθήνα. Μας πρότειναν καβουράκια τηγανητά, τα πήραμε, η Πέπη ρώτησε πού πήγε η μαμά τους η κ. Καβουρίνα, και μετά πιάσαμε να κουτσομπολεύουμε τους πάντες πάνω από κάτι κουτσομούρες-αφρό. Στο τέλος μας κέρασαν γλυκό σταφύλι, όχι έτοιμο, σπιτικό. Το καταλαβαίνεις από το σιρόπι του που έχει χρώμα βαθύ χρυσό, σαν καραμέλα, αριστούργημα. Οι μουσικοί ήταν άψογοι, πολύ ταγμένοι στην τέχνη τους, καλλιτέχνες. Ρεμπέτικα, παράξενα, απαγορευμένα, που κανένα δεν ξέραμε, αλλά δεν μπορούσες να μην ανέβεις με αυτήν τη μουσική - κάτι ξέρουν αυτοί, που είναι αληθινοί μάγκες, σκέφτομαι. Άπειρα τσίπουρα, δεν ξέρω πώς ανεβήκαμε στο κέντρο και ούτε πώς καταλήξαμε σε μπαρ στη Λέκκα, μα πάνω απ' όλα, ποιος οδήγησε και μας πήγε σπίτι το χάραμα. Αυτό πρέπει να μάθω, και επίσης αν υπάρχει γυρισμός στη δίαιτα τώρα...

Τρίτη 13/10

Ετοιμάζουμε το αφιέρωμα στη γεύση. Όταν έπρεπε να προτείνουμε θέματα, δεν είχα ιδέα τι να προτείνω. Μου άρεσε η ιδέα να ρωτήσουμε Αθηναίους για τη μαντλέν τους. Διέκρινα τη γλύκα στη φωνή τους όταν τους το προτείναμε. Τους άρεσε. Αυτομάτως ταξίδευαν στο πίσω μέρος του μυαλού τους, εκεί που κρύβονται συνήθως όλα αυτά. Αυτόματη η διεργασία του μυαλού να ανατρέξει στο γνήσιο, το όμορφο, αυτό που είναι παντοτινό και που πάντα, αν το αφήνουμε, μας θρέφει. Είναι εντυπωσιακό πόσοι από εμάς ανατρέχουν στην παιδική τους ηλικία για να βρουν αυτήν τη γεύση, κάτι παραπάνω ήξερε ο Προυστ. Εγώ, από την παιδική μου ηλικία κρατάω τη χορτόσουπα της μάνας μου. Την έχω φτιάξει ένα εκατομμύριο φορές και βεβαίως έχω ραφινάρει τη συνταγή, έχω ρυθμίσει τη μέθοδο, την κατάφερνα μέχρι ενός σημείου. Καλή είναι, όμως δεν έχει αυτό το κάτι, που αυτή του το 'δινε χωρίς μέθοδο. Μάλλον κάποια μάγια κάνουν οι μάνες, αλλιώς δεν εξηγείται. Πάντως, η σούπα αυτή είναι για μένα ένα κοινό σημείο με κάτι παλιό, ούτε όμορφο, ούτε άσχημο, κάτι που τελείωσε και υφίσταται μόνο τη στιγμή που καταπίνω την πρώτη κουταλιά από αυτόν το ζωμό. Ελπίζω και εύχομαι κάποτε κάποιος να πει και για ένα δικό μου φαγητό πως του φέρνει δάκρυα στα μάτια. Στο ατελιέ κοιτώ τις φωτογραφίες του Freddie για το Δίπορτο και νιώθω πολύ περήφανος. Σας φιλώ.

 

Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια