Ευγενία Βάγια: “Zαλισμένοι απ' το τυχαίο, παραδινόμαστε σε ξένα χέρια"

Μέσα σε λιγότερο από εκατό χρόνια, το κύμα της ανάπτυξης μας άρπαξε από τους αγρούς και μας πέταξε στην βιομηχανία του επείγοντος κέρδους και των ασύλληπτων μεγεθών. Τα βράδια ελευθερωνόμαστε κρυφά από τους επιδέσμους και σκαλίζουμε την πληγή με ηδονή. Η θεραπεία δεν συμφέρει κανέναν κι ηδονή είναι οι λέξεις. Οι λέξεις (όχι όλες) διασώζονται και μετοικούν σε έναν νέο και πιο γενναίο κόσμο. Το ποίημα, ένα ρολόι ακριβείας που αφήνει ένας φαρσέρ έξω από μια σπηλιά της νεολιθικής εποχής. Και το σώμα; Το σώμα είναι η πιο γλαφυρή περιγραφή του χαρακτήρα. Ζαλισμένοι και χτυπημένοι από το τυχαίο, με μια ακαριαία επιθανάτια φώτιση, παραδινόμαστε σε ξένα χέρια ευχόμενοι ένα ανώδυνο τέλος. Κι οι ποιητές κυκλοφορούν συχνά (ανάμεσά μας) με καλάμια, κέρατα και χρυσά δόντια. (είναι τα τρόπαιά τους). Η ποιήτρια Ευγενία Βάγια μιλά στο lifo.gr.
11.4.2014 | 15:14

Ανάμεσα στις ερωτήσεις παρατίθενται αποσπάσματα από την ποιητική της συλλογή με τον τίτλο “Lailapse”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ενδυμίων.

 

_______________

«Ω! Πώς εκδικείται η μνήμη!

Θάψαμε τον νεκρό

Κι είχε στην τσέπη το κλειδί μας.

Δεν στέργει πια η νύχτα ποιήματα

Και πού να κατοικήσω;

Στα όρη της πραγματικότητας

Τ’ αγρίμια περιμένουν...».

_______________

 

Πώς εκδικείται η μνήμη;

 

Έχουμε υποστεί μια εξαιρετικά βίαιη αλλαγή. Πολύ απότομα, μέσα σε λιγότερο από εκατό χρόνια, το κύμα της ανάπτυξης μας άρπαξε από τους αγρούς κι απ’ τις μικρές κοινότητες και μας πέταξε στην βιομηχανία του επείγοντος κέρδους και των ασύλληπτων μεγεθών. Δεν πρόλαβαμε να συγκρατήσουμε τίποτα απ’τη ζωή που πέρασε αστραπιαία στις αφόρητες πόλεις που χτίστηκαν, ούτε να αφομοιώσουμε τις εμπειρίες της εκάστοτε ηλικίας, τα αισθήματα και τα συμπεράσματα, τα ζύγια και τους λογαριασμούς. Σχεδόν αλλεργικοί στην ιστορία και τα ντόπια ήθη, βιαστήκαμε να θάψουμε μνήμες παράταιρες με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, ώστε να προλάβουμε προθεσμίες που δεν ελέγχαμε. Αντί περισυλλογής, με την ψυχή μας σαστισμένη, έχουμε εξαναγκαστεί σε ένα αέναο πηγαινέλα, επιστρέφοντας σε τόπους εγκλημάτων που ξεχάσαμε ότι διαπράξαμε, αμνήμονες και ανεπίδεκτοι, σαν γέροι με αλτσχάιμερ που περιπλανιώνται στους δρόμους, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες λανθασμένες διαδρομές. Χωρίς μνήμη είμαστε απόκληροι ξεσπιτωμένοι, ανίκανοι και να αφηγηθούμε ακόμα τη ζωή μας.

 

_______________

«Και είναι οι μέρες που ορμά

τρελός κατήφορος το τρένο

με τα κουπέ της θλίψης φωτισμένα

ξέσκισμα σάρωμα ολοταχώς.

Δεν με θεράπευσες αγάπη...».

_______________

 

Η αγάπη γιατρεύει ή μήπως είναι υπερεκτιμημένη; Ή μήπως τελικά είναι υπερεκτιμημένη η γιατρειά;

 

Στην καλύτερη περίπτωση, η αγάπη είναι ένας επίδεσμος που μας προσφέρθηκε από έναν άνθρωπο για να δέσουμε την πληγή που μας άνοιξε ένας άλλος. Τα βράδια ελευθερωνόμαστε κρυφά από τους επιδέσμους και σκαλίζουμε την πληγή με ηδονή. Η θεραπεία, αν υποθέσουμε ότι είναι εφικτή, δεν συμφέρει ούτε τους καλλιτέχνες, ούτε τους ερωτευμένους. Κι ας την αποζητούν με χίλια στόματα.

 

_______________

«Απότομα

τις φλέβες μας θα σπάσει

ολόλευκη ασυγκράτητη ομορφιά

 

 

Και

Έτσι όπως ανάγονται

Απόγευμα οι λέξεις

Κουρνιάζοντας μια μια

Στα δέντρα της καταγωγής τους

Μένει μόνο αυτή

Που καθρεφτίζει θάλασσα».

_______________

 

Από πού έρχονται οι λέξεις και πού πηγαίνουν;

 

Από τον στριμωγμένο εγκέφαλο που χύθηκε έξω από το στόμα σαν κραυγή όταν ορθοποδήσαμε στη σαβάνα, όπως πιθανολογούν οι ανθρωπολόγοι. Οι ποιητές προτιμούν την αλιεία από την επιστήμη. Ανασύρουν τις λέξεις από άγνωστες θάλασσες προσπαθώντας να εννοηθούν από αυτές. Υποθέτω ότι τελικά κάποιες από τις λέξεις διασώζονται και μετοικούν σε έναν νέο και πιο γενναίο κόσμο.

 

_______________

«Ένας άνθρωπος

είναι πιο σημαντικός

από ένα ποίημα

και τα σεντόνια

στο ρεπό της πόρνης

είναι γεμάτα

αίματα της αγάπης.

 

 

 

Βγαίνω στα περιβόλια μου

Να στολιστώ με λέξεις

Να με κοιτάς και να με θέλεις

Με όρους σώματος

Τρελός

Πώς κατεβάζω θάλασσα

Κι αποτραβιέμαι αφρός

Αναρωτιέμαι

Εγώ ‘μαι αγάπη μου αυτή;

Εγώ στενάζω εκεί

Με τα λουλούδια κύματα;».

_______________

 

Ένας άνθρωπος είναι πιο σημαντικός από ένα ποίημα κι ένα ποίημα είναι πιο σημαντικό από ...;

 

Το ποίημα είναι ένα ρολόι ακριβείας που αφήνει ένας φαρσέρ έξω από μια σπηλιά της νεολιθικής εποχής. Ο πρωτόγονος που το σηκώνει από το χώμα δεν έχει ιδέα αν είναι ή όχι σημαντικό, ούτε μπορεί να μαντέψει τη χρησιμότητά του. Το παρατηρεί όμως, με δέος...

 

Γιατί οι περισσότεροι δεν θέλουν να τους θέλουν με όρους σώματος;

 

Από το φόβο της απόρριψης, τι άλλο; Προσωπικά, βρίσκω υποτιμητικό να με επιθυμούν για το χιούμορ μου, την κοινωνική μου θέση, τις αμφισβητούμενες γνώσεις μου, την καρέκλα μου, τη σοφία ή τα τραπέζια μου. Το σώμα είναι η πιο γλαφυρή περιγραφή του χαρακτήρα. Και η ξεκάθαρη απέχθεια ή επιθυμία, μας γλιτώνει από πολλές περιπέτειες.

 

_______________

«Όταν βγαίνουν τα μαχαίρια που σου κάρφω-

σαν

ο τρόμος είναι μεγαλύτερος

θα διαλυθείς.

Να προτιμάτε τα γρήγορα χέρια

Και να αντιστέκεστε εύκολα».

_______________

 

Γιατί αντιστεκόμαστε τόσο εύκολα σε αυτό που μας συμβαίνει;

 

Γιατί δεν ξέρουμε πού πάμε και γιατί φοβόμαστε να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας. Κάπως έτσι, ζαλισμένοι και χτυπημένοι από το τυχαίο, με μια ακαριαία επιθανάτια φώτιση, παραδινόμαστε σε ξένα χέρια ευχόμενοι ένα, όσο το δυνατόν, πιο ανώδυνο τέλος.

 

_______________

«Όσα αισθάνομαι

να κάνω ποίημα

και να αισθάνομαι

όσα αξίζει

να γίνουν ποίημα.

Φιλοδοξώ να γίνω το κορίτσι σου στη θάλασσα

Μείνε

Σκληρός σαν βότσαλο».

_______________

 

Τι αξίζει να γίνει ποίημα;

 

Η στιγμή που αδειάζεις, βγαίνοντας ξαφνικά στην απεραντοσύνη της ακτής, αξίζει. Η στιγμή που αποκόπτεσαι από το θόρυβο και ενώνεσαι, άλλο ένα μουσικό σώμα, με την ορχήστρα του γαλαξία.

 

Το ποίημα δεν είναι πάντα σκληρό σαν βότσαλο;

 

Όχι, το ποίημα δεν είναι σκληρό, αλλά προϋποθέτει μια σκληρή στάση, μια αντίσταση στην εξουσία της ύλης, μια ιεράρχηση των αισθήσεων, ώστε να ξεχωρίσει το τώρα και το πάντα από την ενόχληση του πρόσφατου και την αγωνία του ερχόμενου.

 

_______________

«Τρέχουνε μέσα μας ποτάμια χωρίς κοίτη

Σε διαφάνεια θα αναλυθούμε

Χωρίς τον μαύρο φόβο

φως

Και μην –αγάπη μου- τρομάζεις».

_______________

 

Πώς βρίσκεις τη χαμένη σου κοίτη; Ή με τι υλικά την ξαναφτιάχνεις;

 

Με παραβάσεις. Mε παράφορες συνευρέσεις. Με αλκοόλ και τσιγάρα. Με παρατήρηση και αυτοπαρατήρηση. Με απομόνωση. Με προσευχές και αγωνιώδεις εκκλήσεις. Και με αυτή τη σειρά.

 

_______________

«διαμάντια

τα διαμάντια που αγαπούν

τα κορίτσια

τα κορίτσια που αγαπούν οι χρυσοθήρες

κοίτα πώς σκάβει η φαυλότης

άλικο σκάμμα στα στήθη

του κόσμου

Στο χιόνι υπάρχεις

Σαν χιόνι σκεπάζεις

Και πέσε...».

_______________

 

Ποιον θεωρείτε φαύλο σήμερα;

 

Φαύλους λέω τους κάθε λογής υποκριτές. Θεωρώ ότι η υποκρισία δυναμιτίζει κάθε εξέλιξη, προσωπική και συλλογική. Και είναι τα ίδια τα σχολεία, που μας τη διδάσκουν από την τρυφερή ακόμα ηλικία. Ευτυχώς, ανάμεσα στους μαθητές υπάρχουν και οι ανεπίδεκτοι!

 

Είναι κι ο ποιητής ένας χρυσοθήρας των λέξεων;

 

Αλιείς, κυνηγοί, χρυσοθήρες, αυτά είναι τα επαγγέλματα που προτιμούν. Γι’ αυτό τους βλέπεις συχνά να κυκλοφορούν με καλάμια, κέρατα και χρυσά δόντια. Είναι τα τρόπαιά τους.

 

_______________

«Δουλεύω σε αποστακτήριο

νομίζετε μηχανικά

πως θα περνώ τις μέρες μου ελέγχοντας

διαρροές και υπερχειλίσεις

αλλ’ όμως δεν

ούτε που ξέρετε πόσο κουράζει η τριπλή

απόσταξη δακρύων

μη βρείτε ίχνος παραπόνων

ανόθευτη να ρέει

λύπη του κόσμου

απ’ τα μάτια μου».

 

(Το ποίημα θα μπορούσε να συνομιλεί με αυτό:

 

«Όλη την ημέρα φτιάχνω μοκασίνια.

Στην αρχή τα χέρια μου ήταν άδεια, άεργα,

για τις ζωές που είχαν δουλέψει.

Τώρα αρχίζω να τα μαθαίνω πάλι, το κάθε θυμωμένο δάχτυλο

που απαιτεί να επιδιορθώνω κάτι που κάποιο άλλο δάχτυλο θα σπάσει...

Κάποτε ήμουν όμορφη. Τώρα είμαι ο εαυτός μου,

μετρώντας μια μια τις σειρές τα μοκασίνια

που περιμένουν στο σιωπηλό ράφι». «Εσύ, δόκτωρ Μάρτιν», Ανν Σέξτον, μετάφρ: Δήμητρα Σταυρίδου)

_______________

 

(Πώς) μετασχηματίζεται η λύπη;

 

Δεν μετασχηματίζεται. Δεν ανατρέπεται. Όσα ποιήματα κι αν γράψει κανείς, η λύπη εγκαθίσταται σαν ένα φυσικό φαινόμενο, μια καθηλωτική βροχή που αποφάσισε ένας άδικος θεός, εξαναγκάζοντάς μας σε απραξία. Δεν έχουμε παρά να περιμένουμε τα διαλείμματα του ήλιου, μετρώντας μοκασίνια και άλλα εργόχειρα ή ενίοτε, φλερτάροντας με τα μαχαίρια.

 

Info

 

Η Ευγενία Βάγια γεννήθηκε στο Βόλο. Σπούδασε βιολογία και θέατρο. Ζει στην Αθήνα. Τα τελευταία 22 χρόνια βιοπορίζεται από την κειμενογραφία στη διαφήμιση.

 

ΠΑΥΛΙΝΑ ΕΞΑΔΑΚΤΥΛΟΥ
BIO ΑΡΘΡΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ