Η πλαστή πραγματικότητα του Γιάννη Αστερή. Aπο τον Κωστή Παπαγιώργη

Στο δεύτερο βιβλίο του ο νεαρός συγγραφέας παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον δείγμα γράφης.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ
22.1.2014

Πολλοί από τους φίλους που άρχισαν να πεζογραφούν πριν από μερικές δεκαετίες θεωρούσαν απαράγραπτο αξίωμα το απλό γεγονός ότι για να διαβαστεί ένα βιβλίο θα πρέπει να μοιάζει λίγο πολύ με την πραγματικότητα. Όπερ σήμαινε ότι o πεζογράφος κρατούσε –φανερά ή κρυφά– κάποιον καθρέφτη δίκην διαβατηρίου που τον απάλλασσε από άλλες σκοτούρες. Προφανώς, ο καθρέφτης έλυνε όλα τα προβλήματα. Από μιαν άλλη πλευρά, όμως, είναι βέβαιο ότι, όπως κι αν κανοναρχείται η αφήγηση, τελικά κάποια ψιχία πραγματικότητας εξακολουθούν να ισχύουν και να σώζουν τον πεζογράφο. Στην περίπτωση, πάντως, του Γιάννη Αστερή η μεταμόρφωση της γραφής κρούει μεγάλη καμπάνα.

 

Ο αρχιτέκτονας Γιώργος Αυγέρης ξέρουμε, από την πρώτη κιόλας αράδα της νουβέλας, ότι, επιστρέφοντας στο διαμέρισμά του, αντικρίζει τη σύζυγό του ξαπλωμένη και ασάλευτη στη συζυγική κλίνη. Φόνος, δηλαδή, καραμπινάτος που δεν επιδέχεται καμιάν αμφιβολία. Οπότε το πρώτο συμπέρασμα είναι ακέραιο πέρα για πέρα: ο Αυγέρης είναι συζυγοκτόνος ή, τουλάχιστον, ένας απ' όλους τους υπόπτους. Βέβαια, στον πάτο της πρώτης σελίδας μας ραίνουν με το ισχυρό φρασίδιο «το βλέμμα δεν είναι σμίλη αλλά βλέμμα», άρα ο Αυγέρης συλλογιζόταν την περίπτωση του γλύπτη που, όντας παραλυμένος, καθόταν νυχθημερόν μπροστά στο ημιτελές αριστούργημά του κ.λπ.

 

Όλες οι παρουσίες των προσώπων (του Μάρκου, του ποιητή της συντροφιάς, της αδελφής του Αυγέρη, του δικηγόρου και άλλων πολλών) είναι και δεν είναι (ένοχοι) αστυνομικώ τω τρόπω, με αποτέλεσμα η αφήγηση να εμπλουτίζεται ημιδραματικά. Δεν ξεχνούμε, βέβαια, ότι ο Αυγέρης έχει πέσει θύμα μιας άθλιας σκευωρίας από τους διαβόητους εννέα, οι οποίοι κράτησαν για τον εαυτό τους την ηθική αυτουργία της πράξης και ανέθεσαν σε έμπιστο χέρι τη φυσική αυτουργία, παγιδεύοντας τον άτυχο αρχιτέκτονα στο πολυτελές δείπνο που οργάνωσε ο δικηγόρος Μάρκου, ο οποίος κατέχει την ισχυρότερη θέση ανάμεσα στα καθάρματα που συνθέτουν τη μασονική συντροφιά – έτσι το κίνητρο των εννέα ήταν η αποκάλυψη της ερωτικής σχέσης του Αυγέρη με τη σύζυγο του αρχισυμμορίτη Μάρκου κ.λπ.

 

Με άλλα λόγια, ενώ αρχίζουμε να μουντζώνουμε τον Αστερή εξαιτίας της περιπεπλεγμένης αφήγησης των συμβάντων, εμφανίζεται η λογοτεχνική υποψία ότι ο σάκος έχει περισσότερα απίδια απ' όσα φανταζόμαστε. Ο Αυγέρης φτύνει κατά πρόσωπο την αδελφή του και τη χαστουκίζει γιατί ισοβίως τη βασανίζει με την αγάπη της, ενώ συνάμα η αδελφή του τον αγκαλιάζει και του ψιθυρίζει ότι τον αγαπά όσο κανέναν άλλον στον κόσμο...

 

Ήδη προφυλακισμένος, ο Αυγέρης αναλύεται σε εξομολογήσεις και ομολογεί ότι μέσα στον γενικό παραλογισμό νιώθει την ανάγκη να επιλέξει τον ρόλο του δολοφόνου της γυναίκας του. Με άλλα λόγια, η καρδιά του μεταμορφώνεται σε ένα ιδιωτικό Μαντείο των Δελφών και των δύο αδελφών. Δεν σκότωσε τη γυναίκα του, αλλά νιώθει ότι πρέπει να σκοτώσει τη γυναίκα του, ειδαλλιώς θα βουλιάξει και φοβάται να βουλιάξει γιατί είναι μόνος. «Όλα είναι ξεκάθαρα», λέει ο Αυγέρης, «και τίποτα δεν φαίνεται ξεκάθαρο, πήγα στο δείπνο του Μάρκου και, απ' ό,τι φαίνεται, δεν πήγα στο δείπνο του Μάρκου, έκανα έρωτα με την Ελένη, αλλά φαίνεται ότι δεν έκανα έρωτα με κανέναν εκείνο το απόγευμα, κουβέντιασα με όλους αυτούς στο δείπνο και τελικά με κανέναν δεν κουβέντιασα με όλους αυτούς στο δείπνο – δεν υπάρχει δείπνο της εικοστής έκτης, δεν καταλαβαίνω τίποτα και δεν αντέχω άλλο...». Ένας άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει τίποτα και δεν αντέχει άλλο πού άλλου θα πρέπει να οδεύσει αν όχι προς το Άγιον Όρος;

 

Για να πλάσει μια πραγματικότητα ο Αστερής θα πρέπει πάση θυσία να επινοήσει μια πλαστή πραγματικότητα και όσο πιο πλαστή, τόσο πιο πειστική. Με έναν λόγο, όσο μιλάει για «πραγματικούς» ανθρώπους, η γραφίδα του δεν πείθει, μόλις όμως πέφτει στο κενό και αρχίζει να παραφέρεται χάρη στη φαντασία του η διήγηση πατάει καλά, όλα τα πρόσωπα συμμορφώνονται, οπότε ο αφηγητής αισθάνεται ότι ως εκ θαύματος σπάζει το ρόδι, ξέροντας με απόλυτη ακρίβεια πόσα σπόρια έχει. Με άλλα λόγια, ενώ στην τρέχουσα λογοτεχνία έχουμε δύο είδωλα, με αποτέλεσμα το πλασματικό να αντιγράφει το πραγματικό, στην περίπτωση της Νουθεσίας Ημιόνου η γραφίδα παραφέρεται μεν, αλλά χωρίς αξίες πιστότητας και πραγματικότητας.

 

«Η νεκρή γυναίκα του (εννοούσε προφανώς ότι η γυναίκα του τώρα πια ήταν νεκρή) άρχισε να αντιπαθεί και κατέληξε να μισεί με όλη της την ύπαρξη κάθε συναναστροφή, οι άνθρωποι τής φαίνονταν απεχθείς και δυστυχισμένοι, τα τηλεφωνήματα την τρομοκρατούσαν και τη βύθιζαν για ατέλειωτες ώρες στο κλάμα και την απελπισία, τη μια κοιμόταν δέκα ή δεκαπέντε ώρες, την άλλη έμενε άυπνη για μια ή δυο μέρες, και όλα αυτά, μ' έναν τρόπο παράδοξο και λυτρωτικό, αποκάλυψαν στον Αυγέρη την ανεπανάληπτη ευκαιρία όχι μόνο να ανασάνει μέσα στον γάμο του με τη νεκρή (τώρα νεκρή, εννοούσε), αλλά και να βιώσει μιαν ανείπωτη ασφάλεια που ποτέ μέχρι τότε δεν του είχε φανεί εφικτή...».

 

Γιάννης Αστερής

 

Όλοι, αποτυχημένοι ή επιτυχημένοι στο γράψιμο, ξέρουμε ότι τίποτα δεν μας δίνεται ακέραιο, δικό μας, μυθιστορηματικό πέρα για πέρα. Όχι μόνο δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα αλλά απεναντίας η ίδια η φαντασία θα πρέπει να βρει δικό της χρόνο και χώρο ώστε να απλώσει τα βρόχια της για να πλάσει μια νεοπαγή πραγματικότητα που στερείται κηδεμόνα και ιστορικού. Εν προκειμένω, ο Αστερής φέρεται υπέροχα όταν παραπέμπει –στα περιθώρια της αφήγησής του– στον Διονύσιο εκ Φουρνά, ο οποίος αποστέλλει στον τότε πατριάρχη Σεραφείμ μια επιστολή με την οποία εξηγούσε τους λόγους που τον κάνουν να φύγει άρον άρον από το αγιώνυμον τούτο όρος του Άθω. Εκεί, τελικά, θα αυτοκτονήσει ο Αυγέρης, μέσα στο κελί του.

 

«Στις έξι και μισή τα ξημερώματα ο Αυγέρης απαγχονίστηκε στο κελί του, περνώντας το σεντόνι πάνω από τις άχρηστες σωληνώσεις θέρμανσης που διέσχιζαν το ταβάνι. Άρχισε να αιωρείται μπροστά στον μικρό καθρέφτη και για τα λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να χάσει τις αισθήσεις του σκέφτηκε πως τη βραδιά της εικοστής έκτης, τη στιγμή που εκείνος έστεκε όρθιος ανάμεσα στους υπόλοιπους καλεσμένους του Μάρκου και συλλογιζόταν το βλέμμα του παράλυτου γλύπτη, η γυναίκα του κατά πάσα πιθανότητα θα ετοίμαζε κάτι να βάλει στο στόμα της γιατί δεν είχε φάει τίποτε όλη μέρα και τώρα θα το θυμήθηκε, φορώντας εκείνο το υπέροχο μαύρο νυχτικό που δεν είχε βγάλει για μέρες από πάνω της. Η ανάμνηση της χλωμής γυναίκας του με τα μαζεμένα μαλλιά και το θλιμμένο βλέμμα ήταν τόσο όμορφη που ο Αυγέρης προσπάθησε να χαμογελάσει μπροστά στον καθρέφτη, δεν τα κατάφερε, πάσχισε να πετύχει έστω μια ελάχιστη σύσπαση στη δεξιά ή την αριστερή γωνία του στόματος, όμως το είδωλό του απόμεινε μουδιασμένο και ξέψυχο να κοιτάζει τον ανήμπορο σμιλευτή του...».

 

Καθετί πλασματικό διεκδικεί χώρο στην λογοτεχνική πραγματικότητα και μάλιστα με τέτοιο πάθος ώστε να νομίζουμε ότι πρόκειται για λάθος, για μια στραβή ματιά, για κάτι που πέφτει από τον ουρανό και δεν ανήκει σε κανέναν, ούτε στον ίδιο τον δημιουργό του, που κατά κανόνα ομολογεί ότι κάποιο πνεύμα μιλάει μέσα του και κάνει ό,τι κάνει. Με άλλα λόγια, την πραγματικότητα τη ζούμε, θέλουμε δεν θέλουμε, αντίθετα, κάθε λογής πλασματικότητα τη δημιουργούμε χωρίς να παίρνουμε άδεια από κανέναν. Βέβαια, η λογοτεχνική άδεια έχει το εξής ελάττωμα: ενώ η ροϊκή πραγματικότητα τυλίγει ολάκερο τον κόσμο και δεν γράφεται ποτέ διότι αδυνατεί να γίνει βιβλίο, η λογοτεχνική πραγματικότητα έχει κατοικία, ισχυρούς αρμούς, διακεκριμένη ταυτότητα, οικονομία και όλα τα υπόλοιπα.

 

Θέλουμε να πούμε δηλαδή ότι η παραμικρή πλοκή μέσα σε μια δέσμη ανθρώπων μπορεί να στήσει ιστορία, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με την εμπειρική πραγματικότητα που μπάζει τόσο από το μέλλον όσο και από το παρελθόν. Ο Αστερής επέτυχε κάτι που δύσκολα επιτυγχάνεται, ως εκ τούτου είναι έμπειρος για τα περαιτέρω...

 

 

 

Γιάννης Αστερής, Νουθεσία Ημιόνου, Εκδόσεις Ίνδικτος, Σελ.: 152, Τιμή: 14,00
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
1 Σχόλια
Ινστρούχτορας Χιπστερίδας Κομισάριος 23.1.2014 | 14:14
Και μετά η παέ ήθελε, αλλά τότε δεν θέλαμε εμείς. Ακριβώς αυτό. Τίποτα άλλο.