Όταν έκλαψε ο Αγκάσι

Η αυτοβιογραφία του κορυφαίου Αμερικανού τενίστα που μόλις κυκλοφόρησε δεν είναι το συνηθισμένο στο είδος όργιο αυτοπεποίθησης και ναρκισσισμού, αλλά μια εντυπωσιακά καλογραμμένη επιστολή μίσους στο άθλημα που τον ανέδειξε.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
3.12.2009

Θυμάμαι πόσο αντιπαθούσα τον Αγκάσι όταν εμφανίστηκε στα τέλη των '80s σαν εξωμήτριο της δεκαετίας που έληγε, με τις έντονες φλουό στολές που έβγαζαν μάτι και την αβυσσαλέα χαίτη (ήταν περούκα τελικά). Για κάποιον που είχε μείνει προσκολλημένος σε μια '70s εικονογραφία του τενίστα με τη λευκή στολή (ελαφρά λεκιασμένη όταν το τερέν ήταν χωμάτινο) και την κορδέλα στα μαλλιά -image βαθιά σφηνωμένο στο μυαλό μετά από πολλά ασπρόμαυρα παιδικά σαββατιάτικα απογεύματα μπροστά στην TV με πρωταγωνιστή τον Μπιόρν Μποργκ και μια ποικιλία αντιπάλων, με αποκορύφωμα τις μονομαχίες με τον Μάκενρο- η εμφάνιση του «παιδιού-θαύματος» από το Λας Βέγκας ήταν τουλάχιστον ανάρμοστη και προσβλητική τόσο για το τένις όσο και για το ροκ, το οποίο ο νεαρός επικαλούνταν για τη χαοτικά κακόγουστη εικόνα του. Παλιές ιστορίες: το τένις εδώ και χρόνια έχει περάσει στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο ρόμποκοπ υπεραθλητών όπως ο Φέντερερ, οπότε οι νεανικές τρέλες του Αγκάσι έχουν παραγραφεί. Ειδικά μάλιστα αν διαβάσει κανείς εκτεταμένα αποσπάσματα (που δημοσιεύτηκαν ως προδημοσίευση στο «Sports Illustrated») από τα απομνημονεύματά του που μόλις κυκλοφόρησαν με τίτλο Open από τις εκδόσεις Knopf. Πρόκειται για την καταγραφή πολλών εποχών στην κόλαση, σ' ένα βιβλίο που δεν μοιάζει με τίποτε αντίστοιχο στον ατέλειωτο κατάλογο σχετικών memoirs σταρ του αθλητισμού, που συνήθως αναλώνονται σε μια επίδειξη αυτοπεποίθησης και διδακτισμού (π.χ. «αποτυχία είναι να μην προσπαθείς» του Μάικλ Τζόρνταν). Το βιβλίο που «έγραψε» (με τη βοήθεια ταλαντούχου επαγγελματία συγγραφέα) ο Αγκάσι είναι ίσως το πιο «αντιαθλητικό» που έχει κυκλοφορήσει ποτέ, και όχι βέβαια επειδή περιγράφει με τόνους ανακούφισης το γλίστρημα του Αμερικανού παγκόσμιου πρωταθλητή στα σκληρά ναρκωτικά τύπου crystal meth («... μένω ξάγρυπνος δυο μέρες. Όταν τελικά κοιμάμαι, είναι ο ύπνος των νεκρών και των αθώων»). Η αφήγηση μοιάζει να προέρχεται από κάποιον που βρίσκεται έγκλειστος σε κάποιο «μπούνκερ» στη φάση της καταστολής:

«Ανοίγω τα μάτια μου και δεν ξέρω πού είμαι ή ποιος είμαι. Καθόλου ασυνήθιστο - έχω περάσει τη μισή ζωή μου χωρίς να ξέρω. Αυτό μοιάζει διαφορετικό πάντως. Η σύγχυση είναι πιο τρομακτική. Πιο ολοκληρωτική... Είμαι ακόμα νέος, σχετικά. Τριάντα έξι. Αλλά όταν ξυπνάω νιώθω 96. Μετά από δύο δεκαετίες γεμάτες σπριντ, άλματα και πτώσεις, δεν έχω αίσθηση του σώματός μου. Ούτε του μυαλού μου. Προσπαθώ να θυμηθώ τα βασικά. Το όνομα μου είναι Άντρε Αγκάσι. Το όνομα της γυναίκας μου είναι Στέφανι Γκραφ. Έχουμε δύο παιδιά, έναν γιο και μια κόρη, πέντε και τριών χρόνων. Ζούμε μόνιμα στο Λας Βέγκας, αλλά αυτήν τη στιγμή μένουμε σε μια σουίτα του ξενοδοχείου Four Seasons στη Νέα Υόρκη, επειδή αγωνίζομαι στο αμερικανικό Open του 2006. Το τελευταίο μου Open. Το τελευταίο μου τουρνουά γενικά. Βγάζω λεφτά παίζοντας τένις, παρόλο που μισώ το τένις. Το μισώ μ' ένα μυστικό και σκοτεινό πάθος, και πάντα το μισούσα...».

Και πολύ μετά, στο ίδιο μοτίβο...«1977. Είμαι επτά χρόνων και παραμιλάω, επειδή φοβάμαι και επειδή είμαι το μόνο άτομο που δίνει σημασία σ' αυτά που λέω. Πίσω απ' την ανάσα μου, ακούω τον εαυτό μου να ψιθυρίζει: "Παράτα τα, Άντρε, απλά παράτα τα. Άσε κάτω τη ρακέτα και φύγε από το γήπεδο, αυτήν τη στιγμή. Δεν θα ήταν τέλειο, Άντρε; Να τα παρατήσεις; Να μην ξαναπαίξεις τένις ποτέ;". Αλλά δεν μπορώ. Όχι μόνο επειδή θα με κυνηγούσε να με σκοτώσει ο πατέρας μου με την ίδια μου τη ρακέτα, αλλά επειδή κάτι μέσα μου, ένας αόρατος μυς κάπου βαθιά, δεν μ' αφήνει. Μισώ το τένις, το μισώ με όλη μου την καρδιά, κι όμως συνεχίζω να παίζω, συνεχίζω να χτυπάω μπάλες όλο το πρωί κι όλο το βράδυ, διότι δεν έχω άλλη επιλογή. Όσο κι αν θέλω να σταματήσω, δεν μπορώ. Παρακαλώ συνεχώς τον εαυτό μου να σταματήσει, αλλά αυτός συνεχίζει, κι αυτό το χάσμα, αυτή η αντίθεση ανάμεσα σ' αυτό που θέλω και σ' αυτό που κάνω, μοιάζει να είναι ο κυρίαρχος της ζωής μου...».

Μιλάμε για πολύ μίσος. Και φόβο. Και παράνοια. Ουσιαστικά το βιβλίο περιγράφει σε πρώτο πρόσωπο αυτό που υποπτεύονται οι περισσότεροι φίλαθλοι που δεν τρώνε αμάσητα τα υποκριτικά παραμύθια περί αθλητικού ιδεώδους: ότι επικρατεί, δηλαδή, μια απίστευτη αγριότητα στον κόσμο του πρωταθλητισμού, μια αλύπητη πίεση, κι ένας φασισμός που υπερκαλύπτει το ταλέντο, την προσωπικότητα, το στυλ, τη φυσική δύναμη, αλλά και μια «παρανοϊκή» κουλτούρα σιωπής και συγκάλυψης. Ο αλκοολισμός π.χ. είναι αποδεκτός, η κατάθλιψη όχι - κάτι που διαπιστώσαμε οδυνηρά με το πρόσφατο τραγικό τέλος του (αυτόχειρα) Γερμανού τερματοφύλακα Ρόμπερτ Ένκε. Σκύβουμε για λίγο το κεφάλι και μετά συνεχίζουμε να θαυμάζουμε αυτόν το βίαιο κόσμο υψηλού επιπέδου αθλητικής αντιπαράθεσης, αφού στην πραγματικότητα δεν θα το θέλαμε αλλιώς το «παιχνίδι»: εμείς είμαστε φτωχοί και άμπαλοι, αυτοί είναι πλούσιοι και διάσημοι. Όλα έχουν το αντίτιμό τους. Η μνησικακία για τα είδωλα είναι συνυφασμένη με τη λατρεία στην ψυχοσύνθεση του οπαδού. Όπως είχε γράψει κι ο ποιητής Τεντ Χιούζ σ' έναν στίχο, «είχα βαρεθεί την μπάλα / αλλά μετά κατάλαβα / τι σήμαινε το παιχνίδι».

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια