Τα μονόξυλα του Μιχάλη Γκανά.

Η άχρονη παιδική ηλικία και η «μέσα τσέπη της ζωής» στα ποιήματα του Μιχάλη Γκανά.
15.1.2012 | 21:10

ipiros

 

 

Ο Μιχάλης Γκανάς βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο Ποίησης για το σύνολο του έργου του. Στο άκουσμα της είδησης δεν ξέρεις αν πρέπει να χαρείς ή να αναρωτηθείς για το τι σηματοδοτούν τέτοια βραβεία σήμερα. Ψιλά γράμματα βέβαια αυτά για όσους τον διαβάζουν και δεν προσδοκούν τέτοιες τιμές για να τον αποτιμήσουν και οι ίδιοι.

 

Ποιητής της γενιάς του '70, γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944 και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά ποιητική συλλογή το 1978 (Ακάθιστος Δείπνος). Έγινε ευρέως γνωστός και σαν στιχουργός, καθώς στίχοι του μελοποιήθηκαν από πολλούς έλληνες και ξένους συνθέτες. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά και αλβανικά.


Με καταγωγή απευθείας από τη δημοτική παράδοση και την παραλογή, στο έργο του ανιχνεύονται συγγένειες με τους Κώστα Κρυστάλλη, Μίλτο Σαχτούρη, Μάρκο Μέσκο και τον Χρήστο Μπράβο από τους συγχρόνους του. Η ιδιότυπη γεωγραφία και ντοπιολαλιά της Ηπείρου που τον έθρεψε είναι από τις βασικές παραμέτρους που τον έχουν σημαδέψει. Τα μοτίβα στα οποία επανέρχεται: η οικογενειακή εστία, η μάνα, ο πατέρας, η ξενιτιά, ο θάνατος, ο τόπος, η φύση και οι άνθρωποί του.


Λιτός και περιεκτικός –με μικρή φόρμα συνήθως– καλλιεργεί μια επιγραμματικότητα που μοιάζει να αναδύεται αβίαστα. Η απόλυτη αφαίρεση, που όταν απεκδύεται τα πιο έντεχνα μέσα της, αποκαλύπτει την ουσία της. Τίποτα δεν περισσεύει. Τα λόγια είναι ακριβά εδώ και ακόμα πιο ακριβά τα αισθήματα και τα γεγονότα που τα γέννησαν. Η ολιγογραφία δεν είναι απλώς μια συγγραφική συνθήκη αλλά έχει μετουσιωθεί σε στάση ζωής.


Κάποια σύντομα ποιήματά του –που έλκουν την καταγωγή τους από τα χαϊκού– τα ονομάζει «ακαριαία». Έτσι ακαριαία είναι και η ποίησή του. Και «μονόξυλα» τιτλοφορεί κάποια ακόμα πιο σύντομα.

 

Προσπαθώ να συλλέξω λοιπόν κι εγώ τα σωτήρια μονόξυλα που επιπλέουν στα άπατα νερά της.

 

Η ποίησή του μοιάζει να αναβλύζει πηγαία από τα κρυστάλλινα νερά της ιδιαίτερης πατρίδας του, διατηρώντας την τραχύτητα και τη γνησιότητα της και χωρίς να διολισθαίνει και να γίνεται γραφική:


Στα πατρικά χωράφια χέρσα στις απαλάμες των νεκρών φυτρώνει ρίγανη σγουρή.
Έρχεται καθαρός αέρας με χτίζει ως τα ρουθούνια.

 

Λείπει σήμερα μια τέτοια ποίηση που «είναι» και δεν προσποιείται τον εαυτό της, που δεν μοιάζει πεποιημένη ακόμα και αν είναι προϊόν κοπιαστικής εργασίας.

 

Βλέπεις να αναδύεται μπροστά σου αυτή η άλλη Έλλάδα που πέρασε ανεπιστρεπτί. Με ανθρώπους όχι και τόσο λειασμένους, με σουσούμια και νόρμες που έχουν χαθεί πια. Διαβάζοντας Γκανά υποψιάζεσαι πλέον τι μπορεί να έκρυβαν οι παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες με τα έντρομα βλέμματα των παιδιών και τις αψιές όψεις των μεγάλων. Μια ζωή που ο μόχθος της και η Ιστορία που την έπαιρνε σβάρνα δεν άφηνε να εκδηλωθεί το συναίσθημα αλλά ήταν εκεί απτό και το ήξερες:


Χιόνια θυμάμαι και βουνά
και εξορίες που δεν έζησα ποτέ μου.

 

Πέρα όμως από το καθαρά τοπικό στοιχείο, ο Μιχάλης Γκανάς με διεισδυτικότητα κατέγραψε στο μεταίχμιο, από την μεταπολίτευση κι έπειτα, και τις δυο παράλληλες Ελλάδες που δρούσαν ερήμην των ανθρώπων, που έβλεπαν όλα γύρω τους να αλλάζουν και έμεναν να κοιτούν με γνήσια απορία:


Χτίζουν το μέλλον κάτω απ' τη μύτη μας.
Πανύψηλο,
μας αφήνει απ' έξω.

 

Μια Ελλάδα που άλλαζε και χωριζόταν στα δύο:

 

Σαν τα παιδιά σου,
άλλα στα ξένα κι άλλα στα Xenia.

 

Μια Ελλάδα που τώρα τη βλέπεις να χάσκει κατακερματισμένη:

 

Η Ελλάδα και πάλι ταινία παλιά που όλο κόβεται,
φερμουάρ που δεν κλείνει.

 

Μια πατρίδα που σιγά-σιγά αφοπλίζεται από στηρίγματα χρόνων προς χάριν ενός νεωτεριστικού λούστρου:

 

Αυτοί που έφυγαν
σε δυο σε τρία καλοκαίρια
θα γυρίσουν βαλίτσες,
τρανζίστορ, μαγνητόφωνα,
αφοπλισμένα κλαρίνα.

 

Και εισέρχεσαι στην ποίηση του Γκανά σαν να μπαίνεις σε ένα σπίτι παλιό αλλά γνώριμο:


Σ' όποια γωνιά κι αν πας,
τα πράγματα γυρίζουν να σε δουν,
απότιστα γελάδια.

 

Εικόνες, μυρωδιές και αισθήσεις: άρβυλα δίπλα στο τζάκι, πουλάκια παγωμένα, χωράφια με καλαμπόκια και κουτσουπιές, η αγριάδα του φύλλου της συκιάς και οι βατιές, απλωσιές με μήλα, φίδια μέσα στα χορτάρια, κοτσύφια, γυναίκες που ημερώνουνε σμήνη από μελίσσια. Τόση μνήμη αθροισμένη και ζεματιστή. «Χαμένες οικειότητες» δηλαδή, όπως είναι και ο τίτλος ενός ποιήματός του.

 

Η μνήμη όμως εδώ δεν είναι νοσταλγία και γραφική αναπόληση. Καμία ωραιοποίηση αλλά και καμία δραματική υπερβολή. Οι μνήμες σφάζουν υπόγεια, ας μη γελιόμαστε:

 

Κι αφήνομαι στη μαύρη πετονιά
αιμορραγώντας όλη νύχτα
μνήμες βαθιές που νόμιζα πως είχαν κλείσει.

 

Το εντελώς τοπικό ωστόσο μπορεί να καταλήγει να γίνει και πανανθρώπινο. Τι κι αν οι ρίζες του Γκανά είναι στην Ήπειρο, η ποίησή του ξεπερνάει τα όρια της ιθαγένειας της και κατορθώνει να αφορά τον οποιονδήποτε.


Κατά τον ίδιο τρόπο που ξεπερνάει τους τοπικούς περιορισμούς, μπορεί να είναι και υπεράνω ορίων που θέτει ο χρόνος. Μιλάει για παιδιά που μεγάλωναν το '40-'50 και είναι σαν να μιλάει για την παιδική ηλικία του καθενός:


Χρόνια που πέσαν πάνω μας, σαν προβολείς.
Μας ντουφεκίζουν έναν έναν,
σαστισμένους λαγούς.

 

Όποτε επιστρέφω στον Γκανά, επιστρέφω σε μια άχρονη και ατοπική παιδική ηλικία, σαν σε μια πατρίδα που είναι θαλπωρή και βαθιά πληγή μαζί. Η παιδική ηλικία στον Γκανά δεν σχετίζεται με το χρόνο. Είναι μια αιώνια αποδημία από την οποία κανείς δε γλιτώνει και τέτοιοι τρόποι, όπως αυτοί της ποίησης, την κάνουν λιγότερο αβάσταχτη:

 

Πόρτα γεμάτη ρόζους,
τύψεις της καρυδιάς.
Χαράζεις τ' αρχικά σου με σουγιά,
πηγαίνεις στο σχολείο αργοπορημένος.
Ας δέρνει ο δάσκαλος,
έχεις στο στόμα σου
γεύση αθανασίας.

 

Το τραγικό δεν διαφεύγει ούτε από μας ούτε από αυτά τα παιδιά εδώ που συναισθάνονται τι τους επιφυλάσσει το μέλλον και η αναπόφευκτη ενηλικίωση:


Περνάς δίπλα στους άλλους,
μετριέσαι στα κρυφά,
είναι πιο πάνω από το μπόι σου.
Που κρύβουν
το γονατισμένο σχήμα τους!

 

Ούτε και το «θεμέλιο χρώμα»:

 

Πληγωμένο κοτσύφι
από κλαρί σε κλαρί.

 

Καθώς το αίμα του
στάζει στο χιόνι,
πληθαίνει το μαύρο.

 

Ξεπερνά τα γνωστά προσχώματα που θέτει ο χρόνος για να μη βλέπουμε πως στην ουσία είναι ένα. Η μια εποχή μπλέκεται με την άλλη αδιατάρακτα. Αλλά αυτό το διαισθάνεσαι μόνο όταν ξεφύγεις από τα σαφώς διακριτά όρια της παιδικής ηλικίας –του εμείς και οι Μεγάλοι. Το διαπιστώνεις στα αντικείμενα του σπιτιού που συνυπάρχουν και στα σημάδια της φθοράς της δικιάς σου και των άλλων. Οι γενιές συνδιαλέγονται:

 

Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

 

Το βίωμα αναγνωρίζεται αυτομάτως για την αλήθεια του. Δεν είναι εγγράμματη –όπως και στα δημοτικά τραγούδια εξάλλου– όσο κι αν χρειάζεται να μεσολαβήσει η αποκρυστάλλωση της γραφής για να φτάσει ως εμάς. Και ας νιώθει ο ποιητής κάπου στο βάθος τύψεις επειδή την καταγράφει και όχι απλώς τη ζει:

 

Και τι να πω για τη ζωή
τη ζω με ζώνει με πονάει
και τι να πω για την αγάπη
δεν τη σπούδασα την ξέρω από στήθους.

 

Και τα ίχνη που αφήνει πίσω της η αλήθεια ανεπαίσθητα, ίσα για να αναγνωρίζουμε το δρόμο:


Πατήματα στο χιόνι σαν
του μικρού παιδιού.

 

Λέει κάπου ο ποιητής και είναι σαν να περιγράφει τα ποιήματά του:


Γροθιές σφιγμένες τα πουλιά
βρεγμένα, κρυωμένα
αλλά στη μέσα τσέπη της ζωής.

 

Έτσι στη «μέσα τσέπη της ζωής» βρίσκεται και η ποίηση του Μιχάλη Γκανά. Δεν στοχεύει σε μεγαλόπνοα έργα, πολυθεματικές αναφορές και φαντασμαγορικές αλληγορίες και δεν εξαντλείται σε εξωστρεφείς μεγαλοστομίες. Αλλά κρατάει μια δική της ζεστή γωνιά κοντά στον πυρήνα της αλήθειας της.

 

Είναι από εκείνα τα είδη ποίησης που πυροβολούν εξ επαφής. Το συναίσθημα που φουσκώνει σε παίρνει παραμάζωμα, μέχρι που δεν αντέχεις άλλο και φωνάζεις:


Ψηλά τα χέρια,
κάτω τα στιλό.

 

(Τα αποσπάσματα ποιημάτων είναι από τις συλλογές Ακάθιστος δείπνος, Μαύρα λιθάρια, Γυάλινα Γιάννενα και Παραλογή, όλα εκδ. Καστανιώτη. Η φωτογραφία είναι του Κώστα Μπαλάφα).

 

ΣΧΕΤΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ
1 Σχόλια
avatar
Ανώνυμος/η 16.1.2012 | 11:32
Γκανάς-Μπαλάφας
ΓΙΑΝΝΕΝΑ!
με 2 παπούτσια πάνινα!
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ