ΑΘΗΝΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ «Είδα τις μάχες του Πολυτεχνείου μέσα από το τζάμι του μαγαζιού μου»

Ο άνθρωπος που τάισε με εκατομμύρια σάντουιτς όλες τις γενιές των φοιτητών του Πολυτεχνείου από το τέλος της δεκαετίας του ’60 μέχρι και λίγο πριν από τις μέρες της κρίσης θυμάται ιστορίες εξεγέρσεων, τους (μάταιους) αγώνες για την ελευθερία και τις επανειλημμένες καταστροφές της περιοχής, οι οποίες τον έπαιρναν πάντα ξώφαλτσα.
28.3.2013

 

Από τον Νοέμβριο του ’69 μέχρι τον Μάιο του 2010 ο Δημήτρης Βιδάλης είχε το πιο θρυλικό σαντουιτσάδικο του κέντρου. Ο κύριος Δημήτρης έφτιαξε αμέτρητα σάντουιτς για δύο γενιές φοιτητών, οι οποίοι κατανάλωναν μέχρι και πέντε χιλιάδες «κομμάτια» την ημέρα! Αυτό που έχει πιο μεγάλο ενδιαφέρον, όμως, είναι ο τρόπος που έζησε τα επεισόδια όλα αυτά τα χρόνια και η αντιμετώπιση που είχε από ΜΑΤ, αναρχικούς και φοιτητές, οι οποίοι ποτέ δεν άγγιξαν τον ίδιο ή το μαγαζί του. Ακόμα και όταν ρήμαζε η Αθήνα κι έσπαγαν τα πάντα γύρω του, το «Οικογενειακό σάντουιτς» έμενε ανέγγιχτο (και ανοιχτό!), χωρίς καμιά ζημιά ή απώλεια.

 

Βοηθάγαμε πάντα τα παιδιά. Όταν τα κυνηγούσαν οι ασφαλίτες, έρχονταν και κρύβονταν πάνω στο πατάρι. Και τις μέρες πριν από τις 17 τους πηγαίναμε σάντουιτς, νερό, ακόμα και βαζελίνη που μας ζητούσαν. Ήταν όλοι πελάτες του μαγαζιού μου – το 85% των πελατών μου ήταν αυτοί οι φοιτητές.

 

Στις 17 Νοεμβρίου 1973, την Παρασκευή το βράδυ που ερήμωσε η Αθήνα και το τανκ μπήκε στο Πολυτεχνείο, ο κύριος Δημήτρης κράτησε το μαγαζί ανοιχτό μέχρι τις 10 το βράδυ, ακόμα κι όταν η Αστυνομία απαίτησε να το κλείσει και να πάει στο σπίτι. Παρόλο που έχουν περάσει 40 χρόνια, θυμάται με κάθε λεπτομέρεια τη συγκεκριμένη μέρα και όσες προηγήθηκαν της εξέγερσης.

 

 

«Το μαγαζί μας ήταν το μοναδικό φαγάδικο της περιοχής και βοηθάγαμε πάντα τα παιδιά. Όταν τα κυνηγούσαν οι ασφαλίτες, έρχονταν και κρύβονταν πάνω στο πατάρι. Και τις μέρες πριν από τις 17 τους πηγαίναμε σάντουιτς, νερό, ακόμα και βαζελίνη που μας ζητούσαν. Ήταν όλοι πελάτες του μαγαζιού μου – το 85% των πελατών μου ήταν αυτοί οι φοιτητές. Δεν μάθαινα και πολλά απ’ όσα ετοίμαζαν, δεν μιλάγανε πολύ στο μαγαζί γιατί φοβόντουσαν. Αυτοί που βγαίνανε και ζητάγανε κρυφά βοήθεια δεν μιλούσαν ποτέ. Και νομίζω ότι το μόνο που δεν περίμεναν ήταν το τανκ.

 

Επεισοδιακες επετειοι: Το 1986, που ήταν η πιο άγρια χρονιά και έγιναν οι μεγάλες καταστροφές στο κτίριο του Πολυτεχνείου, με είχαν χτυπήσει κιόλας. Δεν το έκαναν, όμως, επίτηδες.Τα επεισόδια του Πολυτεχνείου ξεκίνησαν μία εβδομάδα πριν. Έβγαιναν τα παιδιά στους δρόμους και φώναζαν συνθήματα κατά της χούντας και η περιοχή πλημμύριζε από Αστυνομία και ασφαλίτες με πολιτικά. Έβλεπες ότι τα πράγματα γίνονταν όλο και πιο δύσκολα. Εκείνη την ημέρα, στις 17, από το απόγευμα μας ζήτησαν να κλείσουμε το μαγαζί και να φύγουμε, αλλά εμείς δεν φύγαμε στις 6, φύγαμε τελευταίοι. Ήμασταν το τελευταίο μαγαζί που έκλεισε στη γειτονιά. Φύγαμε λίγο μετά τις 9:30 και το τανκ μπήκε μέσα τα μεσάνυχτα. Είχε ερημώσει όλη η περιοχή και τότε έγινε η επέμβαση. Μέσα στο μαγαζί είχα για χρόνια μια σφαίρα ενθύμιο από εκείνη τη βραδιά. Είχε τρυπήσει το τζάμι και είχε καρφωθεί στον καθρέφτη. Το επόμενο πρωί που πήγαμε στη γειτονιά δεν μπορούσαμε να ζυγώσουμε, επειδή είχε κάνει η Αστυνομία κλοιό από την Κάνιγγος, την πλατεία Βάθη και το Πεδίον του Άρεως και δεν πέρναγε κανένας. Ήταν λες και είχε πέσει βόμβα. Δοκάρια, ξύλα, πέτρες, όλα πεταμένα παντού. Από το μεσημέρι και μετά άρχισαν να μαζεύουν. Το μαγαζί από το μεσημέρι άνοιξε κανονικά και δουλέψαμε και το Σαββάτο και την Κυριακή –τότε δουλεύαμε 7 ημέρες την εβδομάδα. Δεν κλείναμε ποτέ. Μέχρι και το ’89 το μαγαζί δεν έκλεισε ούτε μία μέρα. Ούτε σε φασαρίες, ούτε σε επεισόδια.

 

Την επόμενη χρονιά, στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου, στη Στουρνάρη δεν μπορούσες να περπατήσεις, δεν έπεφτε καρφίτσα.  Σιγά-σιγά, με τα χρόνια τα πράγματα τα έκαναν μαντάρα και η επέτειος στο τέλος έγινε σχεδόν εμπορική.

 

Ζημιές δεν μας είχαν κάνει ποτέ στο μαγαζί, δεν μας το χτύπησαν, όπως χτυπάγανε άλλα μαγαζιά. Το 1986, που ήταν η πιο άγρια χρονιά και έγιναν οι μεγάλες καταστροφές στο κτίριο του Πολυτεχνείου, με είχαν χτυπήσει κιόλας. Δεν το έκαναν, όμως, επίτηδες. Είχαν παρκάρει ένα βαν της κρατικής τηλεόρασης έξω απ’ το μαγαζί. Βγήκα και τους είπα “μην το αφήσετε εδώ, θα το κάψουν” και ήταν λες και το έκαναν επίτηδες. Το πήραν χαμπάρι οι άλλοι από μέσα και βγήκαν και πέταγαν πέτρες και φωτιές. Μέσα στον χαμό, και επειδή είχαμε ρολά ανοιχτά, μου λέει ο θείος μου “βγες να τα κλείσεις”. Πετάει ένας μία πέτρα, κάνει γκελ πάνω στο καπό του βαν, περνάει από το ρολό, σπάει μια λάμπα φθορίου και πέφτουν όλα τα γυαλιά πάνω μου. Κόπηκα παντού, στα χέρια, στο πρόσωπο, γέμισα αίματα και σημάδια που έχω ακόμα. Αφού πήγα στο Πρώτων Βοηθειών και μου έδεσαν τις πληγές, μπήκα στο Πολυτεχνείο κι έψαξα να βρω αυτόν που έριξε την πέτρα. Και τον βρήκα. Τον έλεγαν Βλάση. Μου ζήτησε χίλια συγγνώμη επειδή δεν το ήθελε και όταν τον είδα έτσι, μου πέρασαν και τα νεύρα. Δεν την ξεχνάω αυτήν τη χρονιά. Ήμουν στο μαγαζί μέχρι τις 5 το πρωί όταν κατέστρεψαν τη σκεπή του Πολυτεχνείου, όταν έσπαγαν τα κεραμίδια. Άλλη μία χρονιά, θυμάμαι, σε φασαρίες με την Αστυνομία, ότι πέρασαν οι ίδιοι οι αναρχικοί που θα τις έκαναν και με ειδοποίησαν να προσέχω. Τους ήξερα, και τον αρχηγό και τον υπαρχηγό, έτρωγαν στο μαγαζί κι έμεναν στη Στουρνάρη παραδίπλα. Δύο αδέρφια ήταν αρχηγοί της συμμορίας. Δεν με πείραξε ποτέ κανείς, γιατί ήξερα πάντα πώς να φερθώ. Και με αγαπούσαν. Μέσα στις μολότοφ, εμείς πάντα ήμασταν ανοιχτοί. Και ό,τι μας ζητάγανε το δίναμε. Νερό, σάντουιτς, τυρόπιτες, δεν λέγαμε ποτέ όχι, γι’ αυτό και δεν μας πείραξαν. Όσοι τους έλεγαν “άντε, φύγετε από εδώ”, τα έχασαν τα μαγαζιά τους. Μέχρι και τα θέατρα έκαψαν. Έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος που φέρεσαι στον κόσμο. Τον Δεκέμβρη του 2008, που κάψανε την Αθήνα, εμάς δεν μας πείραξαν καθόλου. Ήρθαν, έσπασαν τα δίπλα μαγαζιά, εμένα μου είπαν “γεια σου, Δημήτρη”. Τάιζα τους φοιτητές, τους αναρχικούς και τα ΜΑΤ, όλοι σε ‘μένα έτρωγαν…».

 

 

 

 

 

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
12 Σχόλια
avatar
Jean Tonic 29.3.2013 | 00:08
<<Έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος που φέρεσαι στον κόσμο. Τον Δεκέμβρη του 2008, που κάψανε την Αθήνα, εμάς δεν μας πείραξαν καθόλου. Ήρθαν, έσπασαν τα δίπλα μαγαζιά, εμένα μου είπαν “γεια σου, Δημήτρη”. Τάιζα τους φοιτητές, τους αναρχικούς και τα ΜΑΤ, όλοι σε ‘μένα έτρωγαν…».

Aν αυτό δεν είναι χυδαίο τι είναι;...
avatar
michalex 29.3.2013 | 10:56
Μπιζνες ιζ μπιζνες.
oddlabs 29.3.2013 | 13:38
σωστά, στους ματατζίδες έπρεπε να βάζει καθαρτικό
avatar
ثانوس 16.11.2013 | 15:10
Σωστά, έπρεπε να καρφώσει τους μεν στους δε, να στοχοποιηθεί, να χάσει το μαγαζί του και να πεινάσει η οικογένειά του. Ο άνθρωπος επιβίωσε μέσα στη φωτιά. Έιναι ένα ταλέντο από μόνο του αυτό..
avatar
Ανώνυμος/η 17.11.2013 | 16:01
Γιατι ειναι χυδαιο? Ρουφιανεψε καποιον? Αρνηθηκε φαγητο σε καποιον? Δεν βοηθησε κοσμο? Ηταν παθητικος μαρτυρας που δεν εδινε δεκαρα? Αν γνωριζεις κατι που μου διαφευγει, οκ, αλλα αν οχι, τοτε γιατι χυδαιος φιλε/η μου? Επειδη προσπαθουσε να κανει μια δουλεια βοηθοντας αλλα και ταυτοχρονα χωρις να ενοχλησει καποιον? Γιατι?
avatar
Copyleft 18.11.2014 | 03:39
Μη σκας, μερικοί διαβάζουν αυτό που θέλουν να διαβάσουν και λένε αυτό που θέλουν να πουν, βρέξει χιονίσει.
patsis 29.3.2013 | 02:20
Να σας συστήσω το Δημήτρη. Ο Δημήτρης μπορεί να σας εξιστορήσει πώς για δεκαετίες ολόκληρες κοιτούσε τη δουλειά του ενώ ο κόσμος γύρω του συχνά γινόταν βίαιος. Πώς επιβίωσε συναλασσόμενος με ανθρώπους που ζημίωναν τις περιουσίες των γειτόνων του και των ανταγωνιστών του, πώς αντάλλαξε την εχεμύθειά του με την προστασία της επιχείρησής του και πώς αναζήτησε δικαιοσύνη μόνο όταν επλήγη ο ίδιος - στην προκειμένη περίπτωση θα σας πει και το όνομα του ανθρώπου που του έκανε κακό.

Ο Δημήτρης είναι κι αυτός αφηγητής της Ιστορίας. Τζάμπα δεν είναι;
Ο Μέσος Έλληνας 3.4.2013 | 09:28
Παιδιά ο άνθρωπος ήταν ο πιό σωστός επαγγελματίας. Το μαγαζί του ήταν πάντα πεντακάθαρο, τα προιόντα που χρησιμοποιούσε άριστης ποιότητας και το πιό σημαντικό σε εξυπηρετούσε ΠΑΝΤΑ με ένα ΑΛΗΘΙΝΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ. Αν και δεν πήγαινα συχνά, πάντα μου έφτιαχνε το αγαπημένου μου σάντουις χωρίς να ρωτήσει κάν !!!

Τελικά μήπως η Ελλάδα έχει ανάγκει τέτοιους σωστούς επαγγελματίες και ας μήν αρέσει σε κάποιους που πάντα έχουν κάτι αρνητικό ν να πούν.
Glass Onion 3.4.2013 | 16:41
Οι μαγαζάτορες αυτοί είναι χαρακτηριστικοί. Δεν υπάρχει γι αυτούς τίποτε άλλο στον κόσμο από το μαγαζί τους και το μικρο-συμφέρον τους.
btw αν και ήμουν φοιτητής στο μετσόβιο αρχές του '90 δεν τον θυμάμαι, περίεργο.
avatar
M. HULOT 16.11.2013 | 07:53
Αρχες του 90 ετρωγες στα γκουντις και τα μακντοναλντς γι αυτο
maurosgatos 17.11.2013 | 17:01
Αυτό- και μαζί τα πικρόχολα σχόλια ότι ο εν λόγω κύριος ''δεν πήρε θέση'' μου θυμίζει τον παππού μου ως πρόεδρος του χωριού του κατα τον Εμφύλιο.

Και εκείνος δεν πήρε θέση και δεν ''έδωσε'' τους μεν στους ''δε'' και το αντίστροφο. 'Εκανε τη δουλειά του γιατί ήταν από τους λίγους που ήξεραν γράμματα και ήθελε του καλό του χωριού (ούτε έβγαλε τίποτα χρήματα απ'αυτό, ανταλλαγές αγαθών κάνανε έτσι κι αλλιώς τότε). Δηλαδή άλλοι θα τον έλεγαν και λακέ σήμερα γιατί δεν ''αντιστάθηκε'' στον Εμφύλιο;
Παραλίγο να τον σκοτώσει η μία από τις δυο πλευρές, τον αιχμαλώτισαν οι αντάρτες και τον άφησαν τελευταία στιγμή γιατί παραδέχθηκαν ότι δεν πείραξε κανέναν, δηλαδή δεν τους ενοχλούσε στο κυνηγητό αλληλοεξόντωσής τους.
Τι να κάνεις όταν μπροστά σου γίνεται μια θηριωδία όπου αδελφός σκοτώνει αδελφό; Όπου ένας ''αγωνιστής'' της μια πλευράς (δεξιοί) σκότωσε 101 ανθρώπους και δε μπήκε ποτέ στη φυλακή; Και οι από της άλλης πλευράς ανταπέδιδαν; Ήταν δειλός ή μήπως δεν ήθελε να σκοτώσει και να σκοτωθεί σε έναν πόλεμο πατέρα εναντίον αδελφού που έτσι κι αλλιώς ήταν καθοδηγημένος από άλλους για να εδραιωθούν εύκολα σε μια διχασμένη Ελλάδα;

Τί να κάνει και ο κύριος που στα χρόνια μετά την ''εγκατάσταση της Δημοκρατίας'' παρακολουθεί δυο πλευρές να αλληλοεξοντώνεται πολιτικά και πρακτικά με μολότωφ και πέτρες; Να μπει στη μέση να τις φάει αυτός; Γιατί; Τι θα έβγαινε;

Πρέπει επειγόντως να μελετήσουμε τη νεοελληνική μας ιστορία και αυτό το ''διαίρει και βασίλευε'' που μας έχουν σφηνώσει στο μυαλό μας να το ξεπεράσουμε.
avatar
realthinking 17.11.2014 | 10:00
Πολύ ωραίο άρθρο ...θα μπορούσε να λέγεται "Καμπύλη πωλήσεων μαγαζιού εστίασης πριν κ μετά την τραγική ημέρα του Πολυτεχνείου"

Δεν είναι ωραίο να εκχυδαίζονται σοβαρές καταστάσεις, αλλά όπως και να'χει οι μαρτυρίες πάντα έχουν αξία

Ps: ηθηικό δίδαγμα, φέρομαι πολύ καλά στους πελάτες, εμένα δε μου καίνε το μαγαζί, μόνο στους διπλανούς κακούς μαγαζάτωρες που δεν είναι μεροκαματιάρηδες????????????????
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια