Το μικρόβιο του έρωτα»

Εισβολή του παρελθόντος στο Θέατρο Ακροπόλ
3.2.2010

Η πόλη τραγουδάει υψίφωνα κι ας μην ακούγεται. Στο Ακροπόλ ανεβαίνει το παλαιό μουσικοθεατρικό έργο του Κώστα Γιαννίδη (ήτοι του Γιάννη Κωνσταντινίδη, που για ένα διάστημα στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, ψευδονομάστηκε Κόστα Ντόρρες). Η ιστορία αυτού του Ρωμιού από τη Σμύρνη έχει ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί έφτασε στην πατρίδα του μέσω Βερολίνου αλλά κυρίως επειδή είναι παραδειγματική στις αφοσιώσεις του, στους συμβιβασμούς και στη μουσική αντοχή του. Στα δεκαεννιά του, παραμονές της Μικρασιατικής Καταστροφής, αναχωρεί για τη Γερμανία για ανώτερες σπουδές (αντίστιξη, φούγκα, αρμονία και σύνθεση). Δάσκαλοί του: Γιουόν, Ρέσλερ, Έρενμπεργκ και Κουρτ Βάιλ. Εκεί θα γνωριστεί με τον Σκαλκώτα και θα συνδεθούν στενά. Για τις ανάγκες του βιοπορισμού -μια και η οικογένειά του απώλεσε την περιουσία της στη Σμύρνη- θα εργαστεί ως πιανίστας σε καμπαρέ, σε θέατρα και στον βωβό κινηματογράφο.

Με την επιστροφή στα πάτρια (1931), η οποία πάντα ταυτίζεται με κρίση ταυτότητας και σκληρό αναπροσανατολισμό, θα αποκτήσει όνομα χάρη στις συνθέσεις του ελαφράς μουσικής, ήτοι οπερέτες, επιθεωρήσεις, τραγούδια, μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Θα προσπαθήσει, όπως γράφει ο Στ. Βασιλειάδης, «να συνδυάσει το μεράκι με τον βιοπορισμό», χωρίς να εγκαταλείψει δηλαδή την έντεχνη μουσική. Συγκεκριμένα, θα στραφεί προς την επιθεωρησιογραφία και θα συνεργαστεί με τον Δημήτρη Γιαννουκάκη, ανεβάζοντας μια σειρά από οπερέτες: Η κουμπάρα ('31), Κεραμίδια ('33), Κάβουρας ('34), Απεργία ('36), Τιριτόμπα ('36), Κοκέττα ('37), Σιλουέττα ('38), Βιολέττα ('39), Μασκώτ ('39), Μαζινό ('39), Κορίτσια της παντρειάς ('39). Ακόμη σήμερα τα τραγούδια του ανακαλούνται εύκολα στη μνήμη παρά τις δεκαετίες που σάρωσαν κυριολεκτικά τα παρωχημένα ακούσματα. «Θα 'ρθω μια νύχτα με φεγγάρι», «Λες και ήταν χτες», «Συγγνώμη σου ζητώ», «Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου», ερμηνευμένα από τις φωνές της Κάκιας Μένδρη, του Κώστα Μανιατάκη, της Κούλας Νικολαΐδου, της Στέλλας Γκρέκα, της Σοφίας Βέμπο κ.λπ.

Ο Γιαννίδης -που έγραψε τη λαϊκή επιτυχία «Τα νέα της Αλεξάνδρας»- αντιλαμβάνεται ότι το κλίμα της καντάδας, τα τραγούδια της οπερέτας δεν θα αντέξουν στην επιδρομή του ρεμπέτικου (τραγούδι της «κάμας και της ντεκαντάτσιας» κατά τον Ζαχαριάδη) που ασκεί κραταιά κατοχή μέχρι σήμερα στο αθηναϊκό γούστο. Άλλωστε, οι επιθανάτιες τιμές προδίδουν την αλλαγή του αισθητηρίου. Ο Τσιτσάνης πεθαίνει στις 17 Ιανουαρίου 1984 και σύσσωμος ο πολιτικο-καλλιτεχνικός κόσμος δίνει το «παρών». Ο Γιαννίδης πεθαίνει στις 18 του ίδιου μήνα και μονάχα δώδεκα άτομα, φίλοι και συγγενείς, παρίστανται στην κηδεία του. Ας δούμε λοιπόν τι αισθάνεται ο σημερινός θεατής στην παράσταση Το μικρόβιο του έρωτα.

Για όσους είναι άγευστοι παρόμοιων παραστάσεων, το πρώτο που τους αφήνει ενεούς είναι οι φωνές. Συνηθισμένοι στα τραγούδια που ακόμη κι όταν δεν ερμηνεύονται από βραχνοκόκορες φτάνουν σε γνωστές κλίμακες που συχνά μπορούμε να τις ψιλομιμηθούμε, το ακρόαμα που προσφέρει η υψιφωνία σού χαρίζει την ανώτερη ουσία της φωνής, κάτι ανατατικό που ελευθερώνει και συνάμα σκλαβώνει, άγει την ακοή σε μια βαθύτητα ανυποψίαστη και αναγκάζει την όραση σε φθόνο, παρά τα όμορφα κορίτσια. Καθώς μάλιστα το οπερετικό κλίμα επιμένει να είναι ανάλαφρο, σκοπίμως επιπόλαιο και νοσταλγικά περιπαικτικό, η φωνή κερδίζει ακόμη περισσότερο διότι αίφνης αποδεσμεύεται από τη σκηνή και γίνεται πνευματικός αυτοσκοπός. Ενώ η σοβαρότητα ενίοτε κουράζει, η ευτέλεια γενικά απάδει και η κοινοτοπία ακουσίως ασχημονεί, οι φωνές -παραδομένες στον εαυτό τους και εκπληκτικά γενναιόδωρες- αυτονομούνται και γίνονται από μόνες τους το αρχιβασικό σκηνικό γεγονός.

Μέσα σε αυτό το κλίμα εγκάρδιας συνεννόησης και παρατεταμένης εξωστρέφειας όπου προέχει το σκηνικό ξέσπασμα και όχι τα επιμέρους επεισόδια, οι ηθοποιοί αλληλοπροβάλλονται σε αρμονικές αλληλουχίες και ειρωνικές παροντοαπουσίες όπου η φωνητική απόδοση προέχει και η σκηνική ερμηνεία έπεται. Η κριτική πάει περίπατο και καλά κάνει. Άλλωστε, υποφώσκει διαρκώς και η αριστοκρατική υπενθύμιση ότι προσφέρουμε το λίγο που βλέπετε αλλά ασφαλώς είμαστε ικανοί και για ανώτερα, πολύ ανώτερα πράγματα.

Ξεχωρίσαμε τον κομπέρ (συν-πατέρα) Άγγελο Παπαδημητρίου, ο οποίος δεν διαθέτει υψίφωνο άλλοθι και γι' αυτό πιθανώς εντυπωσιάζει με την παρουσία του. Παρά το μέγεθός του, δίνει την εντύπωση ανθρώπου-φτερού που σχεδόν δεν πατάει στη σκηνή. Το κωμικό το φέρει πάνω του κινησιολογικά, λες και κάθε χειρονομία ξεκινά από έναν συλλογισμό που καταλήγει σε σωματική αντίδραση. Τετραπέρατος παλιάτσος, ερμηνεύει και συνάμα φτύνει το νόημα, υποδύεται τη φράση του αφήνοντας την ευεργετική εντύπωση ότι ούτε το 1% του εαυτού του δεν έχει μείνει εκτός ερμηνείας. Από μόνος του είναι μια παράσταση. Δεν τον φαντάζεσαι εκτός σκηνής.

Το κοινό -μην το ξεχάσουμε- ήταν τάλε κουάλε Λυρική Σκηνή. Κατά πλειοψηφία πάνω από τα «ήντα», μεσο-μεγαλοαστοί, με τη γνωστή συντηρητική χροιά παλιάς Ελλάδας, ανταποκρίνονταν τόσο στο θέαμα όσο και στην αφήγηση των συμβάντων από τη ζωή του Γιαννίδη. Η εισβολή του παρελθόντος δεν περιορίστηκε στη σκηνή, άπλωσε πλοκάμια και στην αίθουσα, διότι αλλιώς τι νήμα θα είχε;

Βγαίνοντας, ένας Βαλκάνιος με ακορντεόν μας τραγούδησε στο πεζοδρόμιο το Μπούι, μπούι, μπούι - επιστροφή στην πραγματικότητα.

 

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: Τόμας Πίντσον: Ενάντια στην ημέρα, μτφρ. Γιώργος Κυριαζής, εκδόσεις Καστανιώτης, σελ. 1.234.

Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια