Ρένη Πιττακή

Ηθοποιός. Γεννήθηκε στα Εξάρχεια, ζει στην Πλάκα. Άλλαξε πολλά σχολεία. Είδε τα χιόνια στην Κοζάνη, τα πανηγύρια στον Όλυμπο, στο Βέρμιο, στα Καλά Νερά του Πηλίου.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΗ
21.11.2012

 

Γεννήθηκα στα Εξάρχεια, στο σπίτι της μητέρας μου. Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός του Εθνικού Στρατού κι εγώ μεγάλωνα σε μια ανταρτοκρατούμενη γειτονιά τα χρόνια του Εμφυλίου. Παρ’ όλα αυτά, η γειτονιά στήριζε τη μάνα μου. Μετά, όταν τέλειωσε η ιστορία του Εμφυλίου κι επικράτησε η μία πλευρά, οι ρόλοι άλλαξαν και η μητέρα μου ήταν αυτή που βοηθούσε τους Αριστερούς. Ακόμα θυμάμαι τις κούτες με τα γάλατα και τα άλλα προϊόντα που μοίραζε. Θυμάμαι, επίσης, τους χωμάτινους δρόμους, το μπακάλικο του κυρ-Βαγγέλη με το μοναδικό τηλέφωνο στη γειτονιά, το πάρκο, το λόφο του Στρέφη, τις σφαίρες στους τοίχους των άλλων κατοικιών. Σήμερα, όλα αυτά είναι σοβατισμένα και δεν φαίνεται τίποτα.

 

  • Το σπίτι ήταν μια κλασική μονοκατοικία, με την αυλή με τα μαυρόασπρα πλακάκια, το χαγιάτι και τα ζωγραφιστά ταβάνια. Από την ταράτσα έβλεπες τη θάλασσα και την Ακρόπολη. Από τότε με κυνηγάει αυτό και, όπου και να μένω, θέλω να βλέπω την Ακρόπολη. Γι’ αυτό είναι υπέροχα εδώ, στην Πλάκα. Ο χαρακτήρας σου δεν φαίνεται μόνο από το ποιος είσαι αλλά και από τον τόπο όπου μένεις. Ένα διάστημα πέρασα και από την πλατεία Βικτωρίας. Μερικά απογεύματα μου την έδινε κι έπαιρνα τους δρόμους. Περπάταγα με τις ώρες σε οδούς όπως η Αριστοτέλους και η Φυλής. Τώρα δεν είναι εύκολο να περπατήσεις εκεί. Μπορεί να είναι άσχημη η Αθήνα, αλλά εγώ την ερωτεύτηκα. Όπου και να είμαι, ψάχνω να βρω την ομορφιά ακόμα και μέσα από τις λεπτομέρειες.

 

  • Λάτρευα πολύ το σινεμά. Πήγαινα στο Βοξ, στο Σινεάκ και στο Σινέ Παρί το καλοκαίρι. Η πρώτη ταινία που μου έρχεται στο μυαλό είναι το Σαμψών και Δαλιδά με τη Χάιντι Λαμάρ και τον Βίκτορ Ματσούρ. Τότε που η βλεφαρίδα ήταν κάγκελο. Μια φορά αρρώστησα, έβγαλα τη χρυσή από τον φόβο μου, βλέποντας μια κωμωδία με πρωταγωνιστές το τρίο Στούτζες κι ένα τέρας.

 

  • Ήμουνα βασίλισσα, το κέντρο του κόσμου ως μοναχοπαίδι. Δεν στερήθηκα ποτέ, αλλά ούτε είχα το παραπάνω. Ανατράφηκα με όλα τα κλισέ που μπορεί να συνοδεύουν μια κόρη στρατιωτικού, όσον αφορά την τάξη και την πειθαρχία. Αλλά, από τη μία, ο πατέρας μου ήταν στρατιωτικός αλλά και ζωγράφος που δεν έχει εκτεθεί. Από την άλλη, η μητέρα μου έκανε οικιακά, αλλά ήταν ποιήτρια που δεν έχει εκδοθεί.

 

  • Σχολεία άλλαξα πολλά: Αρσάκειο, Σέρρες, Κοζάνη, 36ο Αθήνας, Τρίκαλα, Λάρισα, Αρσάκειο. Μου άρεσε αυτή η μετακίνηση και η αλλαγή. Τα χιόνια στην Κοζάνη, τα πανηγύρια στον Όλυμπο, στο Βέρμιο, στα Καλά Νερά του Πηλίου. Ήταν ένας παράδεισος, βέβαια, μέσα και από την ασφάλεια του μπαμπά. Όταν άρχισαν τα πάρτι και τα φλερτ, ήμουν πάλι στο Αρσάκειο. Πέρασα στη Φιλοσοφική γιατί κανείς δεν ήθελε να πάει το καμάρι του στο θέατρο. Σε λίγο καιρό, όμως, τα παράτησα. Υπήρξε η αντίδραση, αλλά πολύ σύντομα κάμφθηκε γιατί βρέθηκα σε πολύ μικρή ηλικία να έχω πρωταγωνιστικό ρόλο.

 

  • Θυμάμαι τις εξετάσεις που έδωσα στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Ήταν μετά τις διακοπές και ήμουν μαυρισμένη, φορούσα ένα πορτοκαλί φουστάνι και είχα βάλει κραγιόν. Έπεσαν όλες επάνω μου να μου βγάλουν το κραγιόν και μου έβαλαν χέρι για την εμφάνισή μου. Υπήρχε αυτός ο μύθος ότι σε κόβουν ανάλογα με την εμφάνισή σου. Είχα και το θράσος να πω ότι δεν είμαι καλά προετοιμασμένη γιατί έδινα εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και ότι ήξερα μόνο τρία ποιήματα. Τελικά, πέρασα. Αν υπάρχει η βάση, τα καταφέρνεις παντού.

 

  • Δεν είμαι νοσταλγός. Αυτό που μου λείπει είναι πως εδώ και χρόνια δεν μπορεί να είναι κανείς απερίσπαστος σε αυτό που κάνει. Το βλέπω αυτό και στα παιδιά στη σχολή. Πολλά δεν παρακολουθούσαν και περίμεναν να πάνε μετά να κανονίσουν ραντεβού σε κάνα μπαρ για μεροκάματο. Είναι καταπληκτικό αυτό μου είχε πει ο  Ήμελλος, όταν ανακοίνωσε στον πατέρα του ότι θα γίνει ηθοποιός κι εκείνος του απάντησε «γίνε, αλλά τι δουλειά θα κάνεις;». Εμείς, όταν τελειώσαμε, ήμασταν επτά άτομα και όλοι βρήκαμε δουλειά και κάτι κάναμε. Τώρα δεν βρίσκει κανείς. Ακόμα κι εγώ πρέπει να δουλεύω συνέχεια για να ζήσω. Παρόλο που μου αρέσει να εργάζομαι, το βρίσκω τρελό κάποιος στην ηλικία μου να είναι αναγκασμένος να το κάνει αυτό.

 

  • Μόλις τελείωσα τα γυρίσματα μιας ταινίας κι ετοιμάζομαι για το θεατρικό που βασίζεται στις επιστολές της Μαργαρίτας Λυμπεράκη με την κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου. Είχα γνωρίσει την Καραπάνου παλιότερα, αλλά η ιδέα για το θεατρικό μου ήρθε από το βιβλίο Μήπως της Φωτεινής Τσαλίκογλου, που έχει συγκεντρωμένες όλες τις επιστολές. Εκεί βλέπεις μια σχέση αγάπης και μίσους. Μπορεί να είναι ακραία, αλλά διακρίνουμε και πράγματα που συμβαίνουν στις κανονικές σχέσεις, ακόμα και αν δεν εκδηλώνονται. Υπήρχε μεγάλη φόρτιση ανάμεσα σε δύο καλλιτεχνικά πνεύματα. Απλώς, αυτήν τη φόρτιση, μετά από κάποια στιγμή και αφού έχουν περάσει κάποια χρόνια, μπορείς να τη διαχειριστείς. Η Καραπάνου έγραψε, όταν πέθανε μάνα της: «Μαμά πέθανες, τώρα θα ησυχάσω». Είναι αυτό που λένε το «ελευθέρωμα». Εγώ, ενώ με τη μητέρα μου είχα παρά πολύ καλή σχέση, με τον πατέρα μου είχα κάποιες εντάσεις. Μετά τον θάνατό του αισθάνθηκα μια μεγαλύτερη ελευθερία. Η σχέση μεταξύ παιδιών και γονιών είναι μια τραμπάλα. Κάθε φορά αλλάζει ποιος κατανοεί ποιον. Έρχεται η ώρα που το παιδί γίνεται γονιός. Είναι κάτι που δεν τελειώνει.

 

  • Ο ρόλος της τέχνης σήμερα; Ξέρεις, δεν είμαι η δασκάλα που θα υποδείξει στον κόσμο πράγματα ή θ’ αρχίσει να λέει κλισέ με αναφορές στην τέχνη και στην Κατοχή. Εφόσον κάνω κάτι που έχω ανάγκη κι έρχεται να το παρακολουθήσει κάποιος που το έχει ανάγκη, δεν με ενδιαφέρει να ψάξω παραπάνω να βρω γιατί χρειαζόμαστε την τέχνη στην εποχή της κρίσης. Ξεκινάει από τη δική μου ανάγκη και συναντά την ανάγκη κάποιου άλλου. Αυτό είναι όλο.

 

  • Κατέβηκα κι εγώ με τους «Αγανακτισμένους». Ένιωσα πως για πρώτη φορά διαμορφώθηκε ένα κίνημα χωρίς κομματικό καπέλο. Φάνηκε, όμως, ότι αυτή η άμεση δημοκρατία που ευαγγελίζονταν ήταν μια εκτονωτική παρηγοριά. Μια ουτοπία που γρήγορα εκφυλίστηκε, αφού έφτασε σε συμπεριφορές που ακούμπαγαν το χυδαίο και τελικά εξομοιώθηκαν με αυτούς που προκάλεσαν όλη αυτή την αγανάκτηση. Όλη αυτή η γοητεία του γκρεμίσματος χωρίς καμιά δημιουργική πρόταση εξελίχθηκε σε ένα κάμπινγκ με σουβλάκια, σε μια παιδική χαρά.

 

  • Η διάλυση και η βία γεννήθηκαν από την έλλειψη πραγματικού θάρρους από τους πολιτικούς και τους πολίτες. Δεν υπάρχουν πολιτικοί με ανάστημα που θα είχαν το ήθος να πουν επώδυνες αλήθειες με το όποιο πολιτικό κόστος. Πληρώνουμε τις εκούσιες διαπλοκές τους με τα οικονομικά μεγαθήρια και τα σκάνδαλα, που κατέληξαν σε κακό θέατρο και λεονταρισμούς - για την ταμπακιέρα, κουβέντα. Όλοι φωνάζουμε και καταγγέλλουμε τους πάντες, αλλά η αυτοκριτική και η ανάληψη ευθύνης είναι άγνωστες λέξεις.

 

  • Έχω πιάσει και τον εαυτό μου να κάνει αρπαχτή. Με ελάχιστη δουλειά πήρα αξιόλογα λεφτά - για να κάνω μια ανάγνωση. Δεν μπορείς να αποφύγεις εύκολα το να βουτήξεις το δάχτυλό σου στο μέλι. Μπαίνεις μέσα σε αυτό κι εκεί είναι που πρέπει να μετρήσεις τις αντιστάσεις σου. Δεν είμαι πολύ αισιόδοξη για το μέλλον. Καθένας περιφρουρεί έναν προσωπικό χώρο της δικής του δραστηριότητας και του κύκλου των ανθρώπων που τον περιβάλλουν. Στην πρώτη λογοδοτεί και από τους δεύτερους απαιτεί. Αυτό δεν αρκεί, γιατί πέρασαν, περνάνε και θα περνάνε τα θηρία και οι ελέφαντες που σαρώνουν τα πάντα. Αυτό νιώθω, ότι τελικά η ατομική ευθύνη δεν φτάνει.
Η παράσταση Μ’ αγαπάς, δεν μ’ αγαπάς της Φωτεινής Τσαλίκογλου, σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια, με τη Ρένη Πιττακή και την Πέγκυ Τρικαλιώτη ανεβαίνει στις 5 Δεκεμβρίου, στη νέα σκηνή του θεάτρου Ακροπόλ. Προφ. Δανιήλ 3-4, Κεραμεικός, 210 3470707
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ