Το Μουσικό Αφιέρωμα της Κυριακής

Καλή μουσική και τρίβια, by _erin / Σήμερα: Μότσαρτ, Μαρία Κάλλας, Δημήτρης Μητρόπουλος, Παγκανίνι, Βάγκνερ, Σένμπεργκ
27.7.2014 | 10:21

 

Κυριακή 27 Ιουλίου

εβδομάδες πρεμιέρας οι εβδομάδες που μας πέρασαν…

 

 

…στις 16 Ιουλίου 1782

 

γίνεται στη Βιέννη η πρεμιέρα της όπερας σε 3 πράξεις Die Entführung aus dem Serail  [Απαγωγή από το Σεράι] του Wolfgang Amadeus Mozart [Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ] σε λιμπρέτο του Christoph Friedrich Bretzner [Belmont und Constanze, oder Die Entführung aus dem Serail] διασκευασμένο από τον Gottlieb Stephanie και υπό τη διεύθυνση του ιδίου του Mozart. Την όπερα αυτή παρήγγειλε στον Mozart ο Αυτοκράτορας της Αυστρίας, Ιωσήφ Β΄ των Αψβούργων το καλοκαίρι του 1781. Η παρτιτούρα ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 1782, ωστόσο οι πρόβες ξεκίνησαν μόλις τον Ιούνιο, και παρ’ όλες τις καθυστερήσεις και τα εμπόδια (μια φημολογούμενη σκευωρία, ο βαθμός δυσκολίας της μουσικής κ.α.) η πρεμιέρα είχε μεγάλη επιτυχία. Η φήμη της νέας όπερας εξαπλώθηκε τάχιστα και ήταν το έργο που κατέστησε τον Mozart ευρύτατα γνωστό και εκτός Αυστρίας.

 

Η δράση τοποθετείται στην Αυλή του Σελήμ Πασά την εποχή όπου άκμαζε η πειρατεία και η Χριστιανική Ευρώπη δεχόταν σφοδρές επιθέσεις από τις χώρες του Ισλάμ. Ωστόσο η πραγματική αφορμή για την ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα ήταν η –κατά πολύ μεταγενέστερη– αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης από τους Τούρκους το 1683.

 

Πρόκειται για την ιστορία της Constanze και του Belmonte, ένα ζευγάρι ισπανών ευγενών. Η Constanze, η αγγλίδα θεραπαινίδα της η Blode και ο Pedrillo, υπηρέτης του Belmonte και εραστής της Blonde, έπεσαν στα χέρια πειρατών που επιτέθηκαν στο πλοίο τους. Οι πειρατές πούλησαν τους αιχμάλωτους σε ένα σκλαβοπάζαρο στον Pasha Selim. Μετά από ένα μήνα απελπισμένης αναζήτησης και με την αγωνία για την τύχη της αγαπημένης του και των υπηρετών του να κορυφώνεται, ο Belmonte επιτέλους καταφέρνει να τους εντοπίσει.

 

Ο Belmonte φτάνει στη μακρινή τουρκική ακτή και πλησιάζει το τείχος γύρω από το Σεράι. Εκεί συναντά τον Osmin –το δεξί χέρι του Πασά– και τον ρωτάει σχετικά με τους ανθρώπους που αναζητά. Ο Osmin ωστόσο δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να δώσει πληροφορίες στον ξένο και τον διώχνει. Ο Belmonte εξακολουθεί να αναζητά έναν τρόπο να μπει στο Σεράι. Έχοντας δει τον Pedrillo πίσω από ένα παράθυρο της φυλακής είναι πλέον σίγουρος ότι η Constanze και η Blonde βρίσκονται επίσης φυλακισμένες στο χαρέμι. Ο Σελήμ Πασάς έχει ερωτευτεί την Constanze. Την επισκέπτεται καθημερινά στο χαρέμι και κάνει ότι μπορεί για να την γοητεύσει. Η Constanze παραμένει ακλόνητη και αρνείται πεισματικά να υποκύψει παρόλο που ούτε που το φαντάζεται ότι ο αγαπημένος της Belmonte βρίσκεται ήδη τόσο κοντά της. Εν τω μεταξύ ο Belmonte μεταμφιέζεται σε αρχιτέκτονα και καταφέρνει να μπει στην αυλή. Εκεί συναντά τον Pedrillo και μαζί επιχειρούν να εισέλθουν στα ενδότερα του παλατιού.

 

Ο Osmin είναι ερωτευμένος με την Blonde αλλά και αυτή αντιστέκεται σθεναρά. Οι δυό τους εμπλέκονται σε συνεχείς καβγάδες από τους οποίους ο Osmin βγαίνει πάντα χαμένος. Η δε Constanze εξακολουθεί να απωθεί τον Πασά ο οποίος χάνει πλέον την υπομονή του και την απειλεί με τιμωρία αν εκείνη δεν αποδεχθεί τις προτάσεις του. Η Blonde πληροφορείται από τον Pedrillo το σχέδιο απόδρασης που έχει καταστρώσει ο Belmonte. Όμως για να τεθεί το σχέδιο σε εφαρμογή θα πρέπει πρώτα με κάποιον τρόπο να ξεγελάσουν τον Osmin. O Pedrillo καταφέρνει να παρασύρει τον Osmin σε μια οινοποσία μετά από την οποία ο τούρκος πέφτει σε βαθύ ύπνο. Τα δύο ζευγάρια συναντιούνται και προετοιμάζουν πλέον την απόδρασή τους.

 

Ο Belmonte καταφέρνει να βγάλει τον Pedrillo από το Σεράι και να τον οδηγήσει στο πλοίο του. Εκεί θα παραμείνουν μέχρι να νυχτώσει. Τα μεσάνυχτα ο Pedrillo τραγουδά συνθηματικά στην Blonde όμως ο Osmin που έχει συνέλθει από τη μέθη, τους αντιλαμβάνεται και στέλνει στρατιώτες να τους συλλάβουν. Τώρα πια είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι δύο άντρες βρίσκονται αντιμέτωποι με τη θανατική ποινή. Όμως μετά από την απολογία του Belmonte, ο Σελήμ Πασάς παραιτείται από τις διεκδικήσεις του επί της Constanze και χαρίζει στους αιχμάλωτους την ελευθερία τους.   

   

Mozart, Die Entführung aus dem Serail, K384

 

[και μια ακόμα εκδοχή με διαφορετική αισθητική αντιμετώπιση]

Mozart - Die Entfuhrung Aus Dem Serail (Damrau - Peretyatko / Bolton) / Liceu [2010]

 

 

Ο Wolfgang Amadeus Mozart (Ζάλτσμπουργκ, 1756 – Βιέννη, 1791) ήταν αυστριακός συνθέτης, εκτελεστής πληκτροφόρων, βιολονίστας, βιολιστής και αρχιμουσικός. Γιος του Leopold Mozart, ο Wolfgang Amadeus έδειξε από πολύ νωρίς εξαιρετική μουσική ωριμότητα, παίζοντας πιάνο από τα 3 του χρόνια και συνθέτοντας ήδη στα 5. Ο Mozart είναι ίσως ο πιο «δημοφιλής» συνθέτης του Κλασικισμού, κι ο μοναδικός του οποίου ο βίος και η πολιτεία πήραν διαστάσεις μύθου. Η εξαίρετη έμφυτη μουσική του ικανότητα δεν ήταν ασφαλώς κάτι πρωτοφανές, όμως κανένα άλλο παιδί-θαύμα δεν κατάφερε ποτέ τόσα πολλά. Τα πολυάριθμα ταξίδια που έκανε από πολύ μικρή ηλικία, συνέτειναν στην ανάπτυξη μιας εξαιρετικής ικανότητας αφομοίωσης αλλότριων μουσικών ιδιωμάτων. Σε νεαρή ηλικία επίσης σχεδόν τελειοποιεί όλες τις τεχνικές δεξιότητες που απαιτεί η μουσική σύνθεση όπως αρμονία, αντίστιξη, φούγκα, την τέχνη των παραλλαγών, ενορχήστρωση και μορφολογία. Ωστόσο όλη αυτή η «θεωρητική» κατάρτιση ουδέποτε κατέστειλε την αχαλίνωτη φαντασία του.

 

Κάτω από την επιφανειακή λάμψη και ευτυχία στη μουσική του Μότσαρτ, υποφώσκει ένα σκοτεινό ποτάμι μελαγχολίας που χαρίζει στα έργα του μια αμφιθυμία τόσο συναρπαστική αλλά ταυτόχρονα και τόσο προκλητική.

 

Ο Mozart διακρίθηκε σχεδόν σε κάθε μουσικό είδος και στυλ.  Δεξιοτέχνης της μουσικής που προοριζόταν για ψυχαγωγία, διερεύνησε εξίσου ευφάνταστα ακόμη και τα πιο σκοτεινά, εσωστρεφή έως και μοιρολατρικά συνθετικά μονοπάτια. Υπέρτατος δημιουργός της λεγόμενης «απόλυτης» ορχηστρικής μουσικής, στην οποία δεν δίστασε να ρισκάρει το οτιδήποτε (ακόμα και το συνδυασμό φούγκας με τη φόρμα σονάτα), ήταν ταυτόχρονα και τέλειος δραματουργός. Το σύνολο του έργου του δεν εμφανίζει πάντα την ίδια ποιότητα στα διάφορα είδη και τις διάφορες περιόδους του σύντομου βίου του. Όμως οι όποιες διακυμάνσεις και οι απουσίες του από το μουσικό προσκήνιο [π.χ. καμία όπερα από το 1775 έως το 1781 και κανένα έργο θρησκευτικού περιεχομένου από το 1781 έως το 1790] εξηγούνται τεκμηριωμένα από διάφορες περιστάσεις που αφορούν τη ζωή του και σε καμία περίπτωση τις συνθετικές του ικανότητες.    

 

Η μουσική του Mozart ήταν υπερεθνική, συνδυάζοντας ιταλικά, γαλλικά, αυστριακά και γερμανικά στοιχεία. Η φυσική μουσική του ανωτερότητα και όχι κάποια επαναστατική πρόθεση, ήταν εκείνη που τον ώθησε να γράψει μουσική που θα άλλαζε οριστικά την πορεία της Συμφωνίας, του Πιάνο Κοντσέρτο, του Κουαρτέτου Εγχόρδων, της Σονάτας και πολλών άλλων. Κάτω από την επιφανειακή λάμψη και ευτυχία στη μουσική του, υποφώσκει ένα σκοτεινό ποτάμι μελαγχολίας που χαρίζει στα έργα του μια αμφιθυμία τόσο συναρπαστική αλλά ταυτόχρονα και τόσο προκλητική.  

 

 

===

 

 

…στις 20 Ιουλίου 1924

γίνεται στο Donaueschingen (Γερμανία) η πρεμιέρα του έργου Serenade op. 24 του Arnold Schönberg [Άρνολντ Σένμπεργκ] υπό τη διεύθυνση του ιδίου του συνθέτη. Το έργο αυτό είχε ξαναπαιχτεί σε μια ιδιωτική συναυλία στην οικία του Dr. Schwarzmann (φίλου του Schönberg) στη Βιέννη το 1924, επίσης υπό τη διεύθυνση του Schönberg, όμως αυτή η εκτέλεση δεν μπορεί να θεωρηθεί επίσημη πρεμιέρα.

 

Η Serenade σηματοδοτεί μια από τις πρώτες προσπάθειες του Schönberg να προσαρμόσει τις σειραϊκές συνθετικές τεχνικές σε μεγαλύτερης κλίμακας έργα. Πρόκειται για ένα έργο μουσικής δωματίου για κλαρινέτο, μπάσο κλαρινέτο, μαντολίνο, κιθάρα, βιολί, βιόλα, βιολοντσέλο και μια μπάσα ανθρώπινη φωνή. Μορφολογικά αποτελείται από 7 μέρη και μόνο στο 4ο συμμετέχει η ανθρώπινη φωνή, ερμηνεύοντας ένα σονέτο* του Francesco Petrarca (γεγονός παράδοξο καθώς πρόκειται για την προσαρμογή ενός κλασικού κειμένου μέσα σε ένα σύγχρονο έργο δωδεκάφθογγης μουσικής). Η μουσική των στίχων έχει ιδιαίτερα λυρικό χαρακτήρα, ενώ και τα όργανα συμμετέχουν στην απόδοση των νοημάτων. Τα ειδικά effets που απαιτούνται στην εκτέλεση των οργάνων, καθώς και οι ποικίλοι συνδυασμοί οργάνων μεταξύ τους, δημιουργούν μια τεράστια γκάμα από ασυνήθιστα (για την εποχή) ηχοχρώματα. Επιπλέον εκτός από την ποικιλία των ηχοχρωμάτων και των διαθέσεων, ο Schönberg εμπλουτίζει το οπλοστάσιο της έκφρασης του και με τις διάφορες αλλαγές στο tempo, τη χροιά και τις δυναμικές.

 

Η Serenade –όπως και άλλες συνθέσεις του Schönberg– είναι εξαιρετικά εύγλωττη σε ότι αφορά την καλλιτεχνική ακεραιότητα, τη φαντασία και την επιθυμία του συνθέτη να εξερευνήσει και να κάνει ευρύτερα κατανοητό τον πλούτο των εμπειριών που μπορεί να προσφέρει η τέχνη των ήχων, δηλαδή αυτό που αποκαλείται Μουσική.

 

*Σονέτο 256

Francesco Petrarca

(αγγλική μετάφραση)

If I could take my vengeance on her

whose glances and words consume me,

and who then, to increase my pain, flees,

hiding those eyes so sweet and painful to me.

 

So my weary and afflicted spirits

little by little are exhausted,

and she roars like a lioness in my heart,

through the night when I need to sleep.

 

The soul, that Death drives from its place,

parts from me, and free of that net,

goes towards her who menaces.

 

I wonder if there are times indeed,

in my calls to it, my tears, embraces,

when her sleep is troubled, if she hears me.

 

Arnold Schönberg , Serenade Op. 24, Dimitri Mitroupoulos

 

Ο Arnold Schönberg (Βιέννη, 1874 - Los Angeles, 1951) ήταν αυστριακός συνθέτης, αρχιμουσικός και δάσκαλος. Μια από τις μεγαλύτερες μουσικές προσωπικότητες του 20ου αιώνα, ο Schönberg υπήρξε κυριολεκτικά επαναστάτης «χωρίς τη θέλησή του». Για τον Schönberg σκοπός της τέχνης και της μουσικής ήταν η έκφραση της προσωπικότητας . Η μετάβασή του στην ατονικότητα προέκυψε από την έντονη ανάγκη του να βρει νέους τρόπους έκφρασης.  Έτσι η εντρύφησή του επί της ατονικότητας και του σειραϊσμού αν και ουσιαστικά εξυπηρετούσε τις προσωπικές του αναζητήσεις, ταυτόχρονα έφερε μια επανάσταση στα μουσικά πράγματα των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα.  

 

Μια από τις μεγαλύτερες μουσικές προσωπικότητες του 20ου αιώνα, ο Schönberg υπήρξε κυριολεκτικά επαναστάτης «χωρίς τη θέλησή του». Για τον Schönberg σκοπός της τέχνης και της μουσικής ήταν η έκφραση της προσωπικότητας . Η μετάβασή του στην ατονικότητα προέκυψε από την έντονη ανάγκη του να βρει νέους τρόπους έκφρασης

 

Η μουσική του Schönberg έχει πολύ μεγάλο μελωδικό και λυρικό ενδιαφέρον, παρόλο που είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη, καθώς κάθε στοιχείο [ρυθμός, υφή, φόρμα…] εξωθείται στα άκρα, δημιουργώντας συνολικά ένα πολύ απαιτητικό άκουσμα για τον ακροατή. Ωστόσο πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι αξίζει τον κόπο, άλλοι πάλι όχι. Η υπεροχή του Schönberg έγκειται όχι μόνο στα προσωπικά του μουσικά επιτεύγματα, αλλά στο καλλιτεχνικό του σθένος και την ισχυρή και αδιάλειπτη επιρροή που άσκησε στο μουσικό στερέωμα του 20ου αιώνα.

 

 

 ===

 

 

…στις 24 Ιουλίου 1828

γίνεται στη Βιέννη η πρεμιέρα του Κοντσέρτο για βιολί, αρ.3 σε Μι μείζονα του Nicoló Paganini [Νικκολό Παγκανίνι] με σολίστ τον ίδιο τον συνθέτη. Παρόλο που από το 1813 ο Paganini έχαιρε ήδη πανευρωπαϊκής αναγνώρισης, μόλις την επόμενη δεκαετία πήρε την απόφαση να περιοδεύσει εκτός Ιταλίας. Για το σκοπό αυτό συνέθεσε κατά σειρά τα Κοντσέρτι για βιολί αρ. 2 και 3. Συγκεκριμένα το Κοντσέρτο για βιολί, αρ.3 φαίνεται πως ήταν σχεδόν ολοκληρωμένο ήδη από τον Δεκέμβριο του 1826: σύμφωνα με ένα απόσπασμα από την αλληλογραφία του με τον φίλο του L. G. Germi, εκείνη την εποχή ολοκλήρωνε την ενορχήστρωσή του, όμως θα προτιμούσε να το παρουσιάσει πρώτα επί Ιταλικού εδάφους πριν το επιδείξει στις αίθουσες της Βιέννης, του Λονδίνου και των Παρισίων. Παρόλ’ αυτά τελικά το Κοντσέρτο για βιολί, αρ.3 κατάφερε να κάνει την πρεμιέρα του 2 χρόνια αργότερα στη Βιέννη.  

 

Τα τρία πρώτα Κοντσέρτι για βιολί του Paganini μοιράζονται αρκετά κοινά χαρακτηριστικά.  Σύμφωνα με τα μουσικά ειωθότα της εποχής αποτελούνται από τρία μέρη, και είναι γραμμένα στο ιταλικό στυλ της εποχής συμβαδίζοντας με τις μουσικές δημιουργίες των συμπατριωτών του Gioachino Rossini και Gaetano Donizetti. Τα μεσαία μέρη είναι αργά και μοιάζουν με μικρές οπερατικες σκηνές για βιολί και ορχήστρα, ενώ τα πρώτα και τα τελευταία μέρη είναι περισσότερο κινητικά και περίπλοκα. Επίσης οι ενορχηστρώσεις του Paganini είναι πολύχρωμες και ζωηρές, εμφανίζουν ωστόσο μια ηχοχρωματική διαφορετικότητα σε σχέση με άλλα αντίστοιχα έργα της εποχής, γεγονός που κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στο γεγονός ότι ο Paganini συνέθετε χρησιμοποιώντας την κιθάρα του.   

 

Καθώς ο Paganini ήταν ο απόλυτος βιρτουόζος του βιολιού την εποχή εκείνη, τα soli των έργων του δεν θα μπορούσαν παρά να απαιτούν απαστράπτουσα τεχνική που να καλύπτει όλες τις πτυχές της εκτέλεσης του οργάνου. Ακόμη και σχεδόν 200 χρόνια μετά τη σύνθεσή τους, τα έργα αυτά εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα απαιτητικά ως προς την εκτέλεση και την ερμηνεία τους, γεγονός που κατά κάποιο τρόπο εξηγεί και το λόγο για τον οποίο ο Paganini στην εποχή του προκαλούσε σάλο με το παίξιμό του. Το ακροατήριο του 19ου αιώνα δεν είχε έρθει ποτέ ξανά «αντιμέτωπο» με κάτι παρόμοιο.  

 

Paganini - Violin Concerto No. 3

 

Ο Nicoló Paganini (Γένοβα, 1782 – Νίκαια (Ν. Γαλλία), 1840 ) ήταν ιταλός συνθέτης και ο διασημότερος βιολονίστας της εποχής του. Πήρε τα πρώτα του μαθήματα από τον πατέρα του και αργότερα συνέχισε με άλλους δασκάλους. Σε ηλικία 12 ετών πηγαίνει στην Πάρμα για να κάνει μαθήματα με τον διαπρεπή βιολονίστα Alessandro Rolla ο οποίος όμως του είπε ότι «δεν υπάρχει κάτι άλλο να του διδάξει». Παρέμεινε ωστόσο στην Πάρμα για να κάνει μαθήματα σύνθεσης. Η απόκοσμη εμφάνισή του –αποτέλεσμα κάποιας σοβαρής ασθένειας– κάθε άλλο παρά τον εμπόδισε να ξεδιπλώσει το μουσικό του χάρισμα σε όλη του την έκταση.

 

Nicoló Paganini (Γένοβα, 1782 – Νίκαια, Ν. Γαλλία, 1840 )

 

Ο Paganini άσκησε τεράστια επιρροή στις επόμενες γενιές βιολονιστών, εξαιτίας τόσο της απαράμιλλης τεχνικής του, όσο και των συνθέσεών του, με κορυφαία τα περίφημα Caprices για σόλο βιολί, τα οποία παραμένουν σχεδόν δύο αιώνες μετά η Λυδία Λίθος της τεχνικής των επίδοξων δεξιοτεχνών. Πολλές από τις πιο απαιτητικές τεχνικές του σύγχρονου βιολιού έχουν τις ρίζες τους στο παίξιμο του Paganini.

 

Εξίσου σημαντική ήταν και η επιρροή που άσκησε σε μια ολόκληρη γενιά συνθετών, οι οποίοι επιχείρησαν να προσαρμόσουν το επίπεδο της δεξιοτεχνίας του –και κυρίως εκείνο των Caprices για σόλο βιολί– στο πιάνο: αφού παρακολούθησε μια συναυλία του Paganini στο Παρίσι το 1832, ο Liszt έβαλε συνειδητά σκοπό να γίνει ο «Paganini του πιάνο». Από τον Paganini επηρεάστηκαν και οι Chopin και Schumann, ενώ η επίδρασή του ανιχνεύεται ακόμη και πολύ αργότερα στον Brahms και τον Rachmaninov. Τα Κοντσέρτι για βιολί του Paganini είναι λιγότερο καινοτόμα και θυμίζουν αντίστοιχα έργα της προγενέστερης γενιάς γάλλων δεξιοτεχνών. Παρόλ’ αυτά εμφανίζουν ένα πολύ υψηλό επίπεδο μουσικής εφευρετικότητας.  

 

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Paganini σχεδόν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση καθώς υπέφερε από καρκίνο του λάρυγγα από τον οποίο και τελικά ηττήθηκε.    

 

 

===

 

 

…στις 26 Ιουλίου 1882

γίνεται στο Μπαϊρόιτ η πρεμιέρα της όπερας σε 3 πράξεις Parsifal  [Πάρσιφαλ] του Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ] σε λιμπρέτο του ιδίου, το οποίο βασίστηκε στο επικό ποίημα Parzival του μεσαιωνικού ποιητή Wolfram von Eschenbach. Είναι το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο του Wagner, το οποίο ο ίδιος δεν αποκαλούσε με τη λέξη «όπερα» αλλά με τον γερμανικό όρο «Bühnenweihfestspiel» που μπορεί να μεταφραστεί ως «festival play for the consecration of a stage» [εορταστικό έργο για τον καθαγιασμό της σκηνής]. Τον όρο αυτό επινόησε ο Wagner για να περιγράψει τον Parsifal ελπίζοντας πως έτσι θα επαναφέρει την έννοια του «ιερού» στο δράμα. Εξάλλου αυτό είναι ένα θέμα που απασχόλησε κατά καιρούς πολλούς μελετητές: το κατά πόσο ο Parsifal μπορεί να θεωρηθεί θρησκευτικό έργο.

 

O Theodor Reichmann στον ρόλο του Amfortas , από το πρώτο ανέβασμα του Πάρσιφαλ στο Μπαϊρόιτ, στις 26 Ιουλίου 1882

 

Επιπλέον ο Wagner έθεσε ένα είδος «εμπάργκο» για τον Parsifal: απαγόρευσε το ανέβασμα της όπερας εκτός Μπαϊρόιτ για 30 χρόνια.  Η κίνησή του αυτή είχε δύο σκοπούς: αφενός ήθελε να αποτρέψει τον «εκφυλισμό» του έργου καθώς θεωρούσε ότι πουθενά αλλού εκτός από το Μπαϊρόιτ ο Parsifal  δεν θα μπορούσε να αποδοθεί όπως ακριβώς το ήθελε. Αφετέρου το μονοπώλιο αυτό θα εξασφάλιζε ένα αξιόλογο εισόδημα στην οικογένειά του ακόμη και μετά τον θάνατό του. Ωστόσο το εμπάργκο λύθηκε το 1903 όταν κατόπιν δικαστικής απόφασης η Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης πήρε την άδεια να ανεβάσει τον Parsifal στις Η.Π.Α.

 

Ένα γεγονός που σημάδεψε την πρεμιέρα του Parsifal ήταν το χειροκρότημα: ο κόσμος μετά το τέλος της 1ης και 2ης πράξης χειροκροτούσε κατενθουσιασμένος. Τότε ο Wagner θέλοντας να διαφυλάξει το σοβαρό χαρακτήρα της παράστασης, απευθύνθηκε στο ακροατήριο λέγοντας ότι οι τραγουδιστές δεν θα υποκλιθούν ξανά μέχρι το τέλος της όπερας. Αυτό μπέρδεψε το κοινό, το οποίο θεώρησε ότι δεν πρέπει να ξαναχειροκροτήσει καθόλου… ούτε καν στο τέλος της παράστασης!! Μετά από αυτή την παρεξήγηση  ο Wagner έμεινε με την απορία και φέρεται να εξέφρασε το παράπονο: «Τώρα δεν ξέρω. Τελικά άρεσε στο κοινό ή όχι;». Έκτοτε αυτό έχει παραμείνει ως παράδοση και όποτε ο Parsifal ανεβαίνει στο Μπαϊρόιτ [και σε ορισμένα άλλα μεγάλα θέατρα] το ακροατήριο δεν χειροκροτεί ανάμεσα στην 1η και 2η πράξη.     

 

Η πλοκή –όπως προαναφέρθηκε– βασίζεται σε έναν μεσαιωνικό θρύλο. Στην Ισπανία ένα τάγμα Ιπποτών είναι επιφορτισμένο με τη φύλαξη δύο πολύ σπουδαίων κειμηλίων που βρίσκονται στο κάστρο τους: το Άγιο Δισκοπότηρο (με το οποίο ήπιε ο Χριστός στο Μυστικό Δείπνο) και την Αγία Λόγχη (η οποία τρύπησε τα πλευρά του Χριστού στο Σταυρό). Το τάγμα βρίσκεται σε αναταραχή καθώς ο αρχηγός του, ο Amfortas επιμένει να επιτεθούν στο κρησφύγετο ενός τρομερού μάγου, ο οποίος έκλεψε από το κάστρο των ιπποτών την Αγία Λόγχη. Ο μάγος –ονόματι Klingsor– ήταν ένας επίδοξος ιππότης ο οποίος, όταν το αίτημα του για ένταξη στο τάγμα απερρίφθη, οργισμένος ευνούχισε τον εαυτό του. Η υπηρέτρια του Klingsor, η Kundry αποπλάνησε τον Amfortas δίνοντας την ευκαιρία στον Klingsor να κλέψει την Αγία Λόγχη και μ’ αυτή να τραυματίσει τον Amfortas. Όμως σύμφωνα με τον θρύλο οι πληγές εκείνου που θα τραυματιστεί από την Αγία Λόγχη δεν θα επουλωθούν ποτέ, και μόνος ένας ενάρετος άνδρας μπορεί να σώσει τον τραυματία. Κι αυτός ο ενάρετος άνδρας είναι ο Parsifal, που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται πολλά υποσχόμενος.   

 

ο Wagner έθεσε ένα είδος «εμπάργκο» για τον Parsifal: απαγόρευσε το ανέβασμα της όπερας εκτός Μπαϊρόιτ για 30 χρόνια

 

Ο Parsifal μπήκε στο κάστρο των Ιπποτών κατά λάθος , κυνηγώντας και σκοτώνοντας έναν κύκνο, και μοιάζει σχεδόν αδιάφορος για τα όσα διαδραματίζονται γύρω του. Αντικρίζοντας  όμως τον πληγωμένο Amfortas και το Άγιο Δισκοπότηρο πλημμυρίζει από συναισθήματα συμπαράστασης. Αποφασισμένος κατευθύνεται προς το κάστρο του Klingsor όπου θα βρεθεί αντιμέτωπος με διάφορους πειρασμούς (μεταξύ των οποίων και η Kundry, η οποία φέρει μια κατάρα που την καταδικάζει να περιφέρεται αιωνίως στη Γη επειδή χλεύασε τον Ιησού στο Σταυρό). Θα καταφέρει ωστόσο να αντισταθεί και να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια. Θα γκρεμίσει συθέμελα το κάστρο του μάγου ο οποίος έπειτα θα εξαφανιστεί και θα φέρει πίσω στο κάστρο των Ιπποτών την Αγία Λόγχη με την οποία θα θεραπεύσει τον πληγωμένο Amfortas.  

   

Ο Parsifal είναι το πιο αινιγματικό έργο του Wagner. Η μουσική του μοιάζει ταυτόχρονα διάφανη και μυστήρια. Η παρτιτούρα συχνά προσφέρει «βοήθεια» στην κατανόηση του κειμένου, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η χαρακτηριστικά αμφίσημη χρήση των σύμφωνων και διάφωνων διαστημάτων και η συνύφανση διατονικότητας και χρωματικότητας στέκονται εμπόδιο στις υπεραπλουστευμένες αναλύσεις. Εντούτοις όλες οι αντιπαραθέσεις, μουσικές ή νοηματικές, τελικά συντήκονται και δημιουργούν ένα έργο μοναδικής εκφραστικής δύναμης  και αξεπέραστης γοητείας.     

Richard Wagner: Parsifal (Bayreuth Festival 2012)

 

[και μια ιστορική ηχογράφηση όπου την Kundry ερμηνεύει η Μαρία Κάλλας]

Richard Wagner - PARSIFAL - 20/21.11.1950

 

…και για όσους δεν έχουν πολύ χρόνο, δύο πασίγνωστα αποσπάσματα από τον Parsifal…

Wagner - 'Parsifal' - Act I Prelude

 

Wagner Parsifal- Good friday Music

 

Ο Richard Wagner (Λειψία, 1813 - Βενετία, 1883) ήταν γερμανός ρομαντικός συνθέτης, αρχιμουσικός, ποιητής και συγγραφέας και αδιαμφισβήτητα ένας από εκείνους τους δημιουργούς που άλλαξαν με το έργο τους την πορεία της μουσικής. Η μουσική του έντονα εκφραστική και ιδιαίτερα περιγραφική, κυριάρχησε στον 19ο αιώνα και δίχασε το μουσικό κόσμο. Ακόμα κι έναν αιώνα μετά το θάνατό του εξακολουθεί να ασκεί έντονη επιρροή σε αμέτρητους συνθέτες. Ο ίδιος εμπνεύστηκε μεταξύ άλλων από το πνεύμα της Γερμανικής Όπερας όπως αυτό εμφανίζεται στα έργα του Carl Maria von Weber, και σε κάποιο βαθμό από τους μεγαλεπήβολους στόχους του Giacomo Meyerbeer, τον οποίο κατά τ’ άλλα περιφρονούσε. Όνειρό του ήταν το «Συνολικό Έργο Τέχνης», μια ιδέα που επεξεργαζόταν ήδη από το 1850 (αρκετά πριν από τη σύνθεση του Τριστάνου). Με τον όρο αυτό δεν εννοούσε την ταυτόχρονη εφαρμογή όλων των τεχνών (ποίησης, μουσικής, μιμητικής, χορού, αρχιτεκτονικής και ζωγραφικής) όπως στην Μπαρόκ όπερα, αλλά μια νέου είδους «διαπλοκή» όλων αυτών.

 

 

 

ΑΡΗΣ ΔΗΜΟΚΙΔΗΣ
BIO ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
1 Σχόλια
Antonis Papatheodorou 29.7.2014 | 05:02
Μπράβο, πολύ ωραίο!
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ