M. Hulot’s holidays (part 4)

Τα μπρούτζινα. Ένα ποστ ακατάλληλο για ανηλίκους.
16.8.2013 | 23:04

 

Η Καυλωνία είναι μία μικρή κωμόπολη ακριβώς στο πέλμα της μπότας, κοντά στους Λοκρούς που ήθελα οπωσδήποτε να επισκεφτώ λόγω ονόματος [την Καυλωνία, όχι τους Λοκρούς]. Το μόνο που άξιζε τελικά ήταν η κίτρινη ταμπέλα με το όνομα, λίγο πριν στρίψεις για την πόλη. Το λογικό θα ήταν να θέλω να επισκεφτώ τους Λοκρούς γιατί εκεί είχε πάει το αίμα μου το 637 π.Χ. [έτσι λέγεται πια ο Δήμος με έδρα της Αταλάντη που ανήκει το χωριό μου, γαμώ τον Καποδίστρια και όλο το του το σόι, μας έκαναν Οπούντιους και τώρα μας λένε «δήμος Λοκρών» και δεν ξέρω ούτε ποιον έχουμε δήμαρχο] αλλά με τόση βιασύνη, κι απ’ έξω που περάσαμε πολύ ήταν. Προορισμός μας ήταν το Ρέτζιο και το μοναδικό μουσείο του, -πέντε διαφορετικά άτομα μας είχαν πει «μην τυχόν πάτε στο Ρέτζιο και δεν δείτε τους χάλκινους γίγαντες», τέτοια και πολύ χειρότερα. Και πήγαμε ζούπιτος από τον Κρότωνα, ξεκινώντας μέσα στα άγρια χαράματα, για να το προλάβουμε ανοιχτό [κλείνει στη μιάμιση το μεσημέρι για να κάνουν οι φύλακες κολατσιό και σιέστα]. Και φτάσαμε νωρίς και γεμάτοι όρεξη να δούμε τις πλάκες των Επιζεφύριων Λοκρών και τους χάλκινους γίγαντες και… φευ! Ήταν κλειστό!  Για δύο χρόνια, για να κάνουν έργα! Και μετά παραπονιόμαστε για τις απεργίες στην Ακρόπολη, τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους που κλείνουν μόνο για μερικές ώρες, άντε μέρες. Και φεύγαμε απελπισμένοι, όταν ένα ζευγάρι που κουτσομιλούσε αγγλικά μας είπε «δε μπρόντζι; Γιου καν σι δε μπρόντζι όνλι» και μας είπε κι ένα όνομα από κάποιο κτίριο που τα φιλοξενούν, το σημειώσαμε και πήγαμε να βρούμε κάτι φαγώσιμο για να μας κοπεί η λιγούρα, γιατί από τον ενθουσιασμό για τα μπρόντζι είχαμε ξεχάσει να φάμε πρωινό (μόνο κάτι μπαμπάδες).

 

Το μαγαζί [που ρε γαμώτο δεν θυμάμαι πώς το έλεγαν] ήταν τζελατέρια, ταβέρνα και μπαρ μαζί, όλα σε ένα, ένα από τα δυο-τρία που ήταν ανοιχτά στην πόλη, γιατί τον Αύγουστο όλοι φεύγουν από τις πόλεις και πάνε στα χωριά τους για διακοπές, χειρότερα απ’ την Ελλάδα. Κι όσοι μένουν, πέφτουν σε νάρκη. Η σερβιτόρα ήταν μία υπέρ του δέοντος στρουμπουλή σαν την Beth Ditto στο πιο μελαχρινό, έξω καρδιά κοπέλα που ξεκαρδιζόταν με ό,τι και να της έλεγες και δεν μίλαγε γρι αγγλικά, αλλά ήξερε φαρσί τη νοηματική. Έτσι, μας έδωσε πίτσα και ένα τηγανητό ψωμί με μοτσαρέλα και ντομάτα που κάπως το έλεγαν, αλλά έχω χάσει το λογαριασμό με τόσα ονόματα ψωμοειδών παρασκευασμάτων, ψητών, φουρνιστών ή τηγανητών. Όταν το δάγκωνες αποκτούσε ένα τέτοιο πρόστυχο σχήμα

 

 

Τελικά τα μπρόντζι τα φιλοξενούσαν στο μέγαρο που στεγάζεται και η rai, η κρατική τηλεόραση, και μπορούσες να τα δεις δωρεάν. Δεν θέλω να βαραίνω την αφήγησή μου με άχρηστες πολιτιστικές πληροφορίες, αλλά αξίζει να γράψω δυο λόγια για τους χάλκινους γίγαντες που κανονικά τους λένε «πολεμιστές του Riace» και είναι δυο εντυπωσιακά και καλοδιατηρημένα ορειχάλκινα αγάλματα του 450 ή 400 π.Χ., τα οποία βρέθηκαν στον βυθό της θάλασσας κοντά στο Porticello. Ζυγίζουν 160 κιλά το καθένα, κι έχουν ύψος δύο μέτρα. Στο ένα σώζονται τα μάτια από γυαλί και ελεφαντόδοντο, τα δόντια από ασήμι και τα χείλια από χαλκό [σε άριστη κατάσταση για έργο τέτοιας ηλικίας]. Το άλλο δεν κατάφερα να το δω τόσο λεπτομερώς, γιατί όπως τα έχουν τώρα στο μουσείο [ξάπλα σε «κρεβάτι χειρουργείου» μέσα σε ένα επιστημονικό εργαστήριο από γυαλί και με ένα σωρό μηχανήματα συντήρησης τριγύρω], είναι λες και τα ετοιμάζουν για τριπλό μπαϊπάς και είναι αδύνατο να δεις τις λεπτομέρειες. Λοιπόν, αυτά τα πολύ όμορφα αγάλματα έχουν ασορτί μαλλί με τρίχες στο εφηβαίο [το ένα σγουρές-μπούκλες και το άλλο σπαστές] και μικροσκοπικά πουλιά, και είναι διαφορετικής τεχνοτροπίας, ο ένας φιλόσοφος και ο άλλος πολεμιστής. Κάποιοι λένε ότι τα έστελναν δώρο από το μαντείο των Δελφών και τα είχε φτιάξει ο Φειδίας, άλλοι ότι τα είχε φτιάξει ο Πολύκλειτος και αναπαριστούν τον Ποσειδώνα, ή τον Δία, ή τον Έκτορα ή τον Αχιλλέα [εγώ ψηφίζω Αχιλλέα δαγκωτό]. Αν τα είχε πληρώσει κάποιος και τα περίμενε να στολίσει το σπίτι του, θα πρέπει να ήταν πολύ άτυχος, γιατί το πλοίο ναυάγησε λίγο έξω απ’ το λιμάνι.

 

Ο φύλακας του μουσείου ήταν κάποιος φτυστός ο Παντελής Ζερβός και παρόλο που ήταν πολύ συμπαθής [πάντα τον συμπαθούσα τον Παντελή Ζερβό, ειδικά στη Μανταλένα και στο τέλος της Λόλας που θυσιάζεται για το παιδί του] δεν ήθελε ν’ ακούσει λέξη για φωτογραφίες, επειδή απαγορευόταν [από τα πολλά ντσιμπέλ από τα κλικ χάλαγε στα αγάλματα η πατίνα]. Πρόλαβα να βγάλω μόνο τα κεφάλια, κι αυτά κακήν κακώς και μετά κάθισε μπροστά στο γυαλί να μην του κλέψω καμία εικόνα. Λίγο πιο πέρα είχε τις πλάκες των Επιζεφύριων Λοκρών αλλά επιτρεπόταν να τις φωτογραφίσεις, έτσι δεν πήγαινε κανείς να τις δει.

 

 

 

 

Το Reggio είναι συμπαθητική πόλη, αλλά από μία στιγμή και ύστερα με τόσα κτίρια που έχεις δει δεν θυμάσαι τίποτα και δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε ποιες φωτογραφίες έχω τραβήξει εκεί εκτός των μπρόντζι, οπότε δεν βάζω καμία.

 

 

Μετά το Μπρόντζι πήγαμε στην Σκύλα, ένα παραθαλάσσιο χωριό απέναντι ακριβώς από το Mortelle της Σικελίας με καλή παραλία, μεσαιωνικό κάστρο και πλήθη κόσμου να προσπαθούν να βρουν μια άδεια γωνιά άμμου για να στρώσουν την πετσέτα τους. Στη μία πλευρά. Στην άλλη δεν υπήρχε ψυχή. Είναι εντελώς ανεξήγητος ο λόγος που πέφτουν όλοι μαζί σε μία πλευρά την παραλίας, σε πενήντα μέτρα γινόταν το αδιαχώρητο, η άδεια πλευρά ήταν πολύ καλύτερη και πιο καθαρή.

 

 

 

 

 

 

Τώρα αυτό δεν ξέρω αν πρέπει να το γράψω, αλλά το είδα παραπάνω από δυο φορές, οπότε πρέπει να ισχύει: οι μεσήλικες Ιταλοί δεν έχουν κανένα πρόβλημα αν τους φαίνεται η στύση μέσα από το σπίντο, δεν κάνουν ούτε καν αυτό που θα έκανε κάθε άντρας με ίχνος ντροπής: να γυρίσει μπρούμυτα. Απλά κάθονται κορδωμένοι και λιάζονται σαν να μην συμβαίνει τίποτα κι η γυναίκα δίπλα τους καμαρώνει. Έχω κι απόδειξη:

 

 

Η ελληνόφωνη περιοχή της Καλαβρίας έχει πολύ όμορφα χωριά και κάποια πολύ εντυπωσιακά όπως το Πεντεντάτιλο [δηλαδή πενταδάχτυλο στα ελληνικά της Καλαβρίας που μα τω Θεώ θυμίζουν όσα λέει ο δίχρονος ανιψιός μου όταν επαναλαμβάνει τις νέες λέξεις που ακούει], ένα απίστευτης ομορφιάς ημι-εγκαταλειμμένο χωριό στα ριζά ενός βράχου. Το ραδιόφωνο της περιοχής έπαιζε και ξανάπαιζε σύγχρονες επιτυχίες όπως το Delicate του Terence Trent D’ Arby και το Sweet Dreams των Eurythmics. Λίγο μετά το μεσημέρι ξεκινήσαμε το μεγάλο ταξίδι για το Σαλέρνο, ανεβαίνοντας όλο το μπροστινό μέρος της μπότας. Μαζί με το dell’ Aspromonte αποχαιρετάς και τους κάμπους και τα τοπία με τα ξερά χόρτα και για αμέτρητα χιλιόμετρα οδηγάς μέσα από δεκάδες τούνελ και γέφυρες σε τεράστια ύψη που είναι ο φόβος κι ο τρόμος όποιου έχει υψοφοβία [δηλαδή εμένα]. Όσο πιο βόρεια ανεβαίνεις τόσο αυξάνεται και η βλάστηση και το τοπίο γίνεται «αλπικό». Κάπου εδώ αποχαιρετάς και τα εργαστήρια κατασκευής προκάτ αγαλμάτων του Ιησού και της παρθένου Μαρίας που ποτέ δεν ήταν βολικά για να φωτογραφίσω, έβγαλα όμως ένα σωρό Χριστούς, πάπες και παναγίες σε πλατείες χωριών που είναι από μόνοι τους ένα ξεχωριστό ποστ. Πρόσεχε τον παρακάτω Ιησού σε πόσο σοκαριστικά σέξι πόζα είναι τοποθετημένος στην έξοδο [ή στη είσοδο;] ενός χωριού νότια, έτοιμος για stage diving, με τα χέρια απλωμένα σαν τον Ιησού του βίντεο που χορεύει το I Will Survive και με σκίσιμο μέχρι ψηλά στο μηρό, πιο ψηλά δεν γίνεται.

 

 

God save us all!

 

To ποστ για το Σαλέρνο ακολουθεί αύριο, προς το παρόν μόνο μερικές εικόνες για πρόγευση:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κι αυτή τη φωτο τη χρώσταγα από χθες:

 

 

 

(συνεχίζεται)

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ