Ο κύριος Ζαμπίκος, γραμμένο με μπλε Parker, Rollerball

Ο Ευθύμης Φιλίππου συναντά πρόσωπα που του λένε ιστορίες
ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΘΥΜΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
22.2.2012

*Πολυκατοικία που δεν βλέπει θάλασσα, απέναντι από το πατρικό σπίτι της Αγγελικής.

 

Κύριε Ζαμπίκο, μπορείτε να μου μιλήσετε για διάφορα πράγματα γενικά, σας παρακαλώ;

Ήταν ένα μεγάλο διαμέρισμα και στο σαλόνι είχαμε έναν πίνακα, του Γιαννακόπουλου νομίζω, μ’ έναν φαντάρο που πεθαίνει με ένα γράμμα στα χέρια και απέναντι από αυτόν ήταν ένας άλλος, τεράστιος πίνακας, πάρα πολύ βρόμικος, καθώς δεν τον είχε καθαρίσει ποτέ κανείς, αντίγραφο κάποιου ελαφρώς αναγεννησιακού ταμπλό, με μια τσιγγάνα που διάβαζε την παλάμη ενός βοσκού, ό,τι κι αν σας λέει αυτό. Κάθε χρόνο παίρνανε τον πίνακα με τον φαντάρο για περίπου ένα μήνα γιατί γινότανε μια έκθεση στο Ζάππειο για την πολεμική αρετή των Ελλήνων. Στο δωμάτιό μου είχε καεί λίγο ένας τοίχος γιατί έπαιζα συχνά αυτό το παιχνίδι με τα σπίρτα, ξέρεις, που βάζεις το σπίρτο όρθιο στο σπιρτόκουτο και μετά το εκσφενδονίζεις με το δάχτυλο και το σπίρτο ανάβει και πετάγεται, ξέρεις. Εκεί μεγάλωσα, σε αυτό το σπίτι στην οδό Σκουφά, σε μια παλιά πολυκατοικία, προπολεμική πολυκατοικία, παλιά. Έχουν ρίξει κάτω όλα τα κτίρια του Ζενέτου και αυτό που τους νοιάζει είναι να μη χαθούν τα νεοκλασικά, τα ακροκέραμα, τα μπαλκονάκια 80x1,24, οι καλύβες του μπαρμπα-Θωμά. Εμένα δεν μ’ αρέσουν τα κτίρια. Προσπαθώ να μη μ’ αρέσουν τα κτίρια γιατί είναι πολύ επικίνδυνο αυτό για έναν αρχιτέκτονα. Ο πατέρας μου πέθανε χωρίς να έχει δει τα αρχαία του Μουσείου της Ακρόπολης. Εγώ θα πεθάνω, έχοντας δει τα αρχαία του Μουσείου της Ακρόπολης. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτούς τους δύο νεκρούς είναι χαώδης. Σταματάει να έχει σημασία και το κτίριο του μουσείου, δηλαδή, κάποια στιγμή. Τώρα μένω στην Πλάκα. Τώρα η Πλάκα μού φαίνεται νεκρή. Καταλάβατε; Δείτε, σας παρακαλώ, τις πολυκατοικίες στην παραλιακή. Δείτε τες και θα καταλάβετε πως τσακώνεται η μία με την άλλη για να μην είναι διαφορετική, για να μοιάζουν με τις πίσω πολυκατοικίες που δεν βλέπουν στη θάλασσα*. Οι πολυκατοικίες στην παραλιακή βλέπουν τη θάλασσα και προσποιούνται ότι δεν την βλέπουν και αυτό είναι τραγικό, να το ξέρετε.

 

Τα χρόνια του σχολείου ήτανε τα χειρότερα χρόνια της ζωής μου, συνειδητοποιούσα ότι πολλοί συμμαθητές μου σχεδόν το ευχαριστιόντουσαν και δεν μπορούσα για 12 χρόνια να μιλήσω με κανέναν για το πόσο αδιάφορο με άφηνε αυτή η υποχρεωτική διαδικασία, οπότε δεν μπορώ να σας πω ότι θυμάμαι με νοσταλγία κάτι. Πήγα σχολείο στο Κολέγιο κι εντάξει, ακόμα έχω μερικούς φίλους από τότε, αλλά όχι, δεν ξέρω αν είναι φίλοι, φίλος είναι κάποιος που είναι στη Μινεσότα ή στη Νέα Υόρκη και ξέρεις ότι μπορεί να μην τον ξαναδείς ποτέ, ενώ σε μια μικρή πόλη, όπως το Αγρίνιο ή η Αθήνα ή οι Συρακούσες, βαφτίζουμε τους ανθρώπους φίλους μας από συνήθεια, επειδή τους βλέπουμε αναγκαστικά συνέχεια μπροστά μας και αυτό είναι τόσο άδικο γι’ αυτούς γιατί υπό άλλες συνθήκες, πραγματικές συνθήκες, θα μπορούσαν όλοι αυτοί να ήταν πραγματικοί φίλοι μας. Εντάξει, δεν είναι τόσο, αλλά καταλαβαίνετε τι εννοώ, το τεστάρισμα των ανθρώπων, αυτό, δεν είναι εύκολο στη μικρή αυτή πόλη.

 

 

Ήμουνα μέτριος μαθητής, έδωσα 2 φορές εξετάσεις, ετοίμασα τα χαρτιά μου για Αγγλία και Καναδά κι επειδή η Αγγλία ήταν φτηνότερη, πήγα εκεί. Αλλά είναι τόσο παλιά όλα αυτά που σας λέω, που, όταν φύγετε, θα θυμηθώ ότι τα πράγματα δεν έγιναν έτσι ακριβώς όπως σας τα περιγράφω τώρα, αλλά κάπως αλλιώς, γιατί έτσι γίνεται συνήθως όταν μιλάς για κάτι που συνέβη παλιά. Υπάρχει στην αρχιτεκτονική ένας εσωτερικός κώδικάς. Δεν μπορώ να σας υποσχεθώ ότι δεν θα σχεδιάσω ποτέ μια φυλακή ή ότι δεν θα φτιάξω ποτέ μια χρυσή κορνίζα, καταλάβατε, δεν πάει έτσι. Στην Ελλάδα μπορεί μια γριά που μένει σ’ ένα χωριό ενός βουνού να σου αναφέρει λέξεις όπως ΦΕΚ και δεκαεννιάρι MDF. Το ότι αυτή η γριά αναφέρει τη φράση δεκαεννιάρι MDF είναι πολύ σοβαρό πρόβλημα για την αρχιτεκτονική. Πρέπει συνεχώς να εφευρίσκει κανείς επιχειρήματα που να ακούγονται σωστά στ’ αυτιά των μισοκαλλιεργημένων πελατών και μετά εσύ αρχίζεις να προτείνεις πράγματα που δεν θα πρότεινες ποτέ στον ίδιο σου τον εαυτό κι αρχίζεις ν’ αυτολογοκρίνεσαι, αλλά όχι γιατί αυτός απέναντί σου το ζητάει, όχι, αυτό θα ήταν πολύ κινηματογραφικό, «κάνε αυτό που σου λέω αμέσως γιατί θα χάσεις την δουλειά σου», όχι, όχι, αυτολογοκρίνεσαι γιατί θες να είσαι αρεστός σε αυτόν που έχεις απέναντί σου και που περιμένει από σένα κάτι πολύ συγκεκριμένο και αυτό πρέπει να κάνεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι ο ψιλομαλάκας, ο μαλάκας και ο χοντρομαλάκας είναι και οι τρεις στο τέλος μαλάκες, είναι και οι τρεις το ίδιο. Ίσως ένας αρχιτέκτονας θα έπρεπε κανονικά να φτιάξει μόνο μια μονοκατοικία στη ζωή του, μόνο ένα διαμέρισμα, μόνο ένα γραφείο κ.λπ. με την έννοια ότι ένας άνθρωπος έχει μόνο μια εικόνα για το πώς πρέπει να είναι μια μονοκατοικία. Γι’ αυτό παραδέχομαι όλους αυτούς που κάνουν πάντα μονοκατοικίες που μοιάζουν μεταξύ τους, που είναι σαν ίδιες, αυτούς που σχεδιάζουν, ψιθυρίζοντας «Εγώ έτσι πιστεύω ότι πρέπει να είναι μια μονοκατοικία κι έτσι φτιάχνω τις μονοκατοικίες όλη μου τη ζωή». Το προτιμώ αυτό γιατί μου φαίνεται το πιο ειλικρινές πράγμα του κόσμου. Υπάρχουν τρεις κατηγορίες αρχιτεκτόνων. Οι αρχιτέκτονες, οι αρχιτέκτονες αρχιτέκτονες και οι αρχιτέκτονες πελάτες. Οι αρχιτέκτονες είναι οι αρχιτέκτονες, οι αρχιτέκτονες αρχιτέκτονες είναι αυτοί που ουρλιάζουν με την πρώτη ευκαιρία ότι είναι αρχιτέκτονες και που ό,τι κάνουν στη ζωή τους είναι «αρχιτεκτονικό», και οι αρχιτέκτονες πελάτες είναι αυτοί που ό,τι κάνουν στη ζωή τους είναι αυτό που τους λένε οι πελάτες τους να κάνουν. Στις τρεις αυτές κατηγορίες υπάρχουν και ταλαντούχοι και ατάλαντοι άνθρωποι. Είναι τόσο κλισέ, φοβάμαι, όλα αυτά που σας λέω τόση ώρα. Όταν ένας άνθρωπος σου ζητάει ένα τριάρι με λουτρό και σαλόνι δεν πρέπει να του δίνεις «τη σχέση της υφής της μητρόπολης με τον κάνναβο της ιστορίας και το ίζημα αυτής στο τρίτο της στρώμα». Όχι, πρέπει σε αυτό τον άνθρωπο να δώσεις απλά ένα τριάρι και πρέπει να φτύσεις αίμα και να χαλάσεις λεφτά που δεν έχεις και να βρεις χρόνο που δεν έχεις για να βρεις πώς σκατά θα είναι αυτό το γαμωτριάρι. Έχω ένα μικρό πρόβλημα με αυτό που λένε ελληνική ποιοτική μουσική ή έντεχνη μουσικούλα, αυτή με τον δουλεμένο στίχο, η μουσική που έχει λίγο ούτι. Δηλαδή δεν μου αρέσει καθόλου. Έχω κάποιους αυτοματισμούς, έχω στη συμπεριφορά μου εννοώ, και που μετά, όταν σκέφτομαι πώς αντέδρασα, θα προτιμούσα να είχα συμπεριφερθεί αλλιώς. Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω με μία λέξη έναν αντιπαθητικό άνθρωπο, θα διάλεγα τη λέξη άπλυτος και με τρίχες σε άσχετα σημεία. Άπλυτος όχι με την έννοια του μπάνιου, όχι άστεγος άπλυτος, αλλά άπλυτος με την έννοια του ιδρωμένου που έχει κάνει μπάνιο πριν από λίγη ώρα, του γλιτσερού, του ανθρώπου που τα μέσα του και τα έξω του είναι πολύ κοντά. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω και αν καταλαβαίνετε τι εννοώ. Γι’ αυτό μου αρέσουν οι Αμερικάνοι. Οι Αμερικάνοι συνήθως μυρίζουν σαπούνι και αγαπάω πολύ τη μυρωδιά του σαπουνιού. Δεν τρώω ποτέ κουνουπίδι ογκρατέν. Αν έχετε προσέξει, τα ωραία ρούχα υπάρχουν μόνο σε μαύρο χρώμα. Η άσφαλτος είναι το πιο καθαρό πράγμα στον κόσμο. Θα μπορούσα να περπατάω ώρες ξυπόλυτος σ’ έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Θα μπορούσα να πάω μέχρι τον Πειραιά έτσι. Καταλαβαίνετε; Αλλά δεν αντέχω τη σάπια ύλη, γι’ αυτό δεν μου αρέσει η μυρωδιά του κουνουπιδιού ογκρατέν. Όταν μου έρχεται ένα πιάτο με φαγητό αφήνω πάντα το κομμάτι που μου αρέσει για το τέλος, π.χ. τις καλές τηγανητές πατάτες, που είναι πιο τραγανές από τις υπόλοιπες πατάτες του πιάτου.

 

Κύριε Ζαμπίκο, κι εγώ αφήνω τις πιο τραγανές τηγανητές πατάτες του πιάτου για το τέλος.

Αν το κάνετε κι εσείς, προσέξτε. Σταματήστε το. Καμιά φορά δεν προλαβαίνεις να φας το καλό κομμάτι κι όσο περνάνε τα χρόνια δεν προλαβαίνεις πολλές φορές το καλό κομμάτι και όταν μιλάμε για πατάτες είναι οk, αλλά όταν σας συμβεί με ανθρώπους είναι τραγικό, τραγικό.

Ο Άρης Ζαμπίκος είναι 18 ετών. Το θέμα που έπεσε στις εξετάσεις του ελεύθερου σχεδίου όταν έδωσε ήταν μια μαύρη ζακέτα γεμάτη αίματα, μελάνια ραπιτογράφων, σορμπέ μάνγκο, σορμπέ μανταρίνι κι άλλο ένα με φούξια χρώμα, αφημένη στο γραφείο ενός θυρωρού μιας πολυκατοικίας στη Βουλιαγμένη, που στις σκάλες το νερό δεν είχε στεγνώσει ακόμα και ήθελε μεγάλη προσοχή για να μην πέσει κανείς. Δεν έχει σπουδάσει ποτέ γλυπτική. Το Σάββατο και την Κυριακή δεν προγραμματίζει ραντεβού γιατί παρακολουθεί αρχιτέκτονες με κάτι αρβύλες του ‘81 που πηδάνε από μπαλκόνια 80x1,24 ψηλών κτιρίων. Το γραφείο του είναι στους 2 τελευταίους ορόφους ενός ψηλού κτιρίου.
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
6 Σχόλια
avatar
Ανώνυμος/η 23.2.2012 | 10:07

Βασανισμένοι άνθρωποι οι αρχιτέκτονες στη χώρα των εργολάβων.

Όσο για την τραγανή τηγανητή, καλύτερα να τρώγεται ζεστή.
arla85 26.2.2012 | 02:41
Μα πόσο δε χορταίνω ποτέ τις συνεντεύξεις του Ευθύμη...
avatar
Ανώνυμος/η 26.2.2012 | 08:48
Με έκαψε άπειρα η συνέντευξη...(την έπινα και πριν!)
avatar
Ανώνυμος/η 26.2.2012 | 10:12
Ο Άρης Ζαμπίκος είναι υπέροχος!
avatar
Ανώνυμος/η 10.3.2012 | 13:13
Επειδή κι εγώ αφήνω πάντα τις καλύτερες πατάτες για το τέλος και γενικά τρώω αργά, πάντα φοβόμουν τα αρπακτικά που έχοντας τελειώσει τη μερίδα τους σε κοιτούν με μάτια ακόρεστα και περιμένουν να τους προσφέρεις κάτι από το πιάτο σου. Συνήθως τώρα πια προς το τέλος συγκεντρώνομαι στο πιάτο μου και απολαμβάνω τις τελευταίες μπουκιές διακόπτοντας κάθε επικοινωνία με τους συνδαιτημόνες μου.
avatar
Ανώνυμος/η 11.3.2012 | 17:37
Δεν ξερω ποιος ειναι αυτος ο Ζαμπικος,παντως κουβαλαει μπολικη τρελλα...
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια