Δε θα γίνουμε Αθηναίοι ποτέ;

Αναζητώντας σημεία ζωής στην πόλη πέρα από γκρίνιες και μνησικακίες.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
26.11.2009

Η σκηνή είναι από επεισόδιο του δεύτερου κύκλου της σειράς «MadMen». Ο κεντρικός ήρωας Ντον Ντρέιπερ βρίσκεται χαλαρωμένος σε σπιτικό σουαρέ, όπου η ομήγυρη παίζει παιχνίδι στο οποίο πρέπει να βρεις μια πόλη που να ξεκινά από το τελευταίο γράμμα της προηγούμενης. Όταν φτάνει η σειρά του, πρέπει να βρει πόλη από «Α». «Athens!» αναφωνεί πανηγυρικά και οι υπόλοιποι συναινούν χαμογελώντας με νόημα. Η σειρά διαδραματίζεται στα '60s, αλλά η ιδέα της Αθήνας ως μυθικού προορισμού όπου ανακατεύεται η αρχαία αίγλη, το αιώνιο αττικό φως και το σύγχρονο νεοελληνικό χειμαδιό με άρωμα Μέσης Ανατολής ισχύει ακόμα. Δεν είναι και λίγο αυτό το παραμυθάκι, και στο φινάλε οι ξένοι είναι πιο ανεκτικοί και καλοπροαίρετοι από μας (βλέπε και πρόσφατο αφιέρωμα στους «New York Times» για την εναλλακτική /indie σκηνή της πόλης) όσον αφορά στις απόπειρες μετάλλαξης του σχιζοειδούς προφίλ (ελκυστικό και απωθητικό, χύμα και ζόρικο) ενός τόπου που διαμορφώνεται κατ' εικόνα και ομοίωσή μας.

Αν μπορούσα πάντως να επιλέξω μια ταινία που βγάζει για μένα μια εικόνα της Αθήνας χωρίς φόβο και πάθος, αυτή είναι το Νοκ Άουτ (1986) του Παύλου Τάσσιου, με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Κιμούλη στον ρόλο ενός ναρκισσευόμενου αυτοκαταστροφικού ηθοποιού που περιφέρεται στον νωχελικό μικρόκοσμο των Εξαρχείων κάνοντας ψευτοαπόπειρες αυτοκτονίας λόγω ερωτικής απογοήτευσης, για να τον βάλει τελικά στη θέση ένας μυστηριώδης τύπος (ο έξοχος και πρόωρα χαμένος Φάνης Χηνάς), ο οποίος εκπροσωπεί, υποτίθεται, μια εταιρεία που αναλαμβάνει να ολοκληρώσει το έργο τέτοιων «ιδανικών αυτόχειρων». Μεταξύ κέντρου και παραλίας απεικονίζεται μια ανέμελη ζώνη προνομιούχας διαβίωσης νεαρών Αθηναίων που τριγυρνούν στο μπαροκαφενόβιο σύστημα του κέντρου της πόλης. Παρά το θέμα, η ταινία αποπνέει μια ελαφρότητα, απαλλαγμένη από τον βαρύ ναρκισσισμό και την ακατάσχετη πολιτικολογία ταινιών όπως η Ρεβάνς, και δεν εκκινεί, όπως τόσες άλλες, από μια αντίληψη μίσους και νοσηρότητας.

Ασφαλώς, το γενικό consensus αυτή την εποχή είναι δυσοίωνο για την πόλη, με έντονους ακόμα τους απόηχους από τα ακραία φαινόμενα του περασμένου Δεκεμβρίου, όπου ξεβράστηκε μίσος για την «εξουσία», μίσος για το «σύστημα», μίσος για τις τράπεζες, μίσος για το μίσος, αλλά και μίσος για την πόλη. Δεν το πιάνω - ή μάλλον το βαρέθηκα. Οι πόλεις τέτοιου μεγέθους και τέτοιας πολεοδομικής ανάπτυξης δεν μπορεί να είναι και εντελώς «ανθρώπινες», μην τρελαθούμε κιόλας.

Εξάλλου, είναι βέβαιο ότι κατά βάθος μας αρέσει μαζοχιστικά η ιδέα της ζούγκλας, της σκληρής και ανάλγητης μεγαλούπολης («Και πέρα στο βάθος απλώνεται η πόλη απέραντη, πολύβουη, κατάφωτη, αμφιθεατρική, σαν ένα αρχαίο, γιγάντιο στάδιο όπου οι δειλοί δεν έχουν θέση», Τάσος Λειβαδίτης). Μπορεί επίσης να είναι η ιδέα μου, αλλά μου φαίνεται ότι διακρίνω πλέον λιγότερες εύκολες μνησικακίες, οι άνθρωποι φαίνονται πιο μαζεμένοι, λιγότερο «κάφροι», λιγότερο απαίδευτοι, πιο ανεκτικοί, ενώ εκμεταλλεύονται τον όποιο δημόσιο χώρο και το «πράσινο» που λέμε («Ο ελληνικός δρυμός είναι τα ελληνικά βράχια», Γ. Τσαρούχης) και μοιάζουν να συνειδητοποιούν ότι η γκρίνια είναι αντιπαραγωγική και αντιδημιουργική, ενώ η επαγγελματική συμπεριφορά σε κάθε τύπου συναλλαγή κάνει όλους τους εμπλεκόμενους να αισθάνονται πιο ευχάριστα.

Αυτό που μοιάζει να λείπει όλο και πιο πολύ στους δρόμους είναι οι προσωπικότητες, οι εκκεντρικοί, οι καρατερίστες, αλλά αυτό δεν είναι ελληνικό φαινόμενο.

«Η Αθήνα με κάνει αδέξιο» είχε πει ο Σεφέρης, κι αυτό παραμένει το πρόβλημα στη σχέση που έχουμε οι περισσότεροι με το μέρος: δεν ξέρουμε πώς να το πάρουμε, τι να αποδεχτούμε, τι να προσδοκούμε, τι να αποβάλουμε από τις αντιλήψεις, τις συνήθειες, τις νοοτροπίες μας. Η Αθήνα «είναι αυτό που είναι»: κανονικά ουδείς σοβαρός άνθρωπος δεν πρέπει να επιτρέπει στον εαυτό του να ξεστομίζει τόσο αόριστες και κενές νοήματος φράσεις, αλλά στην περίπτωση της Αθήνας κολλάει.

Και βοηθάει να την ανασύρουμε πού και πού για να μην τρελαινόμαστε. Και να μην ξεχνάμε ότι «καινούργιοι» είμαστε σε σχέση με τις ιστορικές ευρωπαϊκές πόλεις που θαυμάζουμε, και πρέπει να αναζητάμε το καινούργιο, όχι το «κλασικό»/«αυθεντικό». Υπάρχει πιο τρελό πράγμα από να βλέπεις, για παράδειγμα, 20χρονους να ωρύονται για τη μετάλλαξη του Zonar's;

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια