Κυδώνια και συμπάθεια!

8.12.2010

Κυριακη 5/12

Εγώ καταλαβαίνω την πτώση της θερμοκρασίας από τη συμπεριφορά των γάτων μου. Πιάνει κρύο, ανάβει η θέρμανση, αυτές κολλάνε πάνω στα καλοριφέρ και κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Σήμερα, είναι κάπως έτσι πάλι, αν και τις βλέπω διστακτικές. Σου λέει, μέχρι το απόγευμα θα σκάσει κάνας καύσωνας πάλι. Είμαστε όλοι πολύ ζαλισμένοι με αυτό τον καιρό, που όχι μόνο δεν λέει να κρυώσει αλ- λά ούτε να ρίξει καμιά καταιγίδα να εκτονωθούν τα πνεύματα, που είναι τεταμένα. Εγώ, πάντως, έχω λουφάξει γενικότερα, κάθομαι και
περιμένω να κλείσουμε, να πάω στο νησάκι μου. Πρώτη φορά ανυπομονώ να πάω, κι ας έχει τριάντα βαθμούς. Τους έχω πεθυμήσει όλους πολύ και θα χαρώ που θα κάνω Χριστούγεννα με την ανιψιά μου. Πάντως, στο γραφείο ακούνε πως θα πάω να κάτσω έξι μέρες κι έχουν αρχίσει τα στοιχήματα πως το έξι μάλλον θα γίνει τρία πολύ σύντομα. Εγώ, πάλι, επειδή αγαπώ την Αθήνα και θέλω αυτή η σχέση να κρατήσει, θα λείψω λίγο πριν αρχίσω να σπάω τζάμια και βιτρίνες από τα νεύρα μου. Αθήνα, σε αγαπώ, αλλά έχεις γίνει μαρτύριο. Σ' αγαπώ, όμως. Το μεσημέρι ετοιμάζω μια πατατοσαλάτα. Βράζω τις πατάτες σε αλατισμένο νερό και όταν είναι έτοιμες, τις σουρώνω και τις κόβω σε κύβους, όπως είναι, με τη φλούδα. Προσθέτω ψιλοκομμένο κρεμμύδι, φρέσκο κόλιανδρο και ετοιμάζω το εξής ντρέσινγκ: πολτοποιώ μία σκελίδα σκόρδου, μαζί με μισή κουταλιά αλάτι, μισή κουταλιά κύμινο, χυμό λεμονιού, δύο κουταλιές χαρίσσα και ελαιόλαδο. Περιχύνω τις πατάτες και ανακατεύω όσο είναι ζεστές. Αυτό είναι κυρίως γεύμα από μόνο του, δεν θέλει τίποτ' άλλο, ένα ποτήρι κρασί ίσως και μια σοκολατίνα παλιομοδίτικη για μετά. Ευτυχώς, έχουμε ένα κουτί ολόκληρο από το Ελληνικόν. Φοβάμαι πως όσο πέφτει η θερμοκρασία, άλλο τόσο εγώ δεν θα πηγαίνω στο γυμναστήριο. Βοήθεια.

 

Δευτερα 6/12

Διασχίζω το έρημο κέντρο, πάω σπίτι μου. Την τρέμω αυτήν τη μέρα. Κάπου μεταξύ Βουκουρεστίου και Ακαδημίας με πιάνει το δακρυγόνο. Μάτια πρησμένα αφύσικα, μύτες που στάζουν, δεν αναπνέω καθόλου. Ούτε πριν δύο χρόνια δεν είχα πάθε κάτι τέτοιο, σκέφτομαι. Μάλλον τα καινούργια δακρυγόνα είναι πιο «φρέσκα» και σε σκοτώνουν πιο γρήγορα. Μέχρι να ανέβω την ανηφόρα, πάντως, ήμουν για νοσοκομείο. Η ησυχία στους δρόμους είναι εφιαλτική. Πώς γίναμε έτσι, πάλι; Στην κουζίνα καθαρίζω κυδώνια. Τα κόβω σε τέταρτα και αφαιρώ κουκούτσια κ.λπ. Τα ραντίζω με χυμό λεμονιού. Σε μια κατσαρόλα πρώτα τα βράζω να μαλακώσουν λίγο και μετά τα βάζω σε ένα ταψί με το μισό νερό της κατσαρόλας, δύο ποτήρια ζάχαρη, τρία ξυλαράκια κανέλας και μερικούς κόκκους μαύρο πιπέρι. Τα ψήνω σε μέτριο φούρνο. Όσο ψήνονται, το σιρόπι δένει και αυτά τα ασχημόπαπα της κουζίνας μετατρέπονται σε αριστουργηματικούς κύκνους. Είναι εντυπωσιακό πώς το άρωμα από ένα ταψί με κυδώνια μπορεί να σβήσει -έστω και για λίγο- όλα τα αρνητικά που σκέφτεσαι. Τα στοιβάζω, όπως βγαίνουν καυτά από το φούρνο, πάνω σε παγωτό βανίλια, και δεν τσιγκουνεύομαι το σιρόπι. Θρυμματίζω κάτι μπισκότα αμαρέτι, ένα μοναδικό τουρλού ιδανικό γι' αυτήν τη νύχτα που όλα είναι για λίγο κάπως. Στην τηλεόραση βλέπω μια παλιά ταινία, το Paths of glory. Ένα αντιπολεμικό αριστούργημα, από τις πρώτες ταινίες του Κιούμπρικ. Στο τέλος ένα τσούρμο από εξαγριωμένους στρατιώτες κάθεται σε μια ταβέρνα με μια αυτοσχέδια σκηνή. Ένα τύπος σέρνει στη σκηνή μια κοπέλα. Των στρατιωτών, με το που την κοιτάνε, τρέχουν τα σάλια τους, ούτε σε ζώο τέτοια αντίδραση. Αυτή, δακρυσμένη, τρομοκρατημένη, αρχίζει να τραγουδάει ένα νανούρισμα. Η αθωότητά της απλώνεται σαν ομίχλη στην ταβέρνα. Η αγριότητα, αυτός ο παρεξηγημένος πανικός των στρατιωτών, μετατρέπεται σε κάτι άλλο. Σιγά σιγά όλοι συγκινούνται, σαν να επέστρεψαν στο σπίτι τους το πατρικό. Και, βεβαίως, η κοπέλα γλιτώνει το λιντσάρισμα. Μια επική σκηνή. Σκέφτομαι πως κάπως έτσι λειτουργούν και τα κυδώνια αυτήν τη βραδιά. Καθησυχαστικά, σε απομακρύνουν από την αγριότητα. Όσο έχουμε τα γλυκά, θα έχουμε και παρηγοριά. Την άλλη βδομάδα αρχίζουν οι μπελάδες με τα Χριστούγεννα, να μάθω να φτιάχνω κουριαμπιέδες! Σας φιλώ!

Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια