Οι αλλοτινές εποχές έχουν το κύρος μιας χαμένης πατρίδας και ως γνωστόν οι χαμένες πατρίδες δημιουργούν περισσότερους κραδασμούς μέσα μας απ' όσο η υπαρκτή μας χώρα ‒ το παρόν και τα προβλήματά του.
Δεύτερες Σκέψεις

Η ελληνική κόπωση και τα «παλιά, καλά χρόνια»

Γιατί, λοιπόν, αυτή η στροφή, έστω υποκριτική και γεμάτη στερεότυπα, προς το '50 ή το '60; Είναι απλώς η αιώνια λιακάδα των ελληνικών ταινιών, ο Ζήκος και η Βουγιουκλάκη, η ποδιά του παγωτατζή και οι εικόνες εκείνης της λαμπρής, νυχτερινής Σταδίου κάποια Χριστούγεννα του 1960;

Αν έχουν ένα ενδιαφέρον οι συγκριτικές πολυεθνικές έρευνες για τη στάση των πολιτών στο ένα ή στο άλλο ερώτημα, είναι γιατί προσφέρουν ένα μείγμα αναμενόμενων και απροσδόκητων απαντήσεων. Διαβάζοντας το ερώτημα μπορεί να ξέρεις από πριν τι περίπου θα συναντήσεις και την ίδια στιγμή να νιώθεις παράξενα. Να επιβεβαιώνεσαι και, παρ' όλα αυτά, να προβληματίζεσαι ξανά και ξανά.


Έτσι και με αυτή την έρευνα «παγκόσμιων στάσεων» του Pew Research Center για το αν η ζωή ήταν καλύτερη το '60 ή αν, αντιθέτως, έχουμε κάνει μεγάλα βήματα προόδου, η έκπληξη πάει μαζί με το προβλέψιμο. Μας φαίνεται, ας πούμε, απολύτως λογικό που οι Βιετναμέζοι δεν πιστεύουν καθόλου πως «ήταν καλύτερα τότε». Στο κάτω-κάτω, πώς θα μπορούσε κάποιος να νοσταλγεί τον καιρό που έπεφταν βόμβες και καιγόταν με ναπάλμ η χώρα του ή τους καιρούς που η αθλιότητα ήταν σαρωτική, δίχως ακόμα τα οφέλη (έστω με πολύ άνισο τρόπο μοιρασμένα) της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης;


Η Ελλάδα όμως; Ή η Ιταλία, και αυτή, όπως φαίνεται, πολύ κοντά στην δική μας αίσθηση απώλειας;


Υπάρχουν, νομίζω, δύο εκδοχές. Η πρώτη έχει να κάνει με τις εντυπώσεις από την πρόσφατη κρίση. Όλες οι δυσφορίες της συγκυρίας την οποία ζούμε θα μπορούσαν να είναι η αιτία για τη φυγή προς τα πίσω, προς το περίφημο «ναι, υπήρχε φτώχεια, αλλά ήμασταν πιο κοντά ο ένας στον άλλον». Με άλλα λόγια, το παρελθόν ως προστατευτική αγκαλιά και θερμοκοιτίδα νοήματος, παρά τις στερήσεις και τις χοντροκοπιές του.

 

Άνθρωποι που δεν μπορούν να λειτουργήσουν ούτε μια μέρα χωρίς τον φορτιστή του κινητού τους προσποιούνται τους νοσταλγούς του τηλεφώνου στο μπακαλικάκι. Γενιές που θεωρούν αδιανόητη τη μια ή την άλλη έλλειψη καμώνονται πως θα ήθελαν να ζουν στις λιτοδίαιτες εποχές.


Η άλλη εκδοχή αφορά την πολυσυζητημένη εδώ και χρόνια και διεθνώς νοσταλγία για τις «χρυσές μεταπολεμικές» δεκαετίες: ένα γιγάντιο κύμα εικονομανίας, vintage συλλεκτικών, ποπ μυθοποίησης και στυλιστικής φετιχοποίησης της εποχής, η οποία ανακάλυπτε τις ποικιλίες της vita moderna: από το ροκ εν ρολ και τη νεότητα ως ξεχωριστή πολιτισμική κατηγορία ως την κοινωνική συνείδηση και την πολιτική ευαισθησία.


Αυτή η διαμεσολαβημένη από ταινίες και άλλα πολιτιστικά τεκμήρια «γνώση του παρελθόντος» βαραίνει αναμφίβολα στην αποτίμηση του παρόντος. Εν πάση περιπτώσει, είναι τάση που εμφανίζεται σε πολλές χώρες του κόσμου, ανεξάρτητα από το εάν τελικά κερδίζει τη μάχη το παρόν ή αν, όπως στην ελληνική περίπτωση, υπερισχύει η ιδέα πως στο χτες ήμασταν καλύτερα.

Από τη μια, λοιπόν, ένα αποτέλεσμα της ύφεσης και της ζημιάς που έχει υποστεί το στόρι της ευημερίας και της μεσοαστικής επιτυχίας. Τα πιο πρόσφατα βιώματα είτε λειαίνουν τις δυσάρεστες αναμνήσεις (για όσους ζούσαν τότε) είτε σπρώχνουν τους νεότερους σε ειδυλλιακές σκηνοθεσίες του «κάποτε». Οι αλλοτινές εποχές αποκτούν έτσι το κύρος μιας χαμένης πατρίδας και ως γνωστόν οι χαμένες πατρίδες δημιουργούν περισσότερους κραδασμούς μέσα μας απ' όσο η υπαρκτή μας χώρα ‒ το παρόν και τα προβλήματά του.

 

Από την άλλη, έχουμε το εφέ μιας ψυχικής διάθεσης που φαίνεται να ριζώνει διεθνώς, τουλάχιστον σε πολλές προηγμένες χώρες. Για να το πω αλλιώς, αξίες όπως αυτή της απλής ζωής, της αυθεντικότητας ή της αίσθησης της κοινότητας ασκούν μια εκ του μακρόθεν γοητεία. Το '50 και το '60 εμφανίζονται ως εποχές όπου όλα τα πράγματα ήταν λιγότερο περίπλοκα κι επομένως περισσότερο προσιτά. Ο κόσμος είχε σαφή περιγράμματα, οι γειτονιές αποτελούνταν από γνωστούς της οικογένειας, η πολιτική είχε στέρεα στρατόπεδα, οι επιθυμίες των ανθρώπων δεν χάνονταν σε κουραστικές ρευστότητες και αμφιθυμίες. Έτσι, τουλάχιστον, πιστεύουν οι επίγονοι για τους προγόνους τους, ασχέτως του αν αυτό αληθεύει ή όχι.


Απέναντι σε αυτά, η αντίδραση πολλών, και κυρίως ανθρώπων που θέλουν να είναι ορθολογιστές, είναι η ειρωνική κριτική. Ειπώθηκε έτσι ότι αυτή η ελληνική αίσθηση πως πάμε προς το χειρότερο ή πως τα χρόνια του '50 και του '60 ήταν καλύτερα, στεγάζει μια τεράστια παρεξήγηση, ότι αποκαλύπτει έναν λαό που θέλει να παραβλέπει τις μορφές καθυστέρησης, τις ελλείψεις και τις πολιτικές ασχήμιες της Ελλάδας των μετεμφυλιακών καιρών.

 

Η διάσημη πλέον φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα, Χριστούγεννα στην Αθήνα τη δεκαετία του '60.


Και αυτή η τυφλότητα και η σύγχυση πάει, λένε πολλοί, μαζί με την υποκρισία. Άνθρωποι που δεν μπορούν να λειτουργήσουν ούτε μια μέρα χωρίς τον φορτιστή του κινητού τους προσποιούνται τους νοσταλγούς του τηλεφώνου στο μπακαλικάκι. Γενιές που θεωρούν αδιανόητη τη μια ή την άλλη έλλειψη καμώνονται πως θα ήθελαν να ζουν στις λιτοδίαιτες εποχές.


Πολλές φορές έχω σταθεί κι εγώ απέναντι από αυτή την περιφρόνηση για τα παρόντα και την ανύψωση των περασμένων. Απέναντι σε αυτό που μοιάζει με ένα κράμα αχαριστίας, άγνοιας, ιδεολογικής ψευδαίσθησης και ποπ ελαφρότητας.


Οι πιο ενδιαφέρουσες σκέψεις έρχονται όμως αφού έχουμε σταματήσει να επιδοκιμάζουμε ή να κατακρίνουμε. Όταν η κατεδάφιση δίνει τη θέση της στην απόπειρα για κατανόηση. Γιατί, λοιπόν, αυτή η στροφή, έστω υποκριτική και γεμάτη στερεότυπα, προς το '50 ή το '60; Είναι απλώς η αιώνια λιακάδα των ελληνικών ταινιών, ο Ζήκος και η Βουγιουκλάκη, η ποδιά του παγωτατζή και οι εικόνες εκείνης της λαμπρής, νυχτερινής Σταδίου κάποια Χριστούγεννα του 1960; Είναι απλώς η διακίνηση χαπιών μνήμης και επινοημένης αισθαντικότητας; Ή είναι απλώς και μόνο κούραση; Η κόπωση από κάτι που νιώθουμε πως μας ξεφεύγει από τα χέρια και δεν το ελέγχουμε πια;


Πιστεύω πως είναι εν τέλει αυτή η αίσθηση πως τότε, στην αρχή της σύγχρονης ζωής μας, στην πρωτόγονη αφετηρία όλων αυτών που γίναμε, είχαμε περισσότερες δυνάμεις. Είχαμε, πώς να το πω, περισσότερη ενέργεια, για να χρησιμοποιήσω τη λέξη του μεταμοντέρνου συρμού. Είχαμε όρεξη για πράγματα.


Αν κάτι μας φοβίζει περισσότερο στο σήμερα, είναι η απουσία πάθους και η ανορεξία. Αυτή την έλλειψη αναπληρώνει η στροφή προς τις εποχές που βγαίναμε από τις λάσπες και όμως χαιρόμασταν με κάθε βήμα και κάθε καινούργια κατάκτηση.


________________________________________________

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:

Το δiχτυ της νοσταλγiας
«Α, στη δική μου την εποχή, η Τέχνη ήταν κάτι το έκπαγλο!»... ή Το βόλεμα να ψάχνεις την ομορφιά μόνο στα πράγματα που ήδη ξέρεις.
ΣΤΑΘΗΣ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΣ

 

 

Δεύτερες Σκέψεις
12 Σχόλια
avatar
σαλιγκάρι 13.12.2017 | 14:21
ο Ράμφος ή ο Γιωσαφάτ έχει πει ότι οι έλληνες είμαστε νευρωτικός λαός. ο νευρωτικός είναι αυτός που ζει στην φαντασία του και πολύ λιγότερο στην πραγματικότητα. ένα παράδειγμα είναι αυτός που φαντάζεται ότι είναι έξυπνος και όντως πιστεύει ότι είναι έξυπνος ακριβώς επειδή το φαντάζεται για τον εαυτό του, ασχέτως της πραγματικότητας.
έτσι λοιπόν και με τις δεκαετίες 50' και '60. επειδή στην φαντασία τους τις έχουν για δεκαετίες ρομαντικές γιατί π.χ. δεν υπήρχε το ίντερετ και το τηλέφωνο ήταν σε ελάχιστα σπίτια, η ελλάδα έδειχνε να ανακάμπτει αλλά και γιατί οι ασπρόμαυρες ταινίες είναι των δεκαετιών αυτών κλπ, οι έλληνες είναι σίγουροι ότι αυτό που φαντάζονται είναι και το πραγματικό. γιατί; επειδή είναι νευρωτικοί.
avatar
Ανώνυμος/η 13.12.2017 | 14:54
Το ΄50 και το '60 τα τραίνα έφευγαν γεμάτα με ανθρώπους που δεν είχαν καμιά προοπτική παρά μόνο να είναι οι "Έλληνες γείτονες" των Γερμανών και να δουλεύουν σαν gastabeiters για το γερμανικό θαύμα. Περίπου το ίδιο και σε Σουηδία, Αυστραλία, όπου μπορούσαν. Αλλοι ήταν στα μακρονήσια και τα παιδιά τους δεν είχαν ευκαιρίες χωρίς πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.
Ο κοινωνικός ιστός, οι γειτονιές και οι ευρύτερες οικογένειες ήταν γεμάτες προκαταλήψεις και σπάνια μπορούσε κάποιος να ορίσει τη ζωή του όπως ήθελε. Οι αντιλήψεις για τις ανύπαντρες μητέρες και τους gay ήταν περίπου όπως τώρα στο ισλαμ. Τις χωρισμένες γυναίκες, τις αποκαλούσαν "ζωντοχήρες" και τις ανύπαντρες μετά τα τριάντα "γεροντοκόρες".
Πολυμελείς οικογένειες από επαρχία έστελναν τα κορίτσια τους από 13 χρονών να δουλεύουν εσωτερικές υπηρέτριες. Οι συνθήκες εργασίες ήταν τραγικές, οι περισσότερες δέχονταν σωματική τιμωρία, όπως η Σπυριδούλα ή και βιασμούς από τους άρρενες της οικογένειας και τα βρέφη κατέληγαν σε ιδρύματα. Αντίστοιχα τα αγόρια γίνονταν παραγιοί σε τεχνίτες και η πενιχρή αμοιβή τους στελνόταν στις οικογένειες.
Αυτά δεν φαίνονται στις λαμπερές ταινίες της Βουγιουκλάκη αλλά στη "Συνοικία το όνειρο" και στο θεατρικό "Αυλή των θαυμάτων", ακόμα και στο Ν.4000.
H αστική τάξη βέβαια που ένα μέρος ήταν οι λαδέμποροι της Κατοχής, περνούσε καλά όπως περνάει και τώρα με τα χρήματα στους φορολογικούς παραδείσους και τα ακίνητα σε offshore και μερικοί από αυτούς θα πάρουν και κοινωνικό μέρισμα.
Ο καπιταλισμός παραμένει ως είχε. Οι κοινωνία όμως είναι πολύ πιο ανοιχτόμυαλη.
avatar
Little Citron 13.12.2017 | 17:25
Συμφωνώ σε πολλα που ανέφερες εκτός για το σχόλιο σου περί της αστικής τάξης ( ότι ήταν ως επι το πλείστον λαδεμποροοντης κατοχής και υπόνοια ότι οικειοποιουσαν μερίσματα που πήγαιναν σε φτωχούς). Μαζί λοιπόν με την Σπυριδουλα, τους gastabeiters και τις οπισθοδρομικές αντιλήψεις περί ομοφυλοφίλων και χωρισμένων, ιςως είναι καιρός να απαλλαγούμε και απο τις παροχυμενες αντιλήψεις για τους "έχοντες" και την αστική τάξη. Ότι οι πλούσιοι ή οι αστοί δηλαδή ζουν και ζουςαν πάντα σε βάρος του φτωχοί λαού και απέκτησε τα χρήματα του με μη έντιμους τρόπους. Θα ήθελα επίσης έπιτελους μια απόδειξη απο αυτούς που ισχυρίζονται με βεβαιότητα ότι οι αστοί είναι και ήταν κακοί και απατεώνες. Δεν σταματάει να με εντυπωσιάζει και να με τρομάζει η ευκολία που εκστομίζονται τέτοιοι ισχυρισμοί. Εκτός αν υπάρχουν απτές αποδείξεις;
avatar
Ανώνυμος/η 13.12.2017 | 18:29
Τζέλα Δελαφράγκα, εσύ;
avatar
Γράφων 14.12.2017 | 09:52
@ old lonely dog

Ο βερμπαλισμός του Μικρού Λεμονιού ίσως αλλοιώνει το περιεχόμενο των λόγων του/της αλλά δεν βρίσκεις τον Προυντόν λίγο πασέ; Άπασα ιδιοκτησία εστί κλοπή;

Αν είναι κλοπή η ιδιοκτησία για ποιο λόγο η "δίκαιη" ανταλλακτική τράπεζα του Προυντόν φαλήρισε; Ή για ποιο λόγο έγινε ο Διαφωτισμός αν όχι για την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας από την βασιλική, δηλ. κρατική, παρέμβαση;

Υπάρχει ένα ρητό που λέει ότι ο Μαρξ ήταν εξαίρετος γιατρός ως προς τη διάγνωση αλλά τραγικός ως προς την πρόταση θεραπείας. Ο ίδιος ο Μαρξ ήταν ο απόλυτος αστός: δημοσιογράφος (γραφιάς), με διατριβή στον Δημόκριτο και τον Επίκουρο, παντρεμένος με κόρη εργοστασιάρχη.

ΥΓ Όντως πνευματώδες το σχόλιό σου.
avatar
atman 14.12.2017 | 11:06
"old lonely dog 13.12.2017 | 18:29 Τζέλα Δελαφράγκα, εσύ; Πηγή: www.lifo.gr"
τρομερο επιχειρημά, βγαίνει και σε έκδοση για τρίτη δημοτικου εκτός απο δευτέρας;;;;

και θελεις να παρουμε οτιδηποτε σοβαρα απο αυτα που εγραψες;;;; Υπαρχει πραγματκοτητα σε αυτα οπως και η πραγματικοτητα ειναι οτι η Ελλαδα το 40 ηταν μια παμπτωχη χωρα ρημαγμενη απο ενα εμφυλιο πολεμο επιλογής των σταλινικων.
Σε σχεση με αυτά υπηρχε ορατη βελτιωση. Βιασμοι, επιθεσεις κλπ βεβαια δεν συνεβεναν σε σοσιαλιστικους παραδεισους.
avatar
Γράφων 14.12.2017 | 16:04
Είναι σαφές ότι (δικαίως) δεν σου αρέσει η Βουγιουκλάκη.

Νομίζω όμως ότι σου αρέσει λίγο η Μάρθα Βούρτση.
avatar
Γράφων 13.12.2017 | 17:29
α) Ωραίο, ξεκουραστικό και όμως food for thought άρθρο.
β) Το βασικό χαρακτηριστικό των δεκαετιών 50-60 ήταν η αισιοδοξία αφού κάθε 'του χρόνου' ήταν καλύτερο από 'πέρσι'. Αυτό ήταν το χαρακτηριστικό που κάνει τους τότε ζήσαντες να αναπολούν και τους νεότερους να υποθέτουν εναργώς.
γ) Βάσει δεδομένων σήμερα ζούμε στην καλύτερη περίοδο ever (προσδόκιμο ζωής, εισόδημα, βιοτικό επίπεδο, δικαιώματα-ελευθερίες κτλ). Κι όμως η αίσθηση είναι σημαντικότερη από τη γνώση: οι Σουηδοί αυτοκτονούν, όχι οι Σομαλοί. Εκεί είναι που σέβομαι τους θρήσκους καίτοι εγώ δεν είμαι. Αν περνάς εσύ καλά τι σημασία έχει πώς είσαι στην πραγματικότητα. Εξάλλου και η πραγματικότητα θέμα πρόσληψης μέσω των αισθήσεων είναι.
avatar
Ανώνυμος/η 14.12.2017 | 15:06
Απαντώ στο ερώτημα που έθεσες πιο πάνω
Η "Δελαφράγκα" ήταν μια παρόρμηση της στιγμής, μια προσπάθεια αστεϊσμού που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αδόκιμος και δι αυτό απολογούμαι.
Δεν χρειάζεται να πάμε στον Προυντόν θα σε πάω στο Βέμπερ που ήταν υπέρ του καπιταλισμού και της ιδιοκτησίας και μεταξύ άλλων είπε
Κανένας δεν ξέρει ακόμη ποιός θα ζήσει μελλοντικά σ’ αυτό το κλουβί, ούτε άν στο τέρμα αυτής της τερατώδους εξέλιξης θα εμφανισθούν ολότελα νέοι προφήτες ή άν θα συμβεί μια μεγάλη αναβίωση παλαιών ιδεών και ιδανικών, ή, σε περίπτωση που δεν γίνει τίποτε από τα δύο, άν θα υπάρξει μια μηχανοποιημένη απολίθωση, εξωραισμένη με ένα είδος σπασμωδικής υπεροψίας. Όμως θα μπορούσαν τότε ν’ αποδειχθούν αληθινά τα παρακάτω λόγια για τους “τελευταίους ανθρώπους” αυτής της πολιτισμικής εξέλιξης: “Ειδήμονες χωρίς πνεύμα, ηδονιστές χωρίς καρδιά (Fachmenschen ohne Geist, Genußmenschen ohne Herz): Aυτές οι ασημαντότητες φαντάζονται πώς υψώθηκαν σ’ ένα επίπεδο του ανθρώπινου πολιτισμού στο οποίο κανείς δεν έφτασε προηγουμένως” (από το έργο «Προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού»
και
αν ο καπιταλισμός ξεκινάει ως ο πρακτικός ιδεαλισμός της ανερχόμενης μπουρζουαζίας, τελειώνει ως ένα όργιο υλισμού
Για να πάμε στα της Κατοχής, θα πάρω ως παράδειγμα το πατέρα του Χριστοφοράκου που είναι γνωστό ότι ήταν κατηγορούμενος στη δίκη για τους δοσίλογους της κατοχής αλλά απαλλάχθηκε λόγω αμφιβολιών, αν και είχε αναγνωρισθεί.
http://www.efsyn.gr/arthro/i-megali-diki-ton-dosilogon
και μια άλλη οικογένεια
http://www.newsbomb.gr/ellada/apokalypseis/story/327178/oikonomikoi-dosilogoi-oikogeneia-aggelopoyloi
Ο γιος Χριστοφοράκος διατηρεί μεγάλο παραθαλάσσιο αγροτεμάχιο όμορο με αντίστοιχο της συζύγου της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης με την οποία τον συνδέει στενή φιλία. Το σκάνδαλο που ενεπλάκη και ποτέ δεν τιμωρήθηκε είναι γνωστό http://www.lifo.gr/team/bitsandpieces/55148
Για να πάμε στα μεταγενέστερα, παραθέτω ένα άρθρο του δεξιού και συντηρητικού αλλά σοβαρού Παπαχελά

Στα χρόνια της μεταπολίτευσης η ελληνική αστική τάξη «βάρεσε» άτακτη υποχώρηση αρχικώς και κατόπιν αντικαταστάθηκε από ένα εσμό νεόπλουτων, κρατικοδίαιτων πειρατών. Αντί να επιμένει στην ανάγκη τήρησης των κανόνων για όλους, εστίασε το ενδιαφέρον της στο να φτιάχνει κανόνες στα μέτρα της ή να καταφέρνει να τους παραβιάζει χωρίς να τιμωρείται. Η ιδέα της επιχειρηματικότητας με ρίσκο και εξωστρέφεια αντικαταστάθηκε από τη θεοποίηση της αρπαχτής, της επιδότησης ή της εύκολης προμήθειας. Με τη συμπεριφορά της πρόσφερε νομιμοποίηση στη γενική εξάπλωση της διαφθοράς, με βάση εκείνο το περιώνυμο «έλα μωρέ, όλοι τα κάνουν, το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι, ας φάμε και εμείς τίποτα...». Η ελληνική παιδεία εγκαταλείφθηκε στην τύχη της γιατί οι έχοντες έστελναν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία και μετά στο εξωτερικό, οπότε ποιος νοιαζόταν για τα σχολεία και τα πανεπιστήμια... Τα μέσα ενημέρωσης, μεγάλο εργαλείο πολιτισμού και «εκπαίδευσης», έμοιαζαν με πάλκο νεοπλουτισμού και άκρατου λαϊκισμού. Μοναδικό μέλημα η τηλεθέαση και η προβολή ιδίων συμφερόντων και των «κολλητών». Δεν ήταν, με λίγα λόγια, αστική τάξη αυτό το «πράγμα» που κυβερνούσε την Ελλάδα επί δεκαετίες. Υπήρχαν βεβαίως εξαιρέσεις, άνθρωποι και φορείς που λειτούργησαν με όραμα, αυτοπεποίθηση και οι οποίοι προειδοποιούσαν ότι το γκρέμισμα αξιών και θεσμών πληρώνεται ακριβά στο τέλος της ημέρας.
Και λοιπόν τώρα που περάσαμε όλη αυτή την κρίση, φαίνεται πουθενά στον ορίζοντα μια πιο φωτισμένη, δυναμική τάξη ανθρώπων που μπορούν να βοηθήσουν τη χώρα; Και ναι και όχι. Ναι, γιατί υπάρχουν πολλοί άνθρωποι σε όλους τους χώρους που λειτουργούν με αξιοκρατία, μακριά από λαμογιές, δουλεύουν σκληρά και προσπαθούν να είναι πρότυπα για τους γύρω τους. Δεν είναι λίγοι αυτοί οι άνθρωποι και σε αυτούς στηρίζεται, ακόμη, αυτή η κοινωνία. Οχι, γιατί διαφαίνεται μία νέα τάξη νέων πλουσίων που είναι λίγο χειρότεροι από αυτούς που ζήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες και οι οποίοι διαδραματίζουν ηγεμονικό ρόλο στη δημόσια σφαίρα. Αν οι πρώτοι δεν «σηκωθούν από τον καναπέ» και δεν παίξουν τον ρόλο μιας πραγματικής αστικής τάξης δεν θα βγούμε εύκολα από την παρακμή μας και, πιθανότατα, θα χρεοκοπήσουμε πάλι σε λίγα χρόνια.
____________
Ο Μαρξ ήταν πλούσιος αλλά στο τέλος της ζωής πέθανε φτωχός http://edition.cnn.com/2010/WORLD/europe/08/11/uk.famous.wills/index.html

υγ. Θα παρακαλούσα να μη μου απευθυνθεί άλλο ερώτημα, δε θα επανέλθω και με τον Ατμαν δεν πρόκειται ποτέ να αναπτύξω διάλογο
avatar
Γράφων 14.12.2017 | 22:45
Μια εμβριθής ανουσιότητα...

Ο Χατζιδάκις, ο Κουν, ο Ζαμπέτας, η Αρβελέρ, ο Καστοριάδης, ο Βενιζέλος ήταν / είναι όλοι τους αστοί. Εσείς έχετε αποφασίσει ότι είναι οι εχθροί και σαν παράδειγμα φέρνετε τον Χριστοφοράκο.

Βάλτε και τον Αβέρωφ, ε και;

Δίχως τους αστούς η ζωή είναι αφόρητα βαρετή. Εως και απολιτιστη. Σας παρακαλώ μη δίνετε τη μεταφυσική έννοια του απόλυτου κακού στον αστικό πολιτισμό. Αυτό είναι μια μπουρδίτσα της πιο ανούσιας αριστεράς.
avatar
atman 16.12.2017 | 14:18
κανεις η οχι διαλογο αγαπητε η διχαστικη σου περιπτωσιολογια και η δελαφραγκα παραμενουν μονα τους.
Φυσικα τετοιου ειδους επιχειρηματολογια συνηθως παρατηρειται απο ανθρωπους που εχουν ζησει Αγια Παρασκευη μια ζωη, ρωτα και λιγο εμας που μειναμε Αιγαλεω περισοτερο απο τα 2 χρονια του κυριου πηγα Γερμανικη Σχολη και της δεσποινιδας πηγα Μωραιτη αλλα τωρα ειμαι αιδος.
Ugg-α-μπ-Uggas 13.12.2017 | 22:03
Το παρελθόν καλό είναι να το εξετάζουμε ως αυτό που είναι. Παρελθόν. Μόνο το παρόν μπορούμε να αλλάξουμε. Από εμάς εξαρτάται η περαιτέρω βελτίωσή του.
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια

PRINT ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ