Λεωνίδας Κύρκος

Μεταξύ εξομολόγησης, αναπόλησης και κριτικής οι αναμνήσεις του από την άγρια ιστορία της Ελλάδας.
24.2.2010

Όποιος έχει υποφέρει, οφείλει -στα στερνά του τουλάχιστον- να κρατήσει τον ρόλο του Νέστορα. Ειδικά στην πολιτική, όπου το αμοιβαίο μίσος ήταν καθημερινό ψωμί στις εγχώριες συγκρούσεις, οι άνθρωποι της Αριστεράς μπήκαν σε βάσανα που δεν επέτρεπαν ψυχική ελευθερία, σύνεση και την απαραίτητη πάντα ιδεολογική σεισάχθεια. Εξορίες, βασανιστήρια, εκτελεσμένοι συναγωνιστές, σκληρές αδικίες και σύνδρομο παρία στην ίδια τους την πατρίδα, η «ήττα» κυρίως διέπλασε κληρονόμους του Εμφυλίου που μισήθηκαν, διώχθηκαν και παραταύτα κατόρθωσαν να δείξουν ανθρώπινο πρόσωπο - στις καλύτερες στιγμές τους. Γενναιόδωρη σε θύματα, η Αριστερά -μακριά από την εξουσία πάντα- διέπρεψε σε ανιδιοτέλεια και ζυμώθηκε με το προσωπικό και το ιστορικό δράμα. Ευνόητο λοιπόν ήταν ο αριστερός λαός να αναδείξει επαξίως πλειάδα συγγραφέων, πεζογράφων, ποιητών και ιστορικών που διέσωσαν τον ψυχισμό του αγώνα, μια και το λευκό χαρτί στέκει πάντα θερμός σύμμαχος του «αδικημένου» και του διωκόμενου.

Δεν μας κάνει εντύπωση ότι ο Κύρκος με τις Στιγμές ΙΙΙ, που κινούνται μεταξύ εξομολογήσεως, αναπολήσεως και κριτικής, προσφέρει υποθήκες στον αναγνώστη του που δεν έχουν την παραμικρή δόση μνησικακίας, οργής ή δικαιολογημένης εχθρότητας. Άλλωστε, ως πολιτικός θεωρήθηκε πάντα προσωπικότητα γενικής αποδοχής, περίπου «άνθρωπος για όλες τις εποχές». Διηγούμενος τη σύλληψή του, μαζί με τον Μανώλη Γλέζο, από τη Χούντα, θυμάται ότι κάποιος φρουρός αστυφύλακας, ενώ κρατούνταν στην Μπουμπουλίνας, πλησίασε λάθρα το κελί του για να του δώσει ένα πεντακοσάρικο (πολλά λεφτά τότε), λέγοντας: «Είμαι από τη Μεσσαρά, πάρε αυτό και μην πεις σε κανέναν τίποτα». Και συμπεραίνει ο Κύρκος με αυτή την απροσδόκητη παράγραφο: «Τι κάναμε μωρέ! Όλος αυτός ο κόσμος ήταν φτωχόπαιδα, αγροτόπαιδα. Ψάχνανε για ένα κομμάτι ψωμί, για μια θεσούλα κάτω από τον ήλιο. Κι εμείς τους στήναμε απέναντι, τους φτύναμε, τους βρίζαμε, τους ρίχναμε στην αγκαλιά των κοινών μας εχθρών, των εκμεταλλευτών, των καταπιεστών. Όχι πως ήταν άγγελοι. Ανάμεσά τους υπήρχαν αναμφίβολα και πολλοί έτοιμοι να πουλήσουν την ψυχή της μάνας τους για να καλοπιάσουν τους ανωτέρους. Και η διαπαιδαγώγηση που τους έκαναν ήταν γεμάτη μίσος για τον "εσωτερικό εχθρό", τους αριστερούς, τα "κομμούνια". Αλλά ήθελε μια προσέγγιση πιο προσεκτική. Αυτό το τσουβάλιασμα "όλοι ίδιοι είναι" τους έκανε όλους εχθρούς. Ποιος κέρδιζε;».

Δυο φορές αναφέρονται οι Ρώσοι μέσα στο βιβλίο, αλλά και τα δύο συμβάντα είναι έκτακτα. Η πρώτη αναφορά έχει σχέση με την επίσκεψη του Κύρκου στη Σιμωνόπετρα, όπου πήγε παρά τις ευνόητες επιφυλάξεις του. Τους υποδέχθηκε ο ηγούμενος Αιμιλιανός και ακολούθησε το καθιερωμένο γεύμα. Παρακολουθώντας τον καταμερισμό των εργασιών του κοινοβίου, ο Λεωνίδας το συγκρίνει -και όχι άδικα- με την κοινοβιακή «τους» ζωή στις φυλακές και στις εξορίες. Αλλά η έκπληξη ήρθε από τον γέροντα Φίλιππο, που τους διηγήθηκε την επίσκεψή του στη Μόσχα. Η σοβιετική κοινωνία έτρεφε μεγάλη υπόληψη για το Άγιο Όρος. Μάλιστα, στο δείπνο που παρέθεσε ο Πατριάρχης στο Κρεμλίνο παρίστατο και ο επίτροπος επί των Θρησκευτικών Τιχόνοφ, ο οποίος, αφού εξομολογήθηκε στον Φίλιππο ότι η οικογένειά του τον προόριζε για μοναχό, του ζήτησε -όταν επισκεφθεί το ρώσικο μοναστήρι- να προσευχηθεί για τη σωτηρία της ψυχής των δικών του. Ο επίτροπος της «άθεης» κυβέρνησης της ΕΣΣΔ του ζητούσε να προσευχηθεί για τη σωτηρία της ψυχής του και να του στείλει επιπλέον μια φούχτα γης, όχι μέσω του κανονικού ταχυδρομείου! Με την επιστροφή του στο Όρος, ο Φίλιππος πήγε για ψώνια στην Ουρανούπολη και όταν ξετύλιξε τα ψάρια έμεινε σύξυλος: ήταν τυλιγμένα στην εφημερίδα «Καθημερινή» και πρωτοσέλιδα είδε τον Ανδρέα Παπανδρέου να υποδέχεται τον πρωθυπουργό της ΕΣΣΔ που δεν ήταν άλλος από τον Τιχόνοφ!

Η δεύτερη αναφορά σχετίζεται με την πρόσκληση του Χαρίλαου Φλωράκη -που γνώριζε τη ρωσική- προς ορισμένα στελέχη της ΕΑΡ για να παρακαθήσουν σε ένα γεύμα που παρέθετε ο πρεσβευτής της ΕΣΣΔ Σλούσαρ. Εκεί ο Κύρκος ξεσπάθωσε για τα καλά απευθυνόμενος στον Ρώσο πρεσβευτή:

«Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να οδηγήσετε αυτό το υπέρλαμπρο κίνημα από τα ύψη του μεγαλείου στα τάρταρα της ήττας; Μια λέξη του Στάλιν θα εμπόδιζε τον Ζαχαριάδη να ακολουθήσει την τυχοδιωκτική πολιτική του εμφυλίου πολέμου, που γέμισε την Ελλάδα τάφους και ερείπια. Και πού είναι η διεθνικιστική βοήθεια που είχατε υποσχεθεί; Το τηλεγράφημα του τάδε δημοτικού σχολείου της Ουκρανίας, που δόξαζε τους αγωνιστές που μάχονταν κατά της ιμπεριαλιστικής αγγλοαμερικανικής επίθεσης και αυτό ήταν; Και ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να διασπάσετε το ελληνικό κίνημα και να λούζετε με τις χειρότερες βρισιές του πολιτικού υβρεολογίου τη μια πλευρά που σηκώνει το εσωτερικό το βάρος του αγώνα;».

Ο Κύρκος ομολογεί ότι ντρέπεται κάθε φορά που θυμάται το ξέσπασμά του, όχι βέβαια για τα όσα είπε, άλλα επειδή παραβίασε σε όλα τα σημεία τον κώδικα φιλοξενίας. Ήταν σαν να τους είχε παρασύρει σε ατιμωτική παγίδα.

Έχει ο καιρός γυρίσματα.

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: Λεωνίδας Κύρκος: Στιγμές ΙΙΙ, Εστία.

Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια