Έτσι μπήκε η άνοιξη

Αποσπασματικές αναμνήσεις από ένα κρίσιμο μήνα
26.3.2015

Henri Matisse, Nasturtiums with «The Dance» (II) (1912)

 

Τη μια μέρα η βερικοκιά γέμισε άνθη, την άλλη μέρα καταρρακτώδεις βροχές και παγωνιά έριξαν τα όμορφα άνθη της στον κάτω όροφο και μείναμε να περιμένουμε τη σγουρή της φυλλωσιά / η γριά πικροδάφνη που παραπαίει έλαβε σοβαρές αποφάσεις, κλαδεύτηκε γουλί και περιμένουμε τώρα να δούμε αν θα ξεπετάξει νέα κλαράκια και θα γίνει σαν τις απέναντι πικροδάφνες με τα φρέσκα φύλλα / τα μοσχομπίζελα έχουν φυτρώσει, το ίδιο και τα nasturtium που φύτεψα με πολύ κόπο / έσπασε το παντζούρι του μπαλκονιού και αποκλείστηκαν οι γλάστρες χωρίς νερό στο μπαλκόνι για ένα δεκαήμερο / μόλις το έφτιαξε ο τεχνικός, είδα τις νέες φύτρες και χάρηκα / αισιοδοξία από κει που δεν το περιμένεις / Παρ' όλα αυτά, η τέντα παραμένει σπασμένη / μακριά από τηλεοράσεις, μου φτάνει το πικραμένο timeline μου και οι ειδικευμένοι σε όλα (ψυχολογία, εγκληματολογία, πολιτική, οικονομικά) διαδικτυακοί μου φίλοι / όλο και περισσότεροι Μatisse ανεβαίνουν από μένα στο facebook / αν μπορούσα να έχω έναν πίνακα, θα ήθελα να ήταν ένας Μatisse/ δεν τον θεωρώ τον μέγιστο ζωγράφο, ο Courbet μου κόβει τα γόνατα, ο Friedrich και ο Giorgione / όμως ο Μatisse μού είναι απολύτως κατανοητός / καλοπερασάκιας / πρώτα η ομορφιά, κι αν θέλει από μόνο του το χρώμα να μιλήσει, ας μιλήσει / έκθεση Μπονάρ στο Παρίσι / τέσσερα, ίσως και πέντε βιβλία έχω αρχίσει, κανένα δεν θα τελειώσω / πώς να πας τέτοια εποχή πέρα από τη σελίδα 100 σε βιβλίο του Τόμας Μπέρνχαρντ / και γιατί να θες να διαβάσεις για τις σταυροφορίες που ακολούθησαν την πρώτη, την ιστορική / δηλαδή πόσο ακόμα να καταλάβεις πως η Ευρώπη είναι περισσότερο χωρισμένη απ' όσο νομίζεις / οι πρώτες γραμμές στο βιβλίο του Καζούο Ισιγκούρο μιλούν για μια Αγγλία κατεστραμμένη, οι άνθρωποι ζουν σε σπηλιές και φοβούνται τα Οργκ, τους λύκους και τους μεγάλους αετούς που αρπάζουν τα μωρά / το γράφει, όμως, αυτός ο ιδιοφυής συγγραφέας που αραδιάζει τις προτάσεις στα βιβλία του όπως οι αράχνες τους ιστούς τους / νομίζεις πως αυτό που διαβάζεις είναι ασήμαντο, αλλά δεν είναι / δείχνει απλώς διακριτικά τη δύναμή του / μια αφίσα από την ταινία Η γυναίκα στους αμμόλοφους, που δείχνει έναν άντρα να ανεβαίνει έναν λόφο από άμμο, τα βήματά του ορατά στην άμμο, μάλλον φυσάει αέρας, σκέφτομαι πως η ομορφιά και το μέτρο δεν διδάσκονται / την Κυριακή γεύμα σε σπίτι φίλων και καλών οικοδεσποτών / κάπου στη μέση του γεύματος συνειδητοποιώ πως έχω από τα Χριστούγεννα να κάτσω σε κυριακάτικο τραπέζι / όχι εστιατορίου / σπιτιού / ξέρεις, στρωμένα όλα, λουλούδια, φίλοι, χαμόγελα, μου δίνεις το νερό, θες βοήθεια στην κουζίνα, κι άλλο κρασί, σου αρέσει η σαλάτα, και μετά πάλι γέλια / ξεφυλλίζω πολλά βιβλία μαγειρικής / από τη μια, τα βιβλία του Blumenthal / σου προκαλούν πανικό / δέκα components για ένα πιάτο / αδύνατον να γίνουν σε οικιακή κουζίνα / μαγεία, ένας μαέστρος που δεν μαγειρεύει απλώς, ένας δημιουργός με σοβαρό πνευματικό επίπεδο που παράγει πιάτα με τίτλους όπως «Οι μάγοι με τα δώρα» / από την άλλη, μια μανία με τα λαχανικά και την εύρεση τρόπων να γίνουν νόστιμα πιάτα, που δεν τους λείπει κάτι / δεν είναι δύσκολο / γεμάτα post it τα βιβλία του Ottolenghi, ειδικά το τελευταίο, που είναι γεμάτο θαύματα / εύκολα γίνεσαι χορτοφάγος με τέτοιες συνταγές / νομίζω, βγήκαν και οι φράουλες / δεν πάει το μυαλό σου εκεί, αφού ακόμα κάνει τόσο κρύο / παρ' όλα αυτά, και μόνο η σκέψη της μαρμελάδας από φράουλες που θα σιγοβράζει στην κουζίνα ή η τάρτα με φράουλες και μια απαλή κρεμ πατισερί με κάνει να χαμογελάω / α! και κάνω δίαιτα / το παλεύω, όλος ο Μάρτιος έτσι πήγε, χωρίς νοστιμιά καμία, εκτός από δυο-τρεις φορές / κοιμάμαι καλύτερα, βέβαια / πίσω στα βιβλία και στα κείμενα / το κείμενο της Τίνας για τον Μόμπι-Ντικ με κάνει να θέλω να το διαβάσω δεύτερη φορά / πολλά μου έχουν μείνει από αυτό το βιβλίο, μα, πάνω απ' όλα, η αίσθηση του μαύρου σκοταδιού της ανοιχτής θάλασσας / και εκείνη η φωτιά που έλιωνε το λίπος, το μόνο φως από το καράβι που δεν πνίγει το σκοτάδι / ο άνθρωπος δεν σταματά ποτέ / ποιο μυρμήγκι; Μπροστά στον άνθρωπο κανένα άλλο ζωντανόκαι με το πόδι κομμένο και το μυαλό θολωμένο, ο Αχαάβ ήθελε να νικήσει, κάτι να αποδείξει, κάποια πληγή να κλείσει / σεβαστό, ίσως σου φανεί και κουραστικό, αλλά να ξέρεις πως κι εσύ το κάνεις / μια φίλη κερδίζει ένα βραβείο / κοιτάω το βίντεο της βράβευσης και αναρωτιέμαι γιατί νιώθω τόση περηφάνια / τι είμαι, ο πατέρας της; / κάτι πολύ κοντινό, σίγουρα. Απέραντη υπερηφάνεια / θέλω να πάω στη Θεσσαλονίκη, που δεν πήγα / να πάω στη μάνα μου, που την έχω παραμελήσει / να είναι καλοκαίρι / θέλω να είναι όλοι μου οι φίλοι πολύ καλά, γιατί μόνο έτσι είμαι κι εγώ καλά / σόρι που πάλι δεν μαγείρεψα, θα γίνει κι αυτό. Σας φιλώ.