Editorial

Εγκώμιο της κούρασης. Από τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο

Η Κούραση, αυτός ο ξαφνικός λήθαργος της ψυχής, είναι ένα αίσθημα ειλικρινές και ανώτερο, ειδικά όταν αναγνωρίζεται πάνω σε αυτούς που φαινομενικά τα έχουν όλα. Διότι κανείς δεν έχει τίποτα!

Όταν κουράζομαι πολύ και σαν να χάνω επαφή, αυτοματικά κάνω switch σε μια παλιά νωχέλεια. Συνήθως αράζω κάπου και στις λεπτομέρειες ανακαλύπτω καθεδρικούς ναούς. Καθετί μικρό και ασήμαντο μου φαίνεται μεγάλο, πλήρες και συναρπαστικό. Και κουρασμένος, γίνομαι λιγάκι πιο ελεύθερος. Ας καίγονται τα terabytes σαν πυρετός – είμαι στις φραουλένιες πεδιάδες του κάψιμου. Εδώ, οι πέρδικες βαδίζουν σιγανά και το ρυάκι του ζεν κατεβάζει καμέλιες από τον πύργο των εργατών. Η ζωή είναι απλή, όπως παλιά.


Ή δεν έχω δίκιο; Ας το συζητήσουμε.


Ναι, παλιά η ζωή μου ήταν ένα έκπαγλο τραγούδι, αλλά επίσης ζούσα με δανεικά. Εννοώ, ήμουν εκτός παραγωγικής διαδικασίας. Αν κάτι με ζόριζε, απλώς το αγνοούσα. Δεν χτύπαγα κάρτα, δεν με έτρωγε ο ανταγωνισμός και η ανασφάλεια, δεν έπρεπε να τρέχω λαχανιασμένος πίσω από τον άπονο ρυθμό του (συγγνώμη για τις χυδαιολογίες) καπιταλισμού. Ζούσα στον στυγνό, αδιάφορο κόσμο της νιότης.


Όταν έγινα παιδί του κόσμου, έγινα και γιος του πατέρα μου. Φαινομενικά, δεν είχαμε τίποτα να μοιράσουμε, εκτός απ' το DNA. Εκείνος, ένας αγράμματος εργάτης στα νταμάρια, εγώ στις εφημερίδες. Κι όμως, όταν μπήκα στον χορό και στις ανάγκες, όταν έπρεπε να τρέξω να προλάβω, πράγματα, δουλειές ή ανθρώπους, όταν μου έφευγε η πνοή και στριφογύριζα όλη νύχτα από κάποια έγνοια – τότε άρχισα να ερμηνεύω τη δική του Κούραση, σε μια εποχή υποτίθεται πιο απλή και ήρεμη. Καθόλου απλή, καθόλου ήρεμη. Η καταδίωξη που νιώθω από τα κινητά και η πλήρης παραβίαση του ιδιωτικού χρόνου από τα e-mails, το facebook και το skype είναι πολύ ίδια με την 24/7, σχεδόν δουλική διαθεσιμότητά του σε ένα πανταχού παρόν αφεντικό.


Είμαι πια πεπεισμένος (αλλά, δυστυχώς, δεν έχω τα «επιστημονικά εργαλεία» να το αποδείξω) για δύο πράγματα: ότι δεν ισχύει το «κάθε πέρσι και καλύτερα» και ότι δεν ισχύει ότι «είμαστε Η Κουρασμένη Γενιά.»

 

Πιστεύω ότι πάντα οι άνθρωποι ήταν κουρασμένοι όταν αδυνατούσαν να ακολουθήσουν μια νέα επιτάχυνση, μια νέα ένταση του πολιτισμού ή, συνηθέστερα, της τεχνολογίας. Δεν είναι θέμα γενιάς, ούτε Ίντερνετ. Μπορώ να φανταστώ τον ίλιγγο που προκαλούσαν τα πρώτα εργοστάσια, η πρώτη καραμπόλα αυτοκινήτων, τα πρώτα τηλεφωνήματα αργά τη νύχτα απ' τη δουλειά.



Για το δεύτερο νομίζω ότι
είμαστε και λίγο θύματα της νεοφιλελεύθερης σκληρότητας, η οποία ευχαρίστως θα αντικαθιστούσε κάθε ανθρώπινο πλάσμα με μια σομόν μηχανή και η οποία θεωρεί τους ανθρώπους υπαίτιους όταν δεν μπορούν να ανταποκριθούν στη διαρκή επιτάχυνση της παραγωγικής διαδικασίας: φταίει όποιος κουράστηκε και μένει πίσω διότι δεν φρόντισε να γυμναστεί σωστά, φταίει όποιος μελαγχολεί διότι δεν φρόντισε να γεμίσει με ενδιαφέροντα τη ζωή του, φταίει ο Έλληνας της κρίσης διότι «καλά ήταν όταν έτρεχε και ζήταγε ρουσφέτια;» (Ή πώς η κηρυγματολογική θέρμη των αριθμών οδηγεί κατευθείαν στον νέο ευρωπαϊκό ευγονισμό...)


Όχι, πιστεύω ότι πάντα οι άνθρωποι ήταν κουρασμένοι όταν αδυνατούσαν να ακολουθήσουν μια νέα επιτάχυνση, μια νέα ένταση του πολιτισμού ή, συνηθέστερα, της τεχνολογίας. Δεν είναι θέμα γενιάς, ούτε Ίντερνετ. Μπορώ να φανταστώ τον ίλιγγο που προκαλούσαν τα πρώτα εργοστάσια, η πρώτη καραμπόλα αυτοκινήτων, τα πρώτα τηλεφωνήματα αργά τη νύχτα απ' τη δουλειά.


Και τείνω να πιστέψω ότι η Κούραση γενικώς υπήρξε τόσο απεχθής ως κατάσταση του ανθρώπου, όχι διότι είναι ακριβώς δυσάρεστη αλλά διότι είναι αντιπαραγωγική και –επιτρέψτε μου ξανά– αντιεξουσιαστική. Πέρα από ακραίες περιπτώσεις, όπου η υπερκόπωση φτάνει στην αρρώστια, οι πιο ελαφρές μορφές κούρασης, έτσι όπως σπρώχνουν τον άνθρωπο έξω από τον κλοιό της εργασίας, έξω στα χωράφια, έχουν κάτι περίπου ποιητικό. Ανυπότακτο και ποιητικό.

 

Δεν είναι καινούργια πράγματα αυτά. Από τη μέλαινα χολή του Ιπποκράτη που προκαλούσε δυσθυμία, φόβο και εν τέλει μελαγχολία, μέχρι τον Αριστοτέλη που στο «Μελαγχολία και ιδιοφυΐα» (εκδ. Άγρα) αναρωτιέται «Για ποιον λόγο όλοι όσοι έχουν αναδειχθεί εξαίρετοι στη φιλοσοφία ή στην πολιτική ή στην ποίηση ή στις τέχνες είναι εµφανώς µελαγχολικοί;», οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι η Κούραση της καρδιάς, τα πεσμένα κέφια της ύπαρξης, είναι γνώρισμα των ποιητών και δεν πρέπει να δαιμονοποιείται, διότι είναι απλώς έκκριση ενός χυμού. Δεν φταίει ο άνθρωπος, αλλά κάτι οργανικό, στο σώμα του. Όπως όταν σπάει, ας πούμε, μια ηρωίδα του Τενεσί Ουίλιαμς. Αυτή η σακατεμένη μουσική που βγαίνει από τη νευρασθένειά της, έτσι όπως είναι ανίκανη να κάνει την παραμικρή πρακτική κίνηση, πόσο μάλλον δουλειά, έχει κάτι καλλιτεχνικό εν τη δυσπραγία του.


Δεν είναι τυχαίο ότι συνήθως κουρασμένοι και μελαγχολικοί είναι οι άεργοι αστοί στις ελληνικές ταινίες - που κι αυτοί δεν βασανίζονται από το μεροδούλι μεροφάι : (L' ennui: η ακηδία των αστών, η έλλειψη ενθουσιασμού, κάτι από English Malady, η πολυτελής θλίψη, το να ανιάς χωρίς διακριτό αίτιο, οι άλλοι να σε λένε κακομαθημένο παλιοκόριτσο, αλλά εσύ να πνίγεσαι, να θες να φωνάξεις πάνω από τη φυλακή της Εκάλης, να είσαι αεροσυνοδός και να πλήττεις πάνω απ' τις πόλεις, μια αίσθηση κούρασης στα μέλη, ατονίας στα νεύρα, ένας έρωτας που σ' αρέσει το σεξ του αλλά βαριέσαι την κλινοπάλη του, τραγούδια του Χατζηνάσιου, του Πιτσιλαδή, το να είσαι ιδεώδης εν τη λύπη σου, classy εν τη μελαγχολία σου, καπνός και σκοτς εκεί που τραγουδά η Κανελλίδου, μια μυστική αρρώστια, ένα λεπτοφυές μαράζι – και άλλα πολλά).


Ούτως ή άλλως, η Κούραση, αυτός ο ξαφνικός λήθαργος της ψυχής, είναι ένα αίσθημα ειλικρινές και ανώτερο, ειδικά όταν αναγνωρίζεται πάνω σε αυτούς που φαινομενικά τα έχουν όλα.


Διότι κανείς δεν έχει τίποτα! Κι έρχεται, πού και πού, μια αναλαμπή που το καταλαβαίνεις. Και δεν έχεις όρεξη πια να προσπαθείς.


Τι στενάζει ο Τάκης, που δεν έχει ανάγκη; Μας δουλεύει;


―Όχι, ο Τάκης δεν σε δουλεύει. Απλώς δεν μπορεί να καταλάβει γιατί τόση υπερπροσπάθεια! Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί χάνει τα καλύτερά του χρόνια για να αγοράσει ένα αυτοκίνητο. Γιατί τόσο γρήγορα ασπρίζουν τα μαλλιά του. Γιατί πεθαίνουν τόσο βιαστικά οι φίλοι του. Γιατί έχει παχύνει τόσο.


Ο Τάκης είναι κουρασμένος όχι επειδή τα social media είναι ένα αγχωτικό ή επιθετικό πανηγυράκι, αλίμονο,  αλλά διότι συνειδητοποίησε απόψε ότι η ζωή περνάει σαν αναψοκοκκίνισμα σε μάγουλα παρθένας (το αιώνιο, απάλευτο υπαρξιακό θεματάκι του ανθρώπου) κι ακούει ήδη από μακριά τον ήχο της γιορτής να απομακρύνεται.Ολοένα.

 

Άσ' τον να πάει τη βόλτα του. Και θα γυρίσει. Δεν έχει και αλλού!

 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

 

 

3 Σχόλια
Μαίρη Καζαρές 26.10.2016 | 12:34
Σας ευγνωμονώ για κάθε σας κείμενο, κε. Τσαγκαρουσιάνο.
skeletor 26.10.2016 | 13:39
Στάθη συγνώμη αλλά....ο νεοφιλελευθερισμός θα αντικαθιστούσε ευχαρίστως έναν άνθρωπο με μία σομόν μηχανή; Αναφέρεσαι στην τεχνολογική πρόοδο ως εκ γενετής ιδεολογικό ελάττωμα του νεοφιλελευθερισμού;

ΟΚ, κάθε άνθρωπος έχει τα πιστεύω του, τον τρόπο που βλέπει την κοινωνία, πως αντιλαμβάνεται την ελευθερία, τη δημοκρατία, κτλ...αλλά ο νεοφιλελευθερισμός θέλει να αντικαταστήσει τον άνθρωπο;

Νομίζω - και το πιστεύω - ότι είσαι ένας πραγματικά φιλελεύθερος άνθρωπος. Προοδευτικός, σύγχρονος. Αλλά πιστεύω βαθύτατα ότι κουβαλάς (ή έχεις από μόνος σου) στερεότυπα για ιδεολογίες και πολιτικές. Ο φιλελευθερισμός πιστεύει στην ελευθερία του ατόμου, στην πρωτοβουλία και στην ελευθερία και ανάγκη για εξέλιξη, για διαρκή βελτίωση. Πυρήνας της αντίληψης είναι το άτομο, όχι η μηχανή ή δεν ξέρω τι.

Με ειλικρινή εκτίμηση.

=================================
Living_in_a_material_world 26.10.2016 | 14:41
O καταναλωτισμός,το κατέχειν και το φαίνεσθαι έχουν από καιρό αγγίξει τα οριά τους ως αξίες ζωής.Ολο και περισσότεροι αισθάνονται την έλλειψη νοήματος σε αυτή την κούρσα για περισσότερο πλούτο,περισσότερη δύναμη,περισσότερη εξουσία.Είναι πλέον εμφανές πως υφίσταται κενό νοήματος
Υπάρχει κρίση νοήματος λοιπόν.Η όποια απάντηση στην κρίση αυτή μπορεί να βασιστεί μόνο σε εναλλακτικές μορφές πνευματικότητας που θα εμπνεύσουν και διαφορετικούς τρόπους ζωής.

PRINT ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ