Φτάνει, λοιπόν, εκείνη η μέρα…
Δημήτρης Πολιτάκης

Φτάνει, λοιπόν, εκείνη η μέρα…

Ασκήσεις «ώριμης» επιβίωσης σ’ έναν ρευστό και ζόρικο κόσμο

Φτάνει, λοιπόν, εκείνη η μέρα στη ζωή που είσαι ευάλωτος, κλονισμένος, ηλικιωμένος, άρρωστος, η σαρξ είναι ασθενής, ενώ το μυαλό μπορεί να είναι μεν πρόθυμο, αλλά δεν βρίσκεται ολόκληρο εκεί πια, και ο γιατρός σού απευθύνεται –είτε γλυκερά και συγκαταβατικά είτε ψυχρά και χειριστικά– στον ενικό, σαν να είσαι ξανά άβουλο και αφηρημένο παιδάκι με διάσπαση προσοχής. Στην καλύτερη περίπτωση και ανάλογα με τα κέφια του, μπορεί και να χρησιμοποιήσει έναν τύπου πρόσχαρο πρώτο πληθυντικό («Πώς πάμε; Πώς είμαστε σήμερα;»), αλλά αυτό είναι πολύ πιο σπάνιο.


Φτάνει, λοιπόν, εκείνη η μέρα που οι περισσότεροι τριγύρω είναι νεότεροι και αναζητούν χώρους και σπρώχνουν και ακόμα κι όταν ξορκίζουν την καχυποψία ως μεσήλικο ένστικτο και αφήνονται στην ανεμελιά, κάπου μέσα τους υποπτεύονται ότι το «ποτέ δεν είναι αργά» είναι η μεγαλύτερη μούφα και κατόπιν τούτου δεν περιλαμβάνεσαι στο πεδίο ανέλιξής τους, είσαι ενοχλητικό απομεινάρι μιας παρωχημένης και νωθρής κουλτούρας και σε καλούν στη διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού για να σου ανακοινώσουν την αναμενόμενη απόλυση.

 

«... η Μουσική. Αυτό το άθλιο χάπι της μοναξιάς, ραβδί της αναπηρίας, το υποκατάστατο συντρόφου, μες στον ηλίθιο κόσμο που μας τριγυρίζει, υπό μορφήν γειτόνων, φίλων και εραστών...» (Μάνος Χατζιδάκις, από τα «Σχόλια του Τρίτου»)


Φτάνει, λοιπόν, εκείνη η μέρα που δεν θυμάσαι τι συνέβη ακριβώς «τότε», πριν από τόσα χρόνια, και γιατί ήταν τόσο κρίσιμο και σημαντικό, και δεν ευθύνεται για την απώλεια μνήμης το ηλικιακό «κάψιμο», η πρόωρη άνοια ή η ραγδαία επιταχυνόμενη κουλτούρα και η υπερέκθεση στην πληροφορία που δεν έχει αφήσει ούτε ένα κιλομπάιτ πολύτιμου χώρου στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου σου, αλλά η συνειδητοποίηση ότι δεν συνέβη κάτι συνταρακτικό στην πραγματικότητα, εσύ το είχες στήσει έτσι στο μυαλό σου για να στηρίξεις παράπονα, πικρίες και μοιρολατρικά νανουρίσματα. Κανείς δεν έφταιγε, όπως συνήθως.

 

Φτάνει, λοιπόν, εκείνη η μέρα που διαπιστώνεις την υπερβατική υφή της πραγματικής δημοφιλίας σε σχέση με την ερμητικά εσωτερική φύση της κριτικής αναγνώρισης. Όπως όταν διαπιστώνεις ότι η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου για τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου είναι απείρως πιο δημοφιλής από τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

 

Το ένστολο όργανο που στεκόταν εν υπηρεσία δίπλα μου ένα καλοκαίρι προ αιώνων που είχα δουλέψει ταξιθέτης στο Ηρώδειο και μου έλεγε ότι η συναυλία της Καραΐνδρου που είχε (αναγκαστικά) παρακολουθήσει στον ίδιο χώρο ήταν ό,τι καλύτερο είχε δει ποτέ δεν θα άντεχε ούτε πέντε λεπτά να δει τον Μελισσόκομο (ούτε κι εγώ είχα αντέξει, εδώ που τα λέμε, κάποτε που το έπαιξε η τηλεόραση).

 

Φτάνει, λοιπόν, εκείνη η μέρα που νιώθεις τι άτιμο και παραπλανητικό πράγμα μπορεί να είναι ακόμα και το πιο οικείο αποκούμπι που σε έχει συντροφέψει και σου έχει χαρίσει μοναδικές χαρές, διεγέρσεις, μελαγχολίες και προσμονές μέσα στα χρόνια. Όπως «... η Μουσική. Αυτό το άθλιο χάπι της μοναξιάς, ραβδί της αναπηρίας, το υποκατάστατο συντρόφου, μες στον ηλίθιο κόσμο που μας τριγυρίζει, υπό μορφήν γειτόνων, φίλων και εραστών...» (Μάνος Χατζιδάκις, από τα «Σχόλια του Τρίτου»).


Φτάνει, λοιπόν, μια μέρα που το οπτικό σου πεδίο μοιάζει να έχει περιοριστεί δραματικά (πρόκειται αρχικά για συντριπτικό ξενέρωμα), όμως απλώς επανέρχεται στις πραγματικές του διαστάσεις, χωρίς τους ευρυγώνιους φακούς, τα φίλτρα και τα εφέ της νεότητας. Τα πράγματα είναι όπως είναι και αυτά που είναι και ευτυχώς δηλαδή, γιατί οι ψευδαισθήσεις μπορεί να είναι τόσο διαβρωτικές όσο ο φόβος, ας πούμε, ή η ακηδία.


Φτάνει, λοιπόν, εκείνη η μέρα που καταλαβαίνεις (μάλλον) τι ήθελε να πει ο ποιητής όταν έγραφε «είναι τόσο διασκεδαστικό / να πιστεύεις στον Θ-ό / πρέπει να το δοκιμάσεις κάποια στιγμή / δοκίμασέ το τώρα / για να δεις αν κι ο Θ-ός / θέλει να Τον πιστεύεις ή όχι». «Fun» λέγεται αυτό το στιχάκι του Λέοναρντ Κοέν, ο οποίος έχει αρχίσει μετά θάνατον να λειτουργεί, όπως και ο Χατζιδάκις εδώ και δεκαετίες πλέον, κάπως σαν (υπερ)προστατευτικός άγγελος από το υπερπέραν, που μας θυμίζει, μεταξύ άλλων, ότι αν αφαιρέσεις από την όποια αντίληψη καλοζωίας το περιεχόμενο και την αισθητική, μένει μόνο μια νευρική και αγχώδης εκτόνωση.

Shortcut
1 Σχόλια
avatar
vandergraaf 20.10.2018 | 20:39
Μολις που διαβασα το κειμενο σας στην εντυπη lifo και δεν εχω λογια να περιγραψω τα συναισθηματα που μου δημιουργησε, μεστό, αληθινο, εξαιρετικο.Η τελευταια παράγραφος κορυφαια η στήλη σας ειναι μια οαση αλλα΄σημερα ξεπερασατε και τον εαυτο σαςΚαποτ ε ειχαμε διαφωνήσει κάθετα για τον nick cave, συμβαινουν και αυτα τ αομορφα στη ζωη

PRINT ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ