Ενάντια στη μέρα

Το νέο βιβλίο του Τόμας Πίντσον από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
17.2.2010

Αν δεν έχεις γυναίκα, κλέψε μία, έγραφε ο Βάγκνερ στον Νίτσε. Τι γίνεται όμως με τις «πηγές εσωτερικής ισχύος»; Με την Ιστορία, το παγκόσμιο σύστημα, τη μοίρα των ανθρώπων και τελικά με το ίδιο το μυθιστόρημα; Ο Πίντσον «κλέβει» από παντού για να ιδρύσει μιαν αμιγώς αμερικανική πηγή νοήματος. Το δημιούργημά του το θέλει περίπου σαν ιστορικό κυκλώνα με διαφορετικές τρικυμίες κάθε φορά. Ξεκινώντας με την Παγκόσμια Έκθεση στο Σικάγο (1893), τετρακόσια   χρόνια μετά την έλευση του Κολόμβου, αναβαπτίζει τη χώρα του στις μαύρες και στις ρόδινες ιστορίες που την ανέστησαν. Ο «σαδο-αναρχισμός» που του αποδίδεται από τον Μπλουμ -το βαθύτερο στοιχείο του βιβλίου- προφανώς αφορά την πεποίθησή του για τον άνθρωπο, τον χρόνο και τα απώτατα όρια της φιλοδοξίας και βέβαια της αφήγησης.

Ο αφηγηματικός πομπός, περίπου σαν πολύχρωμη σβούρα σε σχήμα γης, δεν ξεμένει ποτέ από πρόσωπα και από μυστηριώδη συμβάντα: από τη μια έχουμε τον πολυκέφαλο θίασο που, είτε στο αερόπλοιο Ινκονβήνιενς είτε στα ορυχεία, είτε στις δυναμιτιστικές εκρήξεις και στις μονομαχίες είτε στα γερμανικά πανεπιστήμια και στα ταπεινά Βαλκάνια, είτε στη Βενετία, στη Μακεδονία και στους έρωτες, συστοιχεί με αλλόκοτες περιγραφές επιστημονικών όσο και παραψυχολογικών συμβάντων. Οι σελίδες για τους διανυσματιστές και τους τετραδονιστές, για παράδειγμα, έχουν εξαιρετική γοητεία, χωρίς να μας μένει η εντύπωση της βαρετής παρέκβασης. Το ίδιο ισχύει στις σελίδες για τον χρόνο, την τέταρτη διάσταση, την τράπουλα του Ταρό, την τέχνη της φωτογραφίας, τον ηλεκτρισμό, το φως, τα όπλα και ό,τι βάλει ο νους μας.

Ο αναγνώστης που δεν έχει διαβάσει το βιβλίο -τον ζηλεύουμε γι' αυτό- ούτε καν μπορεί να διανοηθεί περί τίνος πρόκειται. Ως εκ τούτου, μπορούμε να μιλήσουμε λίγο για την ενδοχώρα του. Το διάχυτο στοιχείο είναι ο τυχοδιωκτισμός, η αναρχόβια ζωή, η ανένταχτη ύπαρξη που ενσαρκώνεται σε πρόσωπα τα οποία ανατέλλουν και δύουν ανάλογα με την περίσταση, το γεωγραφικό σημείο και την ωρίμανση των συνθηκών του επερχόμενου πολέμου. Αν εξαιρέσουμε το μάτι του αφηγητή, τίποτε άλλο δεν παραμένει διαρκώς παρόν. Η σβούρα γυρίζει και εκ περιτροπής -με υπέροχο ροτέϊσον- έχουμε αφίξεις επί αφίξεων και καραβοτσακίσματα επί καραβοτσακισμάτων. Παρακμιακός βούρκος κραιπάλης; Παραθρησκευτικές και σαμανικές ιεροτελεστίες που πιθανώς επέχουν θέση αφηγηματικών μπαχαρικών; Μύηση σε αορασίες κάθε λογής; Η στρατηγική της αφήγησης εναλλάσσει τον εξωτισμό με την ανάγκη της να «απαχθεί από το άγνωστο», τη ροπή προς το έγκλημα με έναν ορίζοντα επιστημονικών θαυμάτων, την ανθρωπογνωσία με τη μισανθρωπία.

Ο Πίντσον κατατρύχεται από το φόβο ότι ποτέ δεν βλέπουμε αυτό που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας. Και σωστά, διότι δεν πρόκειται για αντικείμενο αλλά για μια συνθετικότητα συγκινήσεων, η οποία πάει χαμένη 99 φορές στις 100, απλά και μόνο επειδή κανείς δεν μπορεί να επινοεί σε κάθε σελίδα κάτι πρωτοφανές. Αυτός βέβαια το επιχειρεί. Άλλωστε είναι φανερό ότι έχει πάρει εξιτήριο από τη λέσχη των «υγιών» και των «παραδοσιακών» ανθρώπων. Πιθανώς γι' αυτό δίνει την εντύπωση ότι η αγχίνοιά του, η αδιάπτωτη εφευρετικότητα και η σφοδρή ροπή προς το διαισθητικό και το ανεξήγητο οφείλονται στο γεγονός ότι «κάτι παίρνει», κάτι άλλο μιλάει μέσα του και καθιστά κάθε ίνα του μυαλού ικανή να φτύσει μαργαριτάρι ή ισλανδική κρύσταλλο. Παντού το απροσδόκητο: (...σαν καμπανάκι που χτυπάει μέσα στα κόκκαλά της· ακούει μια χαρά, αλλά σαν τα φίδια, με το δέρμα· η φωνή του Μερλ άρχισε να σπάζει σε μικρούς τριγμούς θυμηδίας· να τον οδηγήσουν τόσο βαθιά μέσα στο μυαλό του ώστε να μην μπορέσει πια να βρει τον δρόμο να ξαναβγεί).

Ο Πίντσον «αγοράζει» μυαλό όπου το βρει. Μάλλον δεν σέβεται την ακαδημαϊκή λογοτεχνία, απόδειξη ότι Χένρυ Τζαίημς και Πριγκίπισσα Καζαμάσσιμα διαβάζει μόνο ο σκύλος Πάγκναξ του βιβλίου. Διαπιστώνουμε δάνεια από θρησκείες, ιερατεία, τελετουργίες· από την τράπουλα Ταρό, τη μαγεία και την Καββάλα· από την αλητεία, την εγκληματικότητα και τον υπόκοσμο· από την επιστήμη, τους αιθεριστές και τους μεταλλιστές· από την Ιστορία, τους πολέμους και τις μειονότητες. Τρομερό αλαλούμ, το οποίο στα χέρια ενός ερασιτέχνη θα κατέληγε σε παρωδία, ενώ εδώ νιώθουμε να τίθεται σε δοκιμασία η ίδια η μορφή της αφηγηματικότητας η οποία, εκτός των άλλων, έχει και τρισεύγενη πρόθεση: χωρίς την παρανοϊκή, τη νοσηρή και ακατάσχετη διάσταση της πραγματικότητας, η λογοτεχνία θα παραμείνει άνεργη ή ανούσια. Ως εκ τούτου οι αναβαθμίδες της οικοδομής έχουν ειδικά μυστικά.

Όταν πρόκειται για ατόφια Ιστορία (Αψβούργοι, Ρωσία, σλαβοφιλία, Εβραίοι, Βαλκάνιοι, Γερμανοί, Μεξικάνοι), οι παραμορφώσεις μένουν κατά μέρος. Το πλαίσιο προέχει. Αντίθετα, η γόνιμη παράνοια του συγγραφέα φέρεται και παραφέρεται όταν το συμβάν διατηρεί απόκρυφες συνδέσεις με τα πρόσωπα, το ιστορικό δεδομένο μετατρέπεται σε βίωμα και οι αποφάσεις των ηρώων αδυνατούν να ανταγωνιστούν τη δύναμη των πραγμάτων. Όσο για την αδυναμία μας να συλλάβουμε το κίνητρο της όλης σύνθεσης, αυτό δεν είναι παρά ο ίδιος ο μύθος της Αμερικής - η Άγρια Δύση διανθισμένη με Ευρώπη, πολέμους, επιστήμονες, πανεπιστήμια, σοδομίτες, πεθαμένους και ένα ομολογημένο μεγαλείο που συντηρείται από τους συκοφάντες του. Ο μεταφραστής Γιώργος Κυριαζής έκανε ένα ακριβό δώρο στον αναγνώστη του.

 

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: Βάσω Ψιμούλη: Μάρκος Μπότσαρης, ΤΑ ΝΕΑ, Ιστορική βιβλιοθήκη. (Επίσης, της ιδίας: Σούλι και Σουλιώτες, Εστία).

1 Σχόλια
ball and chain 7.9.2012 | 13:08
μολις χθες μου το χαρισαν κ ειπα να δω την γνωμη του Παπαγιωργη.Πρωτος μου Πιντσον κ ειδωμεν.
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια