Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, όπως και η ίδια η ανθρώπινη φύση, δεν εμπεριέχει την ευτυχία ως μια μόνιμη κατάσταση και αυτή είναι μια ανακουφιστική συνειδητοποίηση. Δεν υπάρχει ευτυχία, υπάρχουν μικρές ευτυχισμένες στιγμές. Εικονογράφηση: Keith Haring
Sweet Nothing

Κοιτώντας γύρω σας, πόσους ανθρώπους μπορείτε να χαρακτηρίσετε ευτυχισμένους;

Αναζητώντας μια ουτοπία

Ζούμε σε μια περίεργη εποχή. Ζούμε με έναν αφύσικο τρόπο, αναζητώντας παράλληλα κάτι που αν το σκεφτούμε λογικά, θα καταλάβουμε πως πρόκειται περί ουτοπίας: την ευτυχία.

 

Κοιτώντας γύρω σας, πόσους ανθρώπους μπορείτε να χαρακτηρίσετε ευτυχισμένους; Εσείς πότε νιώσατε τελευταία φορά ευτυχισμένοι; Τι είναι η ευτυχία και τι κάνουμε για να φτάσουμε σε αυτήν;

 

Ας σκεφτούμε για λίγο τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Ας σκεφτούμε μια μέση μέρα ενός μέσου ανθρώπου σε μια δυτική χώρα. Ας σκεφτούμε ότι ο περισσότερος κόσμος περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του προσπαθώντας να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, να βγάλει τον μήνα. Ας σκεφτούμε τι ποσοστό του πληθυσμού μπορεί να μείνει εκτός εργασίας για μεγάλο διάστημα και να ζήσει με χρήματα που έχει αποταμιεύσει ‒ ελάχιστο. Ας είμαστε ρεαλιστές, ζούμε για να δουλεύουμε.

 

Κάθε πρωί ξυπνάμε, πλένουμε τα δόντια μας, πίνουμε καφέ και φεύγουμε για τη δουλειά. Κάθε πρωί, εκτός από δύο ημέρες της εβδομάδας, στις οποίες προσπαθούμε να χωρέσουμε όλα αυτά που δεν κάναμε μες στην εβδομάδα ή απλώς να συνέλθουμε από την κούραση του πενθημέρου.

 

Τα Χριστούγεννα και το Πάσχα έχουμε δυο-τρεις μέρες παραπάνω εκτός δουλειάς και όλο τον υπόλοιπο χρόνο γύρω στις είκοσι ημέρες. Ζούμε με απίστευτο στρες, έχουμε μια συνεχόμενη ένταση, ένα άγχος να ανταποκριθούμε σε πολλούς ταυτόχρονους ρόλους μια δύσκολη οικονομικά περίοδο, ζούμε με έναν τρόπο αφύσικο που θεωρούμε κανονικότητα.

 

Καθημερινά σχεδόν διαβάζουμε προτάσεις για το πώς να είμαστε καλύτερα, εγχειρίδια ευτυχίας γραμμένα από ανθρώπους που θεωρούν εαυτόν ειδικούς. Το μόνο που δεν μας λένε είναι ότι η ευτυχία είναι μια σπάνια κατάσταση την οποία βιώνουμε τις περισσότερες φορές τυχαία.

 

Θεωρούμε κανονική ζωή το κυνήγι της ουράς μας, το τρέξιμο μέσα στη ρόδα. Θεωρούμε νορμάλ το ότι ζούμε μέσα σε πόλεις με κίνηση, καυσαέριο, άπειρο κόσμο, άπειρα συσσωρευμένα νεύρα, θεωρούμε λογικό να τσακωνόμαστε με πελάτες, με συνεργάτες, με συνεταίρους, με αφεντικά, θεωρούμε λογικό να αγχωνόμαστε σε βαθμό κατάρρευσης για ένα email που άργησε να σταλεί, για ένα λάθος που έγινε λόγω κούρασης, για μια κακή μέρα στη δουλειά, όταν στην προσωπική μας ζωή μπορεί να έχει συμβεί μια πραγματική τραγωδία.

 

Εισπνέουμε και εκπνέουμε άγχος και μετά γυρνάμε σπίτι και ψάχνουμε τρόπους για να ζήσουμε πιο υγιεινά. Είμαστε στα κόκκινα 9-5 ή 9-9 ή και παραπάνω και μετά κάνουμε γυμναστική, διαλογισμό και τρώμε κινόα και γκότζι μπέρι γιατί «προσέχουμε την υγεία μας».

 

Βλέπουμε φίλους και γνωστούς να παθαίνουν σοβαρές αρρώστιες, να κλατάρουν και να παλεύουν για τη ζωή τους, να πληρώνουν το άγχος με πόνο σωματικό. Τους βλέπουμε και σκεφτόμαστε ότι εμείς είμαστε οk και ξαναπηγαίνουμε για να γυρίσουμε τη ρόδα. Μέχρι που κι εμείς κάποια στιγμή καταρρέουμε και τότε αναρωτιόμαστε τι δεν κάνουμε σωστά.

 

Μια φορά, αρκετά χρόνια πριν ξεκινήσει η κρίση, βρέθηκα στη Νέα Υόρκη για δουλειά. Με έναν συνεργάτη θέλαμε μετά τη δουλειά να βρούμε ένα μέρος να πιούμε μια μπίρα και να κάνουμε ταυτοχρόνως ένα τσιγάρο και η μόνη επιλογή ήταν ένα open bar κοντά στη Wall Street, εκεί δηλαδή όπου εργάζονται πολλοί χρηματιστές.

 

Έρχεται ένας τύπος γύρω στα 40, καλοντυμένος και ταυτόχρονα εμφανώς κουρασμένος και ταλαιπωρημένος, και μας ζητάει ένα τσιγάρο. Του δίνουμε τσιγάρο και φωτιά. Μας συστήνεται. Μπιλ. Μας ρωτάει από πού είμαστε. Του λέμε ότι είμαστε Έλληνες. Ξαφνικά ο Μπιλ, μόνο στο άκουσμα της προέλευσής μας, παθαίνει εξομολογητική και υπαρξιακή κρίση.

 

Αρχίζει να μας λέει, χωρίς να ξέρει τίποτα για εμάς, πόσο τυχεροί είμαστε που ζούμε σε μια τέτοια χώρα, όπου είναι όλα χαλαρά και όμορφα, και ότι αυτός κάθε μέρα ξυπνάει στις 5 το πρωί γιατί μένει σε προάστιο για να έχει η οικογένειά του ένα ωραίο σπίτι σε ένα ήσυχο μέρος.

 

Δουλεύει μέχρι αργά το βράδυ, γυρνάει σπίτι, δεν βλέπει τα παιδιά του, επειδή κοιμούνται, και μετά από λίγο κοιμάται κι εκείνος. Και την επόμενη μέρα το ίδιο.

 

Και δεν είναι μόνο το πανάκριβο σπίτι και το πανάκριβο σχολείο που τρέχει για να πληρώνει, είναι και οι εξωφρενικά ακριβές σπουδές των παιδιών του, που θεωρεί χρέος του να εξασφαλίσει μέσω της δουλειάς του.

 

Ο Μπιλ έβγαζε έναν σκασμό λεφτά. Ο Μπιλ δεν ήταν καλά. Αρκετή ώρα μετά και αφού τον ακούγαμε για ώρα, τον ρωτήσαμε αν υπάρχει κάποιο ανοιχτό μέρος για φαγητό, μια και η ώρα ήταν προχωρημένη.

 

Μας πήγε σε ένα πανάκριβο εστιατόριο, εμείς ντραπήκαμε να πούμε «ρε Μπιλ, θα φάμε όλα μας τα χρήματα σε ένα γεύμα» και αποφασίσαμε να φάμε εκεί και τις υπόλοιπες ημέρες να τις περάσουμε με McDonald's.

 

Φάγαμε αρχοντικά και κάποια στιγμή ζητήσαμε τον λογαριασμό, για να μας πει το ευγενέστατο γκαρσόνι ότι το γεύμα ήταν πληρωμένο από τον Μπιλ. Ο τύπος βρήκε εμάς τους δύο, μας έδωσε τον ρόλο του ψυχαναλυτή και μας πλήρωσε με ένα τρομερό γεύμα για το καλό που του κάναμε, που ακούμπησε κάπου την απόγνωσή του.

 

Ο Μπιλ είναι ένας ακόμα εκπρόσωπος του σύγχρονου τρόπου ζωής, παρ' ότι δεν είναι η επιβίωση το μεγάλο του άγχος. Είναι η μεγάλη ζωή που έχει επιβάλει στον εαυτό του και η διατήρηση αυτής. Και ζει με τόσο στρες για μια τεράστια τηλεόραση, για ένα τεράστιο σπίτι, για ένα καλό πανεπιστήμιο για τα παιδιά του. Ο Μπιλ έχει λεφτά, αλλά αυτό δεν φτάνει για να είναι καλά.

 

Καθημερινά σχεδόν διαβάζουμε προτάσεις για το πώς να είμαστε καλύτερα, εγχειρίδια ευτυχίας γραμμένα από ανθρώπους που θεωρούν εαυτόν ειδικούς. Το μόνο που δεν μας λένε είναι ότι η ευτυχία είναι μια σπάνια κατάσταση την οποία βιώνουμε τις περισσότερες φορές τυχαία.

 

Αναζητώντας την ευτυχία, καταλήγουμε δυστυχισμένοι. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, όπως και η ίδια η ανθρώπινη φύση, δεν εμπεριέχει την ευτυχία ως μια μόνιμη κατάσταση και αυτή είναι μια ανακουφιστική συνειδητοποίηση.

 

Δεν υπάρχει ευτυχία, υπάρχουν μικρές ευτυχισμένες στιγμές. Όποτε μας τυχαίνουν, καλό είναι να τις ζούμε, να τις νιώθουμε και να τις απολαμβάνουμε. Χρειάζονται ως ελάχιστη αντιστάθμιση σε αυτό το βαρύ φορτίο που είναι η ίδια μας η ύπαρξη και αυτό το ανηφόρι που λένε ζωή, που λέει και το τραγούδι.

 

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO.

 

Sweet Nothing
17 Σχόλια
12
avatar
Λουκρητί@ 18.4.2018 | 10:05
Είναι η μεγάλη ζωή που έχει επιβάλει στον εαυτό του και η διατήρηση αυτής Πηγή: www.lifo.gr
Αυτή η φράση περικλείει όλα μας τα προβλήματα. Αυτό αν καταλάβουμε θα είμαστε λιγότερο αγχωμένοι και στρεσαρισμένοι.
Δεν εννοώ βέβαια τις περιπτώσεις που αντιμετωπίζουν βιοποριστικά προβλήματα πρώτης γραμμής, και που τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί δραματικά.
Εκεί υπάρχουν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ προβλήματα.
Βαγγέλης 18.4.2018 | 10:14
Αμφιβάλλω πως για τον μέσο δυτικό το άγχος του είναι η επιβίωση. Απλώς βαφτίζουμε διαρκώς νέες ανάγκες ως επιβίωση ώστε να νιώθουμε πως δεν έχουμε εναλλακτική, όπως ακριβώς ο Μπιλ.

Η ευτυχία μόνο στιγμές δεν είναι, αυτή είναι η προσέγγιση του καταθλιπτικού που τρέχει πίσω από την ευτυχία και γι' αυτό δεν τη φτάνει ποτέ, όπως δεν φτάνουμε ποτέ τη σκιά μας, το αντίθετο, είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι διάσπαρτες στιγμές αποκτούν συνοχή και νόημα.
avatar
panagope 18.4.2018 | 10:23
Υπέροχο αρθρο κε Λουκάκο. Ετσι είναι τα πράγματα. Βέβαια, αν εχεις μια πιο ανετη δουλεια, όπως π.χ. δημόσιος υπάλληλος σε μη νευραλγική υπηρεσία χωρίς ευθύνες, η ζωή σου είναι πιο ευτυχισμένη. Αλλά γενικά αυτό είναι μια πραγματικότητα. Ειμαστε τα ποντίκια μεσα στην ροδα. Δύσκολο να είσαι ευτυχισμένος αν είσαι σκλάβος, όπως το 95% των ανθρώπων.
Mastak 18.4.2018 | 10:44
Τα χούμε ξαναπεί αυτά ... τα πράγματα δεν είναι τόσο σύνθετα και σοβαρά όσο νομίζουμε ... το μυστικό για μένα είναι απλά να αποδεχτείς τον ευατό σου (παρελθόν) και την ζωή (παρών) σου και να μη φοβάσαι τις αλλαγές (μέλλον) αν κόλλησες... ψυχολογία (και κανά χάπι άμα χρειαστεί ... δεν έγινε τίποτα), φιλοσόφια και χαβαλές is the secret... όλα τα άλλα έρχονται και παρέρχονται. Happy και π%*[email protected]#α μάντολες ...
avatar
Original Club Mix 18.4.2018 | 11:08
Ευτυχισμένους βλέπω , ναι. Αυτούς που σε 5 λεπτά έχουν ραντεβού κλεισμένο από γνωστή εφαρμογή εύρεσης ταιριου...αυτούς που δεν ψήφισαν τον Νάσο από τους διάσημους και τελικά έμεινε...είμαστε χαρούμενοι με μ@λ@κιες ..καμία ουσία και κανένα βάθος.
avatar
Άρης Κωνσταντινίδης 18.4.2018 | 11:17
Έπρεπε να πείτε στο Μπίλ, ότι στη όμορφη Ελλάδα που τόσο ζηλεύει, δουλεύεις 12ωρο για να πάρεις 500-600 ευρώ και λες και ευχαριστώ, γιατί απ'έξω απο τη δουλειά σου βρίσκονται πολλοι-άπειροι, που θα έδιναν τα πάντα για να εξασφαλίσουν τη θέση σου προκειμένου να πάψουν να είναι άνεργοι. Άνθρωποι που εργάζονται και με λιγότερα ακομη, με 300 η 400 και με όση κούραση χρειαστει μόνο και μόνο για να πληρώσουν τη ΔΕΗ τους. Γιά να έχει το παιδι τους ένα απλό ρούχο να φορέσει.

Ότι τα νέα παιδιά έχουν ονειρο ζωής να φύγουν απο την Ελλάδα, που ο νέος φίλος σας θαυμάζει, για μια θέση στον ήλιο. Ότι 45αρηδες και 50αρηδες βρίσκονται ανεργοι από τη μία μέρα στην άλλοι και ταυτόχρονα με τεράστια χρεη στο κράτος, μιάς και έκλεισαν την επιχειρησούλα τους(τους την έκλεισε το κράτος για την ακρίβεια), γιατί από ένα σημείο και μετά ήταν αδύνατον να παλέψουν άλλο στη ρημαγμένη χώρα. Και ότι εδώ στο Ελλάντα, δεν έχεις την πολυτέλεια να μένεις στα προάστεια για να ζουν σε ένα καλύτερο περιβάλλον τα παιδια σου-μένεις όπου θα μπορέσεις να βολευτείς, να χωρέσεις, καταλαμβάνοτας τον ελάχιστο δυνατό χώρο, προκειμένου να αποφύγεις το μεγάλο ενοικιο. Και ότι αν έχεις σπίτι και πάλι θα πληρώνεις ενοικιο, στο κράτος αυτή τη φορά.

Πείτε του αυτά και αν ακόμα δεν κατάλαβε, πείτε του ότι δεν έχει παρά να πεταχτεί μέχρι εδω για να δοκιμάσει. Σε χρόνο μηδέν θα ξεμάθει τα πανακριβα εστιατόρια και θα θα συνηθίσει το σουβλατζιδικο. Και τότε θα δούμε πόσα απίδια βάζει ο σάκκος....
stevie 19.4.2018 | 22:12
Πολύ σωστά!Όλοι έχουν μια εικόνα για μας και έχουν μείνει εκεί.
avatar
Ανώνυμος/η 18.4.2018 | 11:30
ή μηπως η προσπαθεια να εχουμε υπερβολικους στοχους μας κανεις δυστυχεις.

(δεν αναφερομαι σε αυτους που επιδιωκουν μια αξιοπρεπης ζωη)
avatar
Προσωρινώς ο Ποκοπίκος 18.4.2018 | 14:43
Αφαιρεσε το "η μηπως" και ως δηλωση είναι 100% αληθης.
avatar
LAMPROS 18.4.2018 | 16:06
Είναι λάθος η ταύτιση του σύγχρονου τρόπου ζωής (αν και κατά την γνώμη μου, πιο σωστή διατύπωση, είναι του καταναλωτικού τρόπου ζωής) με την ανθρώπινη φύση.
Όντως στον σύγχρονο-καταναλωτικό τρόπο ζωής δεν υπάρχει μόνιμη κατάσταση ευτυχίας (για να μην πώ πως δεν υπάρχει κάν) στην ανθρώπινη φύση όμως, είναι στο «dna» της, βρίσκεται στις αισθήσεις και τα συναισθήματα, δηλαδή, είναι μιά μόνιμη κατάσταση με μικρές στιγμές
δυστυχίας.
Τα πιο όμορφα πράγματα στην ζωή, είναι ΔΩΡΕΑΝ, άρα, η ευτυχία και η
δυστυχία, για την μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων, είναι καθαρά θέμα επιλογής-στάση ζωής.
Ένα αληθινό χαμόγελο (όπως π.χ ενός μωρού) δεν κοστίζει τίποτε, είνσι ΔΩΡΕΑΝ, είναι όμως ανεκτίμητο, δεν αγοράζεται ούτε με όλα τα χρήματα του κόσμου. Το ίδιο κι ένα χάδι, ένα φιλί, η αληθινή φιλία, ένας καλός λόγος.
Αλήθεια, ποιός-ά είπε σήμερα στον- στην σύντροφό του ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΑΖΙ, Σ' ΑΓΑΠΩ ΠΟΛΥ;
Κάθε πότε το λέτε; το λέτε ποτέ;
Το μεγάλο λάθος των σύγχρονων ανθρώπων, είναι πως θεωρούν δεδομένο το αύριο και ζούν γι' αυτό, όμως το αύριο είναι πάντα αύριο και χάνουν το σήμερα.
Όπως λένε και οι Τρύπες, Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ, ΜΗ ΤΗΝ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ.

Υ.Γ - Μην ξεχάσετε ΣΗΜΕΡΑ να φιλήσετε όσους αγαπάτε, να τους πείτε όμορφα λόγια «σε όλους μας, αρέσουν» και πάντα να χαμογελάτε στον καθρέφτη.

ΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑΤΕ, ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΔΟΤΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΝΑ ΑΝΗΣΥΧΕΙ.☺??
avatar
leonlm 18.4.2018 | 16:13
Ισως η ευτυχία να βρισκεται κοντα στον Θεο.οπου δεν υπαρχει χωρος για απελπισια.Γνωριζω ανθρωπους που δεν ειναι δυστυχισμενοι
Dazzling blinds 19.4.2018 | 01:15
Είχα μια παρόμοια εμπειρία όταν ήμουν νεότερη, που ίσως με έναν παράξενο τρόπο να αποτελεί την συνέχεια της δικής σου ιστορίας, δηλαδή της ιστορίας ζωής ενός ...επιτυχημένου ανθρώπου. Του ανθρώπου που ενδεχομένως θα γνωρίζαμε αν τον βρίσκαμε στην επόμενη φάση ζωής από εκείνη που περιγράφει ο δικός σου τύπος. Παρομοίως και η δική μου ιστορία διαδραματίζεται προ κρίσης.
Αρχές καλοκαιριού περίπου, βράδυ κατά τις 21.00 θα ήταν, σε ένα ελληνικό νησί, παρέα με ένα φιλαράκι, έχουμε στηθεί και περιμένουμε σε κάποιο σημείο, με μια αλάνα έμοιαζε, το λεωφορείο της γραμμής για να μας πάει στο λιμάνι να πάρουμε το πλοίο να πάμε κάπου.. (ούτε θυμάμαι πού). Εκεί στην στάση που αραξαντάν εμείς την έχουμε πέσει κάπως αποκαμωμένοι από την αψάδα της περιπετειώδους ημέρας (ζωή και κότα την επερνάγαμε τότε με τα λεφτά του ντάντυ), σκάει μύτη ένας μεσήλικας, κύριος κανονικός, ευγενής φυσιογνωμία, μεστή ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία, με το σεμνό κοστουμάκι του, τον χαρτοφύλακά του. Εμείς φοιτηταριό, με το backpack, την σαγιονάρα, με ρούχα που είχαν να πλυθούν τουλάχιστον τριήμερο, και το τσιγαράκι στο χείλος α λα Κλιντ, λέσια. Όμως... ευτυχισμένα λέσια. Δύο κόσμοι που συναντιούνται ένα βράδυ στην στάση ενός λεωφορείου, στο νησί(!). Πάνω στην κοινή αναμονή (ένα ήταν το γαμολεωφορείο και αργούσε) πιάνει λοιπόν ο κύριος και μας ρωτάει από πού είμαστε, τί κάνουμε εκεί, τί σπουδάζουμε και τα κλασικά. Ντόπιος αυτός. Του προσφέρω τσιγάρο ενώ απαντώ, αρνείται ευγενικά γιατί το έχει κόψει εδώ και κάποια χρόνια, και ακολούθως μιας που τα λέγαμε ωραία, τον ρωτάω και εγώ με ενδιαφέρον τί επαγγέλεται. Καθώς μας λέει ότι έχει δική του επιχείρηση (ανάθεμα και αν θυμάμαι με τί, αλλά δεν είχε σημασία, για αυτό δεν το συγκράτησα, θα καταλάβετε παρακάτω), καρφώνει που λέτε στοχαστικά το βλέμμα του στο κενό (απέναντι δηλαδή, είχε και ανοιχτωσιά) και αρχίζει να μας αφηγείται τη μελαγχολία της ψυχής του με ένα ύφος 'κάπου να καταθέσω το φορτίο μου, σε κάποιον που να με ακούσει' και έναν τόνο στη φωνή του αμιγώς εξομολογητικό και συνάμα εκπληκτικά ανεπιτήδευτο. Δεν έλεγε ακριβώς καμιά πρωτοτυπία, όμως ήταν ο τρόπος του, το πλαίσιο, και το γεγονός ότι το μοιραζόταν με αγνώστους, που μάλιστα δεν είχανε και κανένα κοινό βιωματικό υπόβαθρο με εκείνον, που σου προκαλούσε την περιέργεια, σχεδόν δημιουργούσε μια υφέρπουσα έξαψη, σου αιχμαλώτιζε την προσοχή. Αν δεν ήταν και ολίγον σουρεαλιστικά ασυνήθιστο όλο το σκηνικό (έκοβες την αντίστιξη στην ατμόσφαιρα με το μαχαίρι λέμε), θα μπορούσε να είναι έως και κατανυκτικό. Εν τω μεταξύ ησυχία γύρω τριγύρω, εμείς 3 και ο κούκος στην στάση στη μέση του πουθενά να ακούμε μια εκ βαθέων εξομολόγηση. Ότι ήταν πάντα προκομένος, δούλεψε πολύ σκληρά, το έβαλε στόχο από νέος να καταφέρει κάτι καλό, και αγωνίστηκε μόνος του για να καταφέρει κάτι, έχτισε μια ολόκληρη καλή και επικερδή επιχείρηση από το μηδέν, ταυτόχρονα έκανε οικογένεια, απέκτησε δύο κόρες, οι κόρες του θέλει να συνεχίσουν τη δουλειά του, τις σπούδασε πάνω στο αντικείμενο, τους έχει εξασφαλίσει μια άνετη και ωραία ζωή δίχως να χρειαστεί να αγωνιούν για κάτι, δίχως να έχουν ανάγκη να αγωνιστούν, να δυσκολευτούν, να ανησυχήσουν και αυτές όσο αγωνίστηκε, δυσκολεύτηκε, μάτωσε εκείνος, του ίδιου δεν του λείπει τίποτα πια, έβγαλε πολλά χρήματα και ζει άνετα. Όμως... δεν είναι ευτυχισμένος! Μα γιατί, τολμάμε να ρωτήσουμε. Γιατί δεν είχα χρόνο για να γευτώ τίποτα παιδιά μου, μας λέει. Όλη μου τη ζωή μέχρι τώρα κλεισμένος μέσα σε ένα γραφείο από το πρωί μέχρι το βράδυ, δούλευα. Καθημερινές φυσικά δούλευα. Τα σαββατοκύριακα και αυτά φυσικά δούλευα. Τόσα πολλά χρόνια, όλα αυτά τα χρόνια δούλευα. Για να καταφέρω όλα όσα κατάφερα, δούλευα πάάάρα πολύ. Δούλευα συνέχεια. Δεν χάρηκα το παραμικρό, δεν χάρηκα ούτε τα παιδιά μου να μεγαλώνουν, δεν είχα χρόνο. Ναι, έφτιαξα κάτι σημαντικό για αυτά (για τα παιδιά μου), αλλά δεν απόλαυσα τίποτα, ούτε καν αυτά τα ίδια (τα παιδιά μου). Νιώθω πως δεν έζησα τίποτα-τίποτα και τώρα το συνειδητοποιώ, τώρα που πέρασαν τα χρόνια και αυτά τα χρόνια δεν γυρίζουν... Παίρνω λοιπόν τότε το θάρρος, με την άγνοια και την αφέλεια της νιότης που με διέκρινε, ή ίσως και το θράσος, και του λέω «Αυτός όμως ήταν ο στόχος σας και τον πετύχατε! Γιατί δεν χαίρεστε για αυτό; Μπορεί να μην κάνατε τίποτα άλλο, όμως κάνατε αυτό το οποίο βάλατε σκοπό σας και μάλιστα άξια. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι εσείς εκπληρώσατε το όνειρό σας. Κάνατε πραγματικότητα την επιθυμία σας. Παλέψατε για αυτήν σκληρά και ανταμειφθήκατε για τον μεγάλο κόπο που απερίσπαστος καταβάλλατε. Και δεν ήταν μικρός ο στόχος που θέσατε... ειδικά αν μας λέτε ότι ξεκινήσατε από το μηδέν. Πιστέψτε μας, εμείς που το ακούμε ως νεότεροι, μας φαίνεται βουνό! Μας ακούγεται σπουδαίο επίτευγμα και καθόλου δεν σας το λέω για να σας κολακεύσω. Μου προκαλεί μεγάλη εντύπωση που αισθάνεστε έτσι... Θα φανταζόμουν πως θα αισθανόσασταν ικανοποίηση μετά από όσα καταφέρατε.». Εκείνος τότε λέει απέριττα, με μεγάλη σοβαρότητα, και πάντα με την καθαρή εξομολογητική χροιά που σε αφόπλιζε και ας μην είχε αφοπλίσει εμένα ακόμα «Μπα. Δεν αισθάνομαι ικανοποίηση. Αισθάνομαι πίκρα.», το βλέμμα πάντα καρφωμένο υπαρξιακά στο κενό (της ύπαρξης μάλλον). Του λέω εγώ (επίμονη εγώ) «Μα δεν έχει λογική όλο αυτό! Στη ζωή πάντα - ό, τι και να επιλέξουμε - πάντα πάντα πάντα κάτι κερδίζουμε και στη θέση του κάτι άλλο χάνουμε! Όλα έχουνε ένα τίμημα. Πώς να γίνει δηλαδή; Mήπως δεν τα σκέφτεστε σωστά, μήπως απλώς είναι μια στιγμή που σαν άνθρωπος και εσείς μελαγχολείτε, σε όλους συμβαίνει, και δεν αισθάνεστε πραγματικά τόσο δραματικά όσο μας λέτε;». «Όχι.», επιμένει και αυτός, λιτά και ανυπόκριτα. «Έτσι ακριβώς αισθάνομαι, όπως σας το λέω. Τί νόημα είχε για εμένα η ζωή;». Το νόημα που της δώσατε εσείς, του λέω. Το νόημα του σκοπού σας. «Το τίμημα όμως που είπες είναι όλο το θέμα!» μου λέει. «Δεν είχα υπολογίσει καλά το τίμημα που θα πλήρωνα, το τίμημα που πλήρωσα.». Εκείνη την στιγμή τον ρωτάω ευθέως «Μα τί εννοείτε, ότι μετανιώσατε για αυτό που πετύχατε και ότι αν σας δινόταν η ευκαιρία να γυρίσετε το χρόνο πίσω, να γίνετε πάλι νέος και απένταρος, άφτιαχτος εντελώς, στο απόλυτο μηδέν όπως ήσασταν, ξέροντας όμως όσα ξέρετε τώρα για όλα, για την επιτυχία, για το τίμημά της, για όλα όσα θα περάσετε και θα καταφέρετε και θα πληρώσετε και θα πάθετε και θα γνωρίσετε και από την καλή και από την ανάποδη, δεν θα το ξανακάνατε;; Θα προτιμούσατε να μην πετύχετε όσα πετύχατε;». Πονηρά σκεπτόμενη η αλεπού, είπα να το θέσω ακόμη πιο δελεαστικά το δίλημμα... (και να λαϊκίσω ανελέητα! Να την κορυφώσω την συναισθηματική επίκληση!) οπότε στην τελευταία μου φράση προλαβαίνω να συμπληρώσω καπάκι « Θα προτιμούσατε να μην είχατε βγάλει λεφτά;; Να μην είχατε εξασφαλίσει τις κόρες σας;; » χεχε.. λέω από μέσα μου, να δω τώρα ΤΙ θα μου απαντήσεις. (Ήμουν σκληρή εξομολόγος, το παραδέχομαι. Eεε sorry but I give tough love) Σε αυτό το σημείο, γυρνάει και με κοιτάει. Μου απαντάει λοιπόν χωρίς ίχνος δισταγμού, απλά, ήρεμα, εξομολογητικά, το ίδιο σοβαρά όσο μιλάει τόση ώρα : Ναι. Θα προτιμούσα να μην είχα βγάλει λεφτά και να μην εξασφαλίσω τις κόρες μου. Αν είχα ξανά την ευκαιρία να ζήσω από την αρχή, δεν θα δούλευα τόσο πολύ, και ας μην πετύχαινα τίποτα.
avatar
Μαύρος Γάτος 20.4.2018 | 18:31
Πολύ σωστά, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη, όπως εξάλλου τρώει πολύ συχνά δεκαπλάσια και τον εργάτη του ή τον υπάλληλό του.

Πάντως, έχω την αίσθηση ότι -ό,τι κι αν λένε- οι περισσότεροι γύρω μου θα ξανάκαναν τα ίδια ακριβώς πράγματα αν τους ξαναδινόταν η ευκαιρία, κυρίως δε τα μεγάλα τους λάθη...
12

PRINT ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ