«Είναι απαραίτητο, κάποιες φορές, να πιστεύουμε αφελώς ότι ο κόσμος δεν είναι τόσο κακός όσο φαίνεται»

O Περουβιανός συγγραφέας Σαντιάγο Ρονκαλιόλο μιλά στη LΙFO.
24.6.2015

Σκοπός, επομένως, της λογοτεχνίας δεν είναι να μεταμορφώνει μόνο τους χαρακτήρες αλλά και τον ίδιο τον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Είθισται, κάθε φορά που επιστρέφει κανείς σε ένα βιβλίο, να ανακαλύπτει κάτι καινούργιο που θέλω να πιστεύω ότι τον κάνει κάθε φορά καλύτερο... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Η συγκυρία της έκδοσης της Εσχάτης των Ποινών από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση Κώστα Αθανασίου, βρίσκει τον Σαντιάγο Ρονκαλιόλο στη χώρα μας ανάμεσα σε απανωτές διαδηλώσεις, μαύρους τίτλους στις εφημερίδες και ξαφνικές καταιγίδες. Όπως όμως ομολογεί, ένα βροχερό πρωινό που τον συναντάμε στο Σύνταγμα, όλα αυτά του είναι πράγματα γνωστά στην Ελλάδα, όπως και τόσα άλλα: «Κάθε φορά που επιστρέφω, φέρνω στον νου σκηνές με Έλληνες φίλους μου στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, τη μυρωδιά που έχει το χώμα στο Σύνταγμα μετά τη βροχή, το ξενοδοχείο όπου πρωτομείναμε με τη γυναίκα μου – φευγαλέες εικόνες που επανέρχονται όταν περνάω από κάποιο μέρος». Ίσως εδώ να οφείλεται και η αγάπη που τρέφουν οι Έλληνες αναγνώστες για τον Ρονκαλιόλο, ο οποίος ξέρει τις βαθιές συνάφειες που έχουν μεσογειακά κράτη, όπως η Ελλάδα, με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής: πολύπαθη ιστορία, εκφραστικούς κατοίκους, λατρεία για το φαγητό. Πολιτιστικές υποδηλώσεις που ίσως να μη γίνονται κατανοητές από κανέναν άλλο παρά από έναν Περουβιανό με αυξημένο ενδιαφέρον για την έρευνα και την κοινωνική και πολιτική ιστορία: αντίστοιχα πολιτικό νουάρ, εντοπισμένο στα χρόνια των δικτατορικών καθεστώτων της Λατινικής Αμερικής στα τέλη της δεκαετίας του '70, είναι και η Εσχάτη των Ποινών. Ποδόσφαιρο, ύποπτες απαγωγές και δολοφονίες, με τον βοηθό αρχειοφύλακα των δικαστηρίων της Λίμα, Φέλιξ Τσακαλτάνα, τον οποίο είχαμε συναντήσει σε μεγαλύτερη ηλικία στον Κόκκινο Απρίλη, να προσπαθεί να εξιχνιάσει την υπόθεση της δολοφονίας του φίλου του και δεινού σκακιστή Χοακίν Κάλβο, με απρόβλεπτες συνέπειες. Αλλά δεν είναι μόνο οι μετατοπίσεις στη δράση που ξαφνιάζουν τον αναγνώστη της Εσχάτης των Ποινών – το ενδιαφέρον βρίσκεται στην απόλυτη μεταλλαγή των χαρακτήρων. Αναρωτιέμαι αν η μεταμόρφωση των ηρώων του είναι κάτι προσχεδιασμένο ή φτάνει να ξαφνιάζει ακόμη και τον ίδιο τον συγγραφέα. «Νομίζω πως η ίδια η ιστορία της αφήγησης είναι μια ιστορία μεταμόρφωσης στον βαθμό που σκοπός της λογοτεχνίας είναι να μεταλλάσσει τους χαρακτήρες σε κάτι που ούτε οι ίδιοι φαντάζονται ότι είναι. Ήδη από τα αρχαία χρόνια ο Αριστοτέλης έκανε λόγο για το κρίσιμο λογοτεχνικό θέμα της "αναγνώρισης"» μου λέει, τονίζοντας τον ορισμό που δίνει ο Σταγειρίτης φιλόσοφος σε άπταιστα αρχαιοελληνικά. «Πρόκειται για εκείνες τις στιγμές που σκίζεται το πέπλο, η πραγματικότητα ξεσκεπάζεται και τίποτα δεν είναι αυτό που πίστευες – ούτε καν εσύ ο ίδιος. Σκοπός, επομένως, της λογοτεχνίας δεν είναι να μεταμορφώνει μόνο τους χαρακτήρες αλλά και τον ίδιο τον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Είθισται, κάθε φορά που επιστρέφει κανείς σε ένα βιβλίο, να ανακαλύπτει κάτι καινούργιο που θέλω να πιστεύω ότι τον κάνει κάθε φορά καλύτερο».

 

Μπορεί, λοιπόν, κάποιες ιστορίες να σε βγάζουν από την πραγματικότητα, οι πραγματικά καλές ιστορίες όμως και τα αληθινά καλά βιβλία σε κάνουν να επιστρέφεις στη ζωή με περισσότερα εφόδια.


Δεν είναι τυχαίο ότι ο κεντρικός του ήρωας, ο Φέλιξ, μεταμορφώνεται σε τολμηρό ερευνητή από συντηρητικό και δειλό αρχειοθέτη, απόδειξη πως «οι ηρωικοί άνθρωποι που προβαίνουν σε γενναίες πράξεις υπάρχουν μόνο στις ταινίες» τονίζει ο Ρονκαλιόλο. «Στην πραγματική ζωή διαπιστώνει κανείς το αντίθετο. Συναντώ διαρκώς ανθρώπους σαν τον Φέλιξ, ο οποίος μπορεί να βρίσκεται σε ένα σκοτεινό υπόγειο του υπουργείου Δικαιοσύνης και να προσπαθεί να επιβιώσει, αλλά κάποιες στιγμές, και σχεδόν χωρίς να το συνειδητοποιεί, προβαίνει σε εξαιρετικά τολμηρές πράξεις». Το ίδιο φαίνεται να κάνει και ο ίδιος ο Ρονκαλιόλο, ο οποίος τολμά να υπερβαίνει διαρκώς τα όριά του, αφού, εκτός από πετυχημένος συγγραφέας, έχει υπάρξει σεναριογράφος για την τηλεόραση, ghost writer αλλά και δηκτικός δοκιμιογράφος (έχει γράψει μέχρι και για το ιαπωνικό πορνό!). «Έχω γράψει σχεδόν τα πάντα και ίσως γι' αυτό, όταν γράφω ακόμη και non fiction βιβλία, όπως ο Ουρουγουανός Εραστής, η τάση μου είναι χαμαιλεοντική. Ως συγγραφέας, οφείλω να καταλάβω πώς νιώθουν σχεδόν οι πάντες: τρομοκράτες, πόρνες, ποιητές κ.λπ. Πρέπει να βλέπω αυτά που βλέπουν – κι αυτό είναι κάτι που αναζητάμε αναγκαστικά στη λογοτεχνία, το να μπορούμε να ζήσουμε διαφορετικές ζωές. Μπορεί, λοιπόν, κάποιες ιστορίες να σε βγάζουν από την πραγματικότητα, οι πραγματικά καλές ιστορίες όμως και τα αληθινά καλά βιβλία σε κάνουν να επιστρέφεις στη ζωή με περισσότερα εφόδια. Για παράδειγμα, ο ήρωάς μου, ο Φέλιξ, μου έμαθε πάρα πολλά, αν και όταν έγραφα το δεύτερο βιβλίο που είχε εκείνον ως ήρωα, ήμουν ακόμη μεγαλύτερος σε ηλικία κι αυτός μικρότερος! Για μένα ο Φέλιξ βρέθηκε να εκπροσωπεί την αθωότητα, ίσως και την αφέλεια που πρέπει να διαθέτει κάθε άνθρωπος αν θέλει να επιβιώσει. Κι αυτό γιατί κανείς δεν μπορεί να αντέξει τόσες σκηνές βίες ή να πιστέψει ότι όντως ένας αστυνομικός μπορεί να χτυπάει μια ανυπεράσπιστη έφηβη σε κάποιο προάστιο της Αμερικής ή φασίστες να δέρνουν μετανάστες σε κάποιο απομακρυσμένο νησί. Είναι απαραίτητο, κάποιες φορές, να είμαστε αφελείς και να πιστεύουμε ότι ο κόσμος δεν είναι τόσο άσχημος και τόσο κακός όσο φαίνεται πως είναι, παρότι ξέρουμε ότι πρόκειται για φενάκη. Είναι σαν τις απαντήσεις που δίνουν οι διάφορες Μις Κόσμος όταν τις ρωτάνε τι θα αλλάζατε στον κόσμο αν μπορούσατε κι εκείνες απαντούν: "θα έφερνα παγκόσμια ειρήνη, θα έκανα τα παιδιά στην Αφρική να μην υποφέρουν από την πείνα" και άλλα τινά. Ίσως να είναι μια αφέλεια επιβεβλημένη».

 

Όλοι έχουμε ψευδαισθήσεις. Ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο ψέματα για πράγματα που δεν γνωρίζουμε ή που θέλουμε να πιστεύουμε πως έχουν αλλιώς... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Αντίστοιχα σκληρά, πάντως, είναι τα γεγονότα που περιγράφονται στην Εσχάτη των Ποινών, παράλληλα με τις νικηφόρες σκηνές και τα γκολ που βάζει η Εθνική Ομάδα του Περού: παρακολουθούμε σκληρά βασανιστήρια, οδυνηρές σκηνές με απαγωγές και καταστάσεις που δεν διανοείται κανείς ότι συνέβησαν στις πανέμορφες ετούτες χώρες. «Δυστυχώς, τα απολυταρχικά καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής "κληρονόμησαν" την αισθητική και τις φασιστικές μεθόδους των μελανοχιτώνων της Ιταλίας με τον χειρότερο τρόπο. Λειτούργησαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, αν και ουσιαστικά ο τρόπος που λειτουργεί ο φασισμός υπερβαίνει το θέμα της "μεθόδου εξόντωσης". Ουσιαστικά εδράζεται στον φόβο ότι ο κάποιος άλλος προσπαθεί να μας κάνει κακό. Γι' αυτό και οι φασίστες βασίζουν τα πάντα στην εξόντωση και στην απαγόρευση. Ο φόβος γεννάει βίαιες αντιδράσεις και φανατισμό. Δείτε, για παράδειγμα, τις ταινίες που γύριζαν στην Αμερική την εποχή του μακαρθισμού και αφορούσαν εξωγήινους και άλλα παράξενα όντα που προσγειώνονταν στη χώρα από άλλους πλανήτες με σκοπό την εξόντωση του κόσμου. Πρόκειται γι' αυτό ακριβώς το αίσθημα ότι κάποιοι ξένοι έρχονται από έναν άγνωστο τόπο –το άγνωστο προκαλεί πάντα φόβο– για να μας βλάψουν και αυτές οι ιστορίες ενσαρκώνουν με τον πιο παράλογο πλην όμως απτό τρόπο τις συλλογικές κοινωνικές φοβίες». Προφανώς, η ποπ κουλτούρα έχει πολλά να αποκαλύψει για την πολιτική και την αισθητική της κάθε εποχής και δεν είναι τυχαίο πως και ο ίδιος ο Ρονκαλιόλο αναφέρεται σε ποπ σύμβολα και ταινίες στο βιβλίο του, όπως ο Πυρετός το Σαββατόβραδο με τον Τζον Τραβόλτα. «Ναι, και δεν είναι τυχαίο. Θεωρώ ότι εκεί ανήκω, στην ποπ κουλτούρα. Θυμάμαι, μικρός, να είμαι κλεισμένος στο σπίτι, ακριβώς επειδή τότε οι γονείς φοβόντουσαν και δεν άφηναν τα παιδιά να κυκλοφορήσουν, και να βρίσκω καταφύγιο σε αυτά τα σύμβολα. Μπορεί να μεγάλωσα διαβάζοντας εκλεπτυσμένη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, αλλά απολάμβανα απόλυτα τα ποπ τηλεοπτικά προϊόντα, όπως τα χολιγουντιανά φιλμ και οι ταινίες τρόμου. Εσκεμμένα, άλλωστε, χρησιμοποιώ το ποδόσφαιρο ως το πιο επιδραστικό μέσο της ποπ κουλτούρας, με σκηνές από τη μετάδοση του αγώνα να μπαίνουν εμβόλιμα στην πρόζα. Και ο λόγος είναι ότι σε αντίθεση με τις πνευματικές αναζητήσεις, τα ποπ σύμβολα έχουν μεγαλύτερη επίδραση στο συναίσθημα. Εξού και το ότι είναι πιο αποτελεσματικά. Μοιάζουν να θερμομετρούν όλες τις διαβαθμίσεις της κάθε χώρας –πολιτιστικές, πολιτικές και άλλες– κι αυτό είναι κάτι που χρειάζεται κάθε συγγραφέας. Μόνο έτσι καταλαβαίνει τι τρέχει σε κάθε μέρος, ενώ, αντίθετα, αν μιλήσει μόνο με διανοούμενους, τότε θα καταλάβει τι ΔΕΝ τρέχει σε κάθε χώρα. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τα σίριαλ και τα τηλεοπτικά προϊόντα. Τις προάλλες μιλούσα με έναν φίλο που γυρίζει εξαιρετικές ταινίες ζόμπι για τον τρόπο που τα ζόμπι απεικονίζουν τον κοινωνικοπολιτικό ιστό – και δεν κάνω πλάκα. Παλιά τα ζόμπι ήταν ζωντανοί νεκροί που έβγαιναν από τους τάφους και περιφέρονταν με άσκοπα και αργόσυρτα βήματα ανάμεσα στους ζωντανούς, τώρα όμως τα ζόμπι είναι μολυσματικοί οργανισμοί που δαγκώνουν το ένα το άλλο, ενώ παράλληλα τρέχουν σαν διαβολεμένα. Μιλάμε για τρομερές ταχύτητες! Αυτό δεν είναι τυχαίο, γιατί η μολυσματική τους φύση φέρνει στον νου την ταχύτητα με την οποία εξαπλώνονται οι ιοί σε ολόκληρο τον κόσμο, ενσαρκώνοντας αντίστοιχα τις δικές μας φοβίες για τις μολυσματικές ασθένειες. Πρόκειται, δηλαδή, για αόρατους μικροεχθρούς που θέλουν το κακό μας και πολλές φορές και τη ζωή μας την ίδια».


Γι' αυτό και η αλήθεια των πραγμάτων και της πολιτικής είναι σχετική για τον Ροκανλιόλο: «Όλοι έχουμε ψευδαισθήσεις. Ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο ψέματα για πράγματα που δεν γνωρίζουμε ή που θέλουμε να πιστεύουμε πως έχουν αλλιώς. Το μόνο όμως που υπάρχει, ειδικά στην πολιτική, είναι αβεβαιότητα. Τις προάλλες έτυχε να θέσω ένα σχετικό ερώτημα σε έναν καλό μου φίλο και κορυφαίο στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τις διαπραγματεύσεις. Για την ακρίβεια, τον ρώτησα τι νόημα έχουν όλες αυτές οι προσπάθειες όταν ξέρουν ότι θα αποβούν άκαρπες. Και μου απάντησε με μια σκηνή από τη Φωλιά του Κούκου, όπου ο Τζακ Νίκολσον προσπαθεί μάταια να σηκώσει ένα τεράστιο τραπέζι. Όλοι συγκεντρώνονται γύρω του και βάζουν στοιχήματα, αλλά, τελικά, παρά τις προσπάθειες, τα χέρια του γλιστράνε και το τραπέζι πέφτει. Και τότε φωνάζει "Εγώ, τουλάχιστον, προσπάθησα!". Μπορεί η περιγραφή να αφορούσε τις διαπραγματεύσεις, αλλά δηλώνει κάτι γενικότερο για την πολιτική: σημασία εν προκειμένω έχουν η προσπάθεια και η πίστη. Όλα τα άλλα είναι απλώς θέμα πιθανοτήτων. Κι αυτές καμία ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να τις καταγράψει με ακρίβεια».

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ