72' με τη Γλυκερία Μπασδέκη

Για την ποίηση, τον Σεφερλή, τα ψηλά, τα χαμηλά και τη «Στέλλα» του Κακογιάννη, που η εξαιρετική ποιήτρια διασκευάζει για το θέατρο.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΠΑΡΙΔΗ
15.5.2013
Φωτό: Πάνος Μιχαήλ

Φοβάται τρομερά τα αεροπλάνα. Έχει κάνει βελονισμό και ομοιοπαθητική για να το ξεπεράσει, αλλά τίποτα. Πήρε το λεωφορείο από την Ξάνθη, όπου ζει, κι έφτασε ξημερώματα στην Αθήνα για να μιλήσει σε μία εκδήλωση για το μέλλον της ποίησης. Έτσι είχα την ευκαιρία να τη συναντήσω. Πρωινό ραντεβού στου Γκύζη. «Πώς είναι να ζεις μόνιμα στην επαρχία; Τόσο μακριά από την Αθήνα...» τη ρωτάω. «Σου δίνει απίστευτη ησυχία και μια αίσθηση ανωτερότητας», μου λέει και συνεχίζει, «όταν ερχόμαστε στην Αθήνα, είμαστε βασιλιάδες! Την αγαπώ τόσο πολύ, που δεν θα 'θελα να ζήσω εδώ. Είναι το να μην πλησιάσεις την επιθυμία σου».

 

Η Γλυκερία Μπασδέκη εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή στα 19 της με τον τίτλο Είναι επικίνδυνο να ανοίγεις την πόρτα σου σε άγνωστες μικρές, ενώ μόλις πέρσι, με καθυστέρηση 23 χρόνια, το Σύρε καλέ την άλυσον. «Από πόσων χρόνων θυμάσαι να γράφεις;» ρωτάω. «Ποίηση από τα 16 μου, αλλά έγραφα πολύ καλές εκθέσεις στο σχολείο και ερωτικές επιστολές σε διάσημους άντρες με τους οποίους ήμουν ερωτευμένη ως παιδί. Τις έστελνα ανωνύμως και φανταζόμουν πώς θα έφτανε το γράμμα στο χέρι τους. Δεν ήθελα να γίνει κάτι, να τους γνωρίσω, αλλά εγώ έφτιαχνα το στόρι μου» εκμυστηρεύεται σαν σκανδαλιάρικο κοριτσάκι. Άλλωστε, το πρόσωπό της λάμπει από το μεγάλο της χαμόγελο. Η δεύτερή της συλλογή διαπνέεται από εικόνες αρρώστιας και θανάτου. «Ο θάνατος είναι μια αστεία, θλιβερή υπόθεση. Εμπεριέχει και απίστευτο γέλιο και απίστευτο κλάμα. Το δράμα είναι ότι παραπαίει ανάμεσα σε αυτές τις δύο γραμμές» μου εξηγεί. «Ποιες ήταν οι πρώτες σου επιρροές στην ποίηση;» ρωτάω. «Στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπήρχε πάντα αγάπη για την ειρωνική ματιά του Χριστιανόπουλου. Το ειρωνικό του βλέμμα, ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τα πράγματα, αλλά υπάρχουν και ποιητές όπως ο Καρούζος, με τον οποίο δεν κολλάω λογοτεχνικά, αλλά με έχει επηρεάσει απίστευτα για μια λοξή ματιά στα πράγματα. Αν δεν φοβήθηκα κάτι, ήταν να μιμηθώ άλλους ποιητές. Έγραφα χωρίς να με νοιάζει. Ποτέ δεν κοίταζα, γιατί υπάρχουν κάποιες φόρμουλες τις οποίες μπορείς να ακολουθήσεις και τις οποίες εγώ τελικά δεν ακολούθησα. Μου αρέσουν, επίσης, κάποια άτεχνα πράγματα. Ποιητές που δεν θεωρούνται εξαιρετικοί, τους οποίους εγώ λατρεύω».

 

 

Γεννημένη στη Λάρισα, σπουδασμένη στην Κέρκυρα και φιλόλογος μέσης εκπαίδευσης στην Ξάνθη, η πραγματική αφορμή αυτής μας της συνάντησης είναι το Στέλλα Travel. Η παράσταση που ετοιμάζει στα Σφαγεία του Ταύρου η θεατρική ομάδα Bijoux de Kant και ο σκηνοθέτης Γιάννης Σκουρλέτης, ο οποίος της ανέθεσε να μεταγράψει τη Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη σε μια σύγχρονη εκδοχή. «Πώς ένιωσες όταν σου έγινε αυτή η πρόταση;» τη ρωτάω. «Είναι σαν να μου τηλεφώνησε είκοσι χρόνια πριν ο Σταμάτης Γαρδέλης και να μου ζήτησε να παίξω σε βιντεοταινία του». Εκπλήσσομαι που ισοσκελίζει τις βιντεοκασέτες με το εικαστικό θέατρο και της το λέω. «Ήξερα τη δουλειά του Σκουρλέτη από τους Graveyard. Για μένα ο ρομαντισμός είναι πολύ περίεργο πράγμα. Είναι ό,τι σε κάνει να χτυπιέσαι στα πατώματα. Ό,τι σε κάνει υπερβολικό. Από τη στιγμή που ο Γαρδέλης μπορούσε να το κάνει, ανήκει στον προσωπικό μου ρομαντισμό. Κι ο ρομαντισμός είναι πάντα προσωπικός. Όσο πιο προσωπικός, τόσο πιο δημόσιος γίνεται. Με τον Γιάννη λατρεύουμε τον ρομαντισμό της πρώτης αθηναϊκής σκηνής. Έχουμε κοινούς κώδικες».

 

 

«Δεν είχες, πάντως, επιδιώξει ποτέ να γράψεις θέατρο» της λέω. «Ποτέ, ποτέ, ποτέ! Έχω δει ελάχιστο θέατρο. Παραστάσεις όπως αυτές του Σεφερλή» μου λέει και με αφήνει άναυδο. «Τι έβρισκες στον Σεφερλή;» τη ρωτάω. «Τη χοντροκοπιά του προεφηβικού χιούμορ. Μου θύμιζε πολλούς συμμαθητές μου, εκεί γύρω στα 12-13, αγόρια που μας άρεσαν». «Και πώς συνδυάζεις το ευτελές με τη μεγάλη ποίηση;» ξαναρωτάω. «Αλίμονο σε όποιον πηγαίνει κατευθείαν στο υψηλό. Θα του 'ρθει κατακέφαλα η πόρτα. Δεν τα δέχομαι αυτά. Περνάς απ' όλα και παίρνεις απ' όλα. Πάντως, είναι η καταραμένη μνήμη που σε πάει σε πράγματα που δεν θα ήθελες να πας. Εγώ την ακολουθώ τη μνήμη. Όσον αφορά τη δουλειά αυτήν, τώρα, νομίζω ότι αν δεν είχα δει και όλα όσα έχω δει, βιντεοκασέτες και θεάματα τύπου Σεφερλή, θα έμπαινα σε ένα έργο υψηλών προσδοκιών με μια άλλη λογική, που το ίδιο το έργο θα με τσάκιζε. Πρέπει να παίρνεις από παντού για να μπορέσεις να αντιμετωπίσεις το υψηλό, αν το πούμε υψηλό. Δεν γίνεται από το Royal Albert Hall να πας στη Στέλλα. Με έναν περίεργο τρόπο όλα όσα ξέρεις διυλίζονται. Μια περίεργη μηχανή που τα επαναφέρει αλλιώς».

 

Της υπενθυμίζω ότι η Στέλλα είναι μια ταινία-μύθος που εν έτει 1955 υπήρξε πραγματικό σκάνδαλο. Ένα έργο που, αν δεν υπήρχε η Μελίνα, ο Κακογιάννης δεν θα μπορούσε να το είχε γυρίσει με το ίδιο αποτέλεσμα εκείνη τη δεδομένη στιγμή. «Ευτυχώς, είμαι από τα κορίτσια που δεν φοβούνται. Η Στέλλα είναι συνυφασμένη με τον νεότερο ελληνικό πολιτισμό. Απόλυτα. Είναι ό,τι η Μαριάννα της Γαλλικής Δημοκρατίας, κατ' αναλογία. Δηλαδή, η Μελίνα». Απ' όσο ξέρω από τον ίδιο τον Σκουρλέτη, οι χαρακτήρες περιορίζονται σε τρεις ηθοποιούς, δύο γυναίκες κι έναν άντρα, οι οποίοι συμβολοποιούν όλους τους βασικούς χαρακτήρες της ταινίας. «Τα πρόσωπα όντως εμπλέκονται, δεν μπορείς να καταλάβεις ποιος είναι ποιος. Οι ιδιότητες είναι πολλές φορές κοινές, κάτι που γίνεται ηθελημένα. Ενοποιούνται μέσα από τον λόγο. Όλοι μιλούν με τον ίδιο τρόπο γιατί επί της ουσίας είναι όλοι ένας και ο ένας είναι όλοι» μου λέει. «Μα, η Στέλλα δεν είναι κάτι άλλο;» ρωτάω. «Είναι;» μου αντιστρέφει το ερώτημα και συνεχίζει «ο υπότιτλος είναι Γη της Απαγγελίας. Η απαγγελία παίζει σημαντικό ρόλο. Τόσο εγώ όσο και ο Σκουρλέτης πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι απαγγέλλουν το ποίημά τους. Τώρα, η ευλογία είναι ότι, πέρα από το δέος που είχαμε για την ταινία, δεν τη φοβηθήκαμε, και αυτό ήταν πολύ απελευθερωτικό. Δεν μιμούμαστε την ταινία. Η ταινία δεν αγγίζεται. Απλώς μας αποκαλύφτηκαν τα πρόσωπα στην πορεία. Δεν υπήρχε κάτι δεδομένο. Κι επειδή πιστεύω και στο μεταφυσικό, ένιωθα ότι όλο αυτό πήγαινε από μόνο του. Όσο κέρδιζα την εμπιστοσύνη των ηρώων, τόσο κι αυτοί μου έλεγαν τα δικά τους. Την έχω αυτή την άθλια θεολογική αντίληψη. Ακόμα και το ότι αγαπώ τη Μελίνα νομίζω ότι βοήθησε».

 

«Η ταινία του Κακογιάννη είναι μια ταινία με μυστικά;» ρωτάω. «Φυσικά. Είναι μια ταινία με απίστευτες αναγνώσεις. Δεν είναι αυτό που φαίνεται. Άλλωστε, τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, ιδίως στο σινεμά, και εξαρτάται από το πόσο ανοιχτός είναι κάποιος να τα δει τη στιγμή που τα βλέπει. Αγάπησα με πάθος τη Στέλλα και την έφερα στο σήμερα ελαφρώς χαμένη, γιατί το σήμερα είναι χαμένο. Δεν είναι ηθογραφία, αλλά σαν η Στέλλα να μπήκε σε μια μηχανή του χρόνου, όπου εκεί βέβαια, όσο και να υπάρχεις, τα πράγματα είναι θολά και σε αναμονή». Η μηχανή αυτή προσγειώθηκε μέσα στα σφαγεία του Ταύρου, προσθέτω. Μου λέει περί αυτού: «Τα Σφαγεία είναι συγκλονιστικά. Έχουν το αίμα από κάτω, που όμως δεν φαίνεται. Η δυναμική του χώρου, ο νοηματοδότης, είναι ένα σφαγείο που δεν δείχνει το αίμα του. Από κει και πέρα, υπάρχει βαθύτατη μοναξιά σε όλους. Αυτό που έχει το Στέλλα Travel είναι ότι όλοι είναι φοβισμένοι και μόνοι. Γι' αυτό είναι "ένας". Δείξε μου έναν άνθρωπο που να μην είναι φοβισμένος και μόνος. Από τον θρόνο μέχρι τον δρόμο. Πιστεύω βαθύτατα ότι είμαστε μοναχικότατοι».

 

Μια τελευταία ερώτηση: «Θα ακουστεί η θρυλική φράση "Στέλλα φύγε, κρατάω μαχαίρι";». «Ε, θα την πείραζα; Είναι δυνατόν;» μου λέει.

 

______

Διαβάστε στο LiFO.gr το μπλογκ της Γλυκερίας Μπασδέκη Crying Game

 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ