Δευτερόλεπτα μετά τον θάνατό του σηκώθηκε από το νοσοκομειακό κρεβάτι, κοίταξε τους συντετριμμένους συγγενείς, είπε ένα «ρε, δε γαμιέστε, βραδιάτικο» και κατέβηκε στην καφετέρια του νοσοκομείου να δει εκείνη τη σερβιτόρα που του άρεσε από την πρώτη μέρα. Εικονογράφηση: Keith Haring
Sweet Nothing

Η ζωή, ο θάνατος και η ζωή μετά του Μιχάλη Καραβίδη

Ο Ανδρέας Λουκάκος γράφει μια ιστορία για την πρώτη μεταθανάτια βόλτα ενός φανταστικού χαρακτήρα

Μέρος 1ο: Η Ανάσταση

Σημείωση: Όταν ξεκίνησα να γράφω το άρθρο αυτής της εβδομάδας, έχοντας όπως πάντα μια λευκή σελίδα μπροστά μου και ένα κενό στο τι θα γράψω, άρχισα να σκέφτομαι μια ιστορία. Μετά άρχισα να γράφω αυτή την ιστορία και στο τέλος αποφάσισα να τη γράψω σε μέρη, εδώ, σε αυτήν τη στήλη. Η ιστορία είναι για τη ζωή μετά τον θάνατο του Μιχάλη Καραβίδη. Αυτό είναι το πρώτο μέρος, τα επόμενα θα ακολουθήσουν κάποια στιγμή μέσα στις επόμενες εβδομάδες.

 

Δευτερόλεπτα μετά τον θάνατό του σηκώθηκε από το νοσοκομειακό κρεβάτι, κοίταξε τους συντετριμμένους συγγενείς, είπε ένα «ρε, δε γαμιέστε, βραδιάτικο» και κατέβηκε στην καφετέρια του νοσοκομείου να δει εκείνη τη σερβιτόρα που του άρεσε από την πρώτη μέρα. Βαριότανε ήδη φριχτά, δεν μπορούσε να μιλήσει με κανέναν και δεν έβρισκε κανένα ενδιαφέρον να κάτσει να παρακολουθεί τους συγγενείς που έκλαιγαν.

 

Κατεβαίνοντας προς την καφετέρια κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του ασανσέρ. Πίκρα. Δεν φαινότανε τίποτα, καμία αντανάκλαση. Προσπάθησε να ακουμπήσει τον εαυτό του, αλλά δεν έπιανε τίποτα. «Τη γαμήσαμε», σκέφτηκε, «θα βαρεθούμε χοντρά». Μετά προσπάθησε να τρομάξει μια κυρία που έκλαιγε γοερά μέσα στο ασανσέρ και έλεγε «τόσο καλός άνθρωπος, τόσο καλός...», αλλά τίποτα.

Λιγότερο απ' όλα ήθελε να κάθεται να βλέπει τη γυναίκα του, καθώς είχε καταλάβει την εξωσυζυγική της σχέση που την απασχολούσε εδώ και δύο χρόνια. Το είχε φάει γιατί, ούτως ή άλλως, σεξ δεν έκαναν και ο χρόνος στο σπίτι κυλούσε πια ήρεμα ‒ μάλλον αυτή η εξωσυζυγική σχέση απορροφούσε την όποια ένταση και αυτό ήταν μάλλον μια καλή εξέλιξη στη σχέση τους.

 

Οι υπόλοιποι που βρισκόντουσαν στο δωμάτιο ήταν από συμπαθητικοί μέχρι αδιάφοροι, αλλά τα κλάματά τους του φαινόντουσαν εντελώς γελοία, μα πιο γελοία και από τα κλάματα του φαινόντουσαν τα λόγια. «Α, ρε μπαγάσα, μας την έκανες» και «Μιχάλη μου, εδώ θα είσαι πάντα, μαζί μας».

 

Κατεβαίνοντας προς την καφετέρια κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του ασανσέρ. Πίκρα. Δεν φαινότανε τίποτα, καμία αντανάκλαση. Προσπάθησε να ακουμπήσει τον εαυτό του, αλλά δεν έπιανε τίποτα. «Τη γαμήσαμε», σκέφτηκε, «θα βαρεθούμε χοντρά». Μετά προσπάθησε να τρομάξει μια κυρία που έκλαιγε γοερά μέσα στο ασανσέρ και έλεγε «τόσο καλός άνθρωπος, τόσο καλός...», αλλά τίποτα.

 

Φώναξε δυνατά «μαλάκας ήτανε, κυρία μου, σας κεράτωνε όπως κι εμένα η γυναίκα μου», αλλά ούτε η φωνή του έβγαινε. Σκέφτηκε ότι αν είναι να πάει έτσι η μετά θάνατον ζωή και να κρατήσει αυτό για πάντα, θα είναι μεγάλη ταλαιπωρία και ότι αν είναι να πέθανε για να τραβάει ταλαιπωρίες, τότε καλύτερα να ζούσε ακόμα και ότι, τέλος πάντων, βρέθηκε από το κακό στο χειρότερο.

 

Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε, βγήκε η κλαίουσα και μπήκε ένας γιατρός με μια νοσοκόμα ντυμένοι με τις στολές τους και με το που έκλεισε η πόρτα και πάτησαν το κουμπί με το μηδέν αρχίσανε να φιλιούνται με μανία, κάπως περίεργα όμως, καθώς αυτός έβγαζε πάρα πολύ τη γλώσσα του και αυτή την ρουφούσε κάνοντας έναν γελοίο ήχο, σαν μωρό που θηλάζει.

 

Η στιγμή αυτή, όσο ερωτικά άτεχνη και αν ήταν, του έδωσε ελπίδες, ότι τουλάχιστον η μετά θάνατον ζωή του θα είχε λίγο ενδιαφέρον, πράγμα που σκέφτηκε όταν η νοσοκόμα είπε στον γιατρό «και τώρα πήγαινε στο γυναικάκι σου και φάε τα γεμιστά που σου έφτιαξε και βάλε τα ηλίθια παιδιά σου για ύπνο και ξέχασε με, εμένα και τις βυζάρες μου, δεν μπορώ να είμαι η κυρία καμία, θέλει να με γαμήσει όλο το νοσοκομείο και κάθομαι και χαραμίζομαι μ' εσένα».

 

Αυτός την κοίταξε κάπως αναστατωμένος και κάπως μπερδεμένος, καθώς δευτερόλεπτα πριν του ρουφούσε τη γλώσσα με μανία και της είπε «θες να το συζητήσουμε αύριο;» και αυτή του είπε «όχι, αύριο θα γαμιέμαι με τον Κυριάκο, είναι και πιο πετυχημένος από σένα» και τότε το ασανσέρ έφτασε στο ισόγειο και ο γιατρός βγήκε έξω έξαλλος, φωνάζοντας «πετυχημένος, λέει, το λαμόγιο, ρε, ο φακελάκιας, πετυχημένος» και αυτή η στιγμή, όλη αυτή η αναταραχή από τον 5ο μέχρι το ισόγειο ήταν η πρώτη ευχάριστη στιγμή στη ζωή του νεκρού ήρωά μας.

 

Λίγα λόγια τώρα για το ποιος είναι ή, αν θέλετε να είμαστε ακριβείς, ποιος ήταν ο ήρωάς μας. Ο Μιχάλης Καραβίδης ήταν ένας άνθρωπος από αυτούς που τα πράγματα στη ζωή τούς συμβαίνουν, δεν τα προκαλούν αυτοί. Θα μπορούσαμε να τον πούμε παθητικό δέκτη της ζωής, αν και κατά βάθος η αδυναμία του αυτή να καθορίσει τη δική του ζωή ήταν κάπως φιλοσοφημένη και αυτό θα το καταλάβουμε καλύτερα αργότερα.

 

Μπήκε σε μια σχολή που του είπανε οι γονείς του να μπει, διάβασε για να τα καταφέρει τόσο-όσο, τα έφτιαξε με τη γυναίκα του επειδή αυτή ενδιαφέρθηκε γι' αυτόν και, όπως μπορείτε να συμπεράνετε και μόνοι σας, έκανε και ό,τι άλλο έκανε μαζί της, οικογένεια με όσα αυτό συνεπάγεται, επειδή αυτή το ήθελε και το επεδίωξε.

 

Είχε μια αίσθηση του χιούμορ ιδιαίτερη, αλλά δεν την εκδήλωνε συχνά. Πολλές φορές του 'ρχονταν αστεία και δεν τα έλεγε σε κανέναν, σκεφτότανε «δεν πειράζει, και να γελάσουνε τι έγινε;» κι έτσι κάπως κινούνταν και στα υπόλοιπα πράγματα της ζωής.

 

Έκανε αυτά που έπρεπε να κάνει, βασικά αυτά που δεν μπορούσε να αποφύγει, και τα υπόλοιπα του ήταν από αδιάφορα έως αφόρητα και προσπαθούσε πάντα να τα αφήσει για μια άλλη στιγμή ή να μην τα κάνει ποτέ. Θα πούμε περισσότερα σιγά-σιγά για τον Μιχάλη και θα καταλάβουμε και τους λόγους για τους οποίους αντιμετώπιζε τη ζωή με τέτοια απάθεια.

 

 Ο Μιχάλης πέθανε στις 7 Μαΐου με έναν αρκετά γελοίο τρόπο. Έβλεπε αγώνα στην τηλεόραση και σηκώθηκε να βάλει λίγο νερό, διαδικασία που σκεφτότανε ώρα να κάνει, αλλά το καθυστερούσε μέχρι να φτάσει στα όρια της αφυδάτωσης. Όπως πήγε να σηκωθεί πάτησε πάνω στην Μπιζέλα, την κάπως χοντρή γάτα που καθότανε, χωρίς ο ίδιος να το έχει καταλάβει, στα πόδια του.

 

Η γάτα έπαθε παράκρουση, αλλά επέζησε, καθώς δεν είχε εξαντλήσει ακόμα και τις επτά ζωές της, ο Μιχάλης τρόμαξε και έχασε την ισορροπία του, έπεσε με το κεφάλι πάνω στη γωνία του coffee table και λίγη ώρα μετά, στο νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε, αποχαιρέτησε τον κόσμο αυτό, όπως τουλάχιστον τον ήξερε μέχρι εκείνη τη στιγμή.

 

Με άλλα λόγια, όπως λέει και το τραγούδι, «ποιος του φταίει του Μιχάλη, το ξερό του το κεφάλι!» Και κάπου εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος, με την αφήγηση αυτής της πολύ τραγικής στιγμής, της τελευταίας τραγικής στιγμής της ζωής του Μιχάλη Καραβίδη. Στο επόμενο μέρος, ο Μιχάλης πηγαίνει στην κηδεία του, κάτι που όλοι μας θα θέλαμε να έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε όταν έρθει αυτή η στιγμή.

 

Sweet Nothing
1 Σχόλια
avatar
τυχαίος περαστικός 2.7.2018 | 19:50
Τον λάτρεψα τον ήρωά σας. Ανυπομονώ για τη συνέχεια της ιστορίας.
Πολύ ωραίος ήρωας. Μου αρέσει πολύ που επειδή είναι πεθαμένος μπορεί να παρευρίσκεται σε στιγμές όπου οι ζωντανοί αποκαλύπτουν τα πραγματικά τους πρόσωπα.
Εξαιρετικός τρόπος γραφής. Μου δίνετε μεγάλη ευτυχία με τα άρθρα σας. Τα κόβω και τα φυλάω μαζί με τα βιβλία στη βιβλιοθήκη μου.
Όπως έκανα στο παρελθόν και με τα σκίτσα που έκανε στην έντυπη LIFO ο σκιτσογράφος Δημήτρης Σταμούλης.
Έτσι ευαίσθητος είστε κι εσείς. Συγχαρητήρια.

PRINT ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ