M. Hulot’s holidays (part 7)

Η Νάπολη σε δυόμισι χιλιάδες λέξεις. Επεισόδιο τελευταίο
18.8.2013 | 20:50

 

[Προσοχή! Το ποστ περιέχει τέχνη]

 

Όταν έχεις πάει σε ένα μέρος όπως η νότια Ιταλία για διακοπές, είναι πολύ δύσκολο [έως αδύνατο] να συνδυάσεις το sightseeing με την ξεκούραση. Ή το άραγμα στην παραλία με τα ατελείωτα κάστρα, παλάτια, μουσεία, τις αμέτρητες εκκλησίες και τους αρχαιολογικούς χώρους που θέλεις όλα να τα δεις αλλά κάποια στιγμή το σώμα σε προδίδει. Στη Νάπολη σερνόμασταν. Με το που μπήκαμε στην πόλη, μάς βγήκε όλη η κούραση. Τα χιλιάδες σκαλιά και τα χιλιόμετρα που είχαμε κάνει με τα πόδια για δέκα μέρες ασταμάτητα μας είχαν φέρει στα όρια της  εξάντλησης. Πώς είσαι όταν πάς γυμναστήριο μετά από δύο χρόνια αγύμναστος; Έτσι. Και λίγο χειρότερα.

 

Η Νάπολη σαν πρώτη εικόνα μου φάνηκε παλιά, βρώμικη και άσχημη. Φτάσαμε Κυριακή πρωί και ήταν μια έρημη πόλη, μόνο κάτι Άγγλοι τουρίστες κυκλοφορούσαν και ένας παλαβός που στεκόταν μπροστά από ένα κτίριο κατάληψης και κοίταζε το κενό. Ψάξαμε το κέντρο για να βρούμε ξενοδοχείο να μείνουμε και με έπιασε απελπισία, γιατί εκεί που περπατούσαμε τόση ώρα ήταν το κέντρο. Η ερημιά κι ο χάρος. Η Νάπολη στο ιστορικό κέντρο έχει πολλές πλατείες, αλλά μικρές πλατείες, κλειστές τριγύρω από κτίρια, δεν μοιάζουν με τις ανοιχτές των άλλων πόλεων που έχουν άπλα. Οι μόνοι που είναι μεγάλοι είναι οι κεντρικοί δρόμοι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το μεσημέρι πήγαμε στο Αρχαιολογικό μουσείο. Στο κέντρο κι αυτό. Περπατήσαμε με τα πόδια και η πόλη μου φαινόταν ακόμα πιο άσχημη, ακόμα πιο παλιά κι ακόμα πιο αδιάφορη. Το μουσείο υπολειτουργούσε. Περιμέναμε είκοσι λεπτά για να βρεθεί ο τύπος με το κλειδί για να μας βάλει τις τσάντες σε ντουλαπάκι, αλλά μπορεί να είχε πάει για την ανάγκη του, ήρθε τρέχοντας και λαχανιασμένος και σκοτώθηκε να μας εξυπηρετήσει. Πήρε την τσάντα μου, την έχωσε σε ένα ντουλαπάκι, το κλείδωσε και μου έδωσε το κλειδί (86Β1). Νομίζω ότι δεν έχω ξαναδεί πιο ευγενικούς υπαλλήλους σε μουσείο. Η κοπέλα στον έλεγχο των εισιτηρίων [που θα πρέπει να ήταν και φύλακας και πληροφορίες μαζί] μόνο που δεν μας φίλησε όταν φύγαμε, ίσως επειδή ήμασταν οι μόνοι Έλληνες που δεν έκαναν φασαρία. Να πω εδώ ότι το μουσείο ήταν σχεδόν κλειστό. Μόνο τα ρωμαϊκά αγάλματα ήταν ανοιχτά, το υπόγειο με τις μούμιες και το μυστικό δωμάτιο [ευτυχώς, όταν φύγαμε από το Σορέντο είχα κάνει τάμα στην παναγία να είναι ανοιχτό, -ήταν το μόνο που με ενδιέφερε πολύ να δω, έχει τα πορνό της Πομπηίας και τις κτηνοβασίες].

 

Βέβαια, το πιο δημοφιλές έργο τους, ο Πάνας που συνουσιάζεται με την κατσίκα, έλειπε γιατί τον είχαν στείλει σε μία ερωτική έκθεση στην Ισπανία, αλλά είδαμε τα υπόλοιπα. Και την μάχη των Γαυγαμήλων του Μεγαλέξανδρου [που δεν κατάλαβα γιατί την έχουν εκεί μέσα, μήπως υπονοούν κάτι για τον Μεγαλέξανδρο;] και ερυθρόμορφα πισωκολλητά και ομοερότικ, και παρτούζες, και διάφορα άλλα ενδιαφέροντα που ήταν το xtube της αρχαιότητας. Μου έφταναν και μου περίσσευαν, δεν είχα ούτε όρεξη ούτε κουράγιο να δω άλλα αρχαία έργα.

 

Φεύγοντας πέσαμε πάνω σε έναν καυγά της υπαλλήλου των πληροφοριών με μερικές κυρίες που φώναζαν ότι είναι απατεώνες [αυτοί του μουσείου] που ζητάνε εισιτήριο, όταν το μουσείο είναι σχεδόν κλειστό και αυτές είχαν κάνει τόσο δρόμο για να δουν τα ελληνικά. Ήταν Ελληνίδες. ΟΚ, από μακριά τις καταλάβαινες, μαλλί κομμωτηρίου, στρογγυλό γυαλί, αγριεμένες. Δεν είχαν και τόσο άδικο, αλλά τι να σου κάνει κι η φτωχή η υπάλληλος; Υπάλληλος είναι.

 

Όταν πήγα να πάρω την τσάντα από το ντουλαπάκι έπαθα το σοκ της ζωής μου, δεν ήταν εκεί! Μας έπιασε πανικός, πάνε οι ταυτότητες και τα λεφτά και η κολόνια τώρα τι θα κάνουμε; [ΟΚ, τα λεφτά και τις ταυτότητες τα είχα βάλει στην τσέπη αλλά με το σοκ δεν το θυμόμουν, αλλά η κολόνια;]. Τελικά ο υπάλληλος μου είχε δώσει λάθος κλειδί, ήταν στο ακριβώς δίπλα ντουλαπάκι.

 

Να το γράψω τώρα αυτό; Ας το πάρει το ποτάμι, το κλειδί που σου δίνουν ανοίγει ΟΛΑ τα ντουλαπάκια, το κατάλαβα γιατί ο υπάλληλος δεν μου το άλλαξε, με το ίδιο άνοιξα και το δίπλα.  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Η καημένη Νάπολη είναι πολύ ιδιαίτερη πόλη. Όμορφη τελικά, αλλά χρειάζεται να έχεις υπομονή για να την ανακαλύψεις. Βρήκαμε δωμάτιο στον 24ο όροφο ενός ουρανοξύστη με θέα όλο το κέντρο και όταν την είδα από ψηλά κατάλαβα πόσο την είχα παρεξηγήσει. Τεζάραμε για μερικές ώρες, σερφάραμε στο ίντερνετ να δούμε τι τρέχει στον κόσμο [τίποτα] και ξαναβγήκαμε στους δρόμους για να πάμε στο μουσείο μοντέρνας τέχνης. Το απόγευμα ήταν άλλη πόλη. Η περιοχή που είναι το μουσείο μοντέρνας τέχνης [πολύ κοντά στο αρχαιολογικό] θα πρέπει να είναι σαν την Ευριπίδου και την Σωκράτους, πρώην υποβαθμισμένες που έχουν αναβαθμιστεί, ή το αντίθετο. Βλέπαμε μόνο αντροπαρέες αλλοδαπών, σκουπίδια [ΟΚ, ήταν Κυριακή απόγευμα] και εκκλησάκια με σημάδια από σφαίρες.
Να κάνω κι άλλη μια παρένθεση εδώ για να πω ότι ούτε για μία στιγμή δεν αισθάνθηκα φόβο στην Ιταλία. Το αυτοκίνητο δεν μας το έκλεψε κανείς, δεν μας λήστεψαν στο δρόμο παρόλο που φωτογράφιζα σαν παλαβός με το κινητό παντού, δεν μας άνοιξαν καν το αυτοκίνητο όταν ένα βράδυ ξεχάσαμε το δεξί παράθυρο ανοιχτό.

 

Το μουσείο μοντέρνας τέχνης είναι από τα λίγα που έχω πάει που έχει μία αίθουσα για τον κάθε καλλιτέχνη, και μάλιστα με έργα αποκλειστικά για το μουσείο. Ήταν πανέμορφο, χωρίς είσοδο και είχε και μία αναδρομική του Thomas Bayrle, του ποπ αρτ Γερμανού, με 200 έργα από κάθε φάση της καριέρας του. Αν θες να δεις τι άλλο έχει το μουσείο, κάνε κλικ εδώ [αυτοί οι άνθρωποι έχουν πολύ χιούμορ]. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έχει άπειρα πράγματα να κάνεις και να δεις στη Νάπολη, αλλά αν θέλεις να έχεις φουλ γκάμα επιλογών μην πας Αύγουστο, περίμενε να αρχίσει να λειτουργεί η όπερα από Οκτώβριο για να πας, η όπερα είναι το νούμερο δύο στο τοπ-10 όσων επιβάλλεται να κάνεις στην πόλη. Το νούμερο ένα είναι να φας πίτσα. [Πίτσα, πίτσα και πάλι πίτσα, δες πιο κάτω].

 

Στην όπερα, λοιπόν, πας και πληρώνεις είσοδο και, αφού σου δώσουν ένα χαρτάκι, περιμένεις στο φουγιέ του ισογείου να έρθει ο ξεναγός-συνοδός για να σε πάει στους χώρους που επιτρέπεται. Εμείς δεν το ξέραμε, μπήκαμε στο φουαγιέ, είδαμε καλλιεργημένους ανθρώπους να διαβάζουν βιβλία χωμένοι στις βελούδινες πολυθρόνες και νομίσαμε ότι πάνε στην όπερα για να διαβάσουν σε ωραίο περιβάλλον και με κλιματισμό. Ανεβήκαμε λοιπόν με την σκάλα στην κυρίως αίθουσα, καθίσαμε στις καρέκλες, βγάλαμε φωτογραφίες στη σκηνή, θαυμάσαμε τα θεωρεία και το ταβάνι και μετά ανεβήκαμε στο κεντρικό θεωρείο και σε όσα ήταν ανοιχτά, πήγαμε στον έκτο όροφο να δούμε από ψηλά τη σκηνή και αφού χορτάσαμε όπερα κατεβήκαμε στο ισόγειο για να φύγουμε. Λίγο πριν φύγουμε λέμε δεν περνάμε κι απ’ το αριστερό φουαγιέ; [το δεξί το είχαμε δει]. Πριν προλάβουμε να φτάσουμε, εμφανίζεται ένας που ήταν ο ξεναγός και μιλούσε αγγλιταλικά σαν μοτεράκι και μας λέει «από δω, you SHOULD come with me. Follow me!». Και τον ακολουθήσαμε. Και μας ξαναπήγε στην κεντρική αίθουσα και μας έλεγε ότι είναι η πιο παλιά όπερα της Ιταλίας [40 χρόνια παλιότερη απ’ του Μιλάνου] και ότι είχε καταστραφεί από φωτιά και ξαναφτιάχτηκε ίδια ακριβώς, γι’ αυτό είναι τόσο καινούργια και λαμπερή, κι άλλα πολλά που καλύτερα να τα διαβάσεις στο ίντερνετ γιατί τα έλεγε πολύ γρήγορα και δεν τα έπιανα όλα. Επίσης, αυτός ο τύπος θα ήθελε πολύ να είναι γυναίκα [μιλούσε σαν γυναίκα και έκανε και γυναικείες κινήσεις –απ’ αυτές τις υπερβολικές που κάνουν επί τούτου οι άντρες όταν μιμούνται τις γυναίκες] και ήταν πολύ αυστηρός, δοκιμάσαμε να ξαναπάμε στο φουαγιέ όταν τελείωσε με την κεντρική αίθουσα και μόνο χαστούκι δεν μας έδωσε. Δεν του είπαμε ότι τα είχαμε δει όλα για να μην πάθει υστερία, του είπαμε ότι δεν έχουμε άλλο χρόνο και πρέπει να φύγουμε κι όταν βγήκαμε από την κεντρική πόρτα ήρθε κι έκλεισε με δύναμη τα δύο φύλλα πίσω μας. Μετά πήγαμε σε ένα από τα πιο παλιά και ιστορικά καφενεία του κέντρου, το Caffe Gambrinus όπου έχουν πιει καφέ τρελές προσωπικότητες (ο κωδικός για το wi-fi είναι gambrinus). Εκεί σχολιάσαμε το γεγονός ότι η όπερα της Νάπολης δεν είχε κρυφά δωμάτια δίπλα στα θεωρεία όπως στην όπερα του Παρισιού, αντιθέτως, είχε καθρέφτες σε κάθε θεωρείο για να τσεκάρουν τι κάνεις και να μην γίνονται αίσχη μέσα στο θέατρο [δεν μπορούσες ούτε να φας ούτε να κάνεις σεξ όπως σε άλλες όπερες]. Στην όπερα του Παρισιού –ας πούμε- πήγαιναν οι πλούσιοι έμποροι και αριστοκράτες και παρακολουθούσαν την παράσταση και στο τέλος διάλεγαν και μία χορεύτρια από το μπαλέτο για να συνουσιαστούν, γι’ αυτό είχε τα κρυφά δωμάτια δίπλα στα θεωρεία. Μερικές φορές συνουσιάζονταν και κατά τη διάρκεια της παράστασης. Αυτά δεν τα έβγαλα απ’ το μυαλό μου, μην αρχίσετε τα σχόλια, μας τα έλεγε η τρελή. Την ώρα που καθόμουν στις καρέκλες του κεντρικού θεωρείου αναρωτιόμουν πόσοι μαφιόζοι να έχουν κάτσει στην ίδια θέση και πόσους να έχει φάει ο καθένας και σκέφτηκα για άλλη μία φορά τον συχωρεμένο τον Τόνι Σοπράνο που δεν τον έφαγε τελικά αυτός ο μαφιόζος στο εστιατόριο στο τέλος αλλά τον έφαγε το έμφραγμα.

 

 

 

 

 

Μου άρεσε πολύ τελικά η Νάπολη. Πιο πολύ το φαΐ. Πριν πω για το φαΐ, όμως, έχω και μία επίσκεψη στο εθνικό μουσείο και πάρκο Καποτιμόντε να διηγηθώ Αρκετά επεισοδιακή. Αφού πληρώσαμε εφτάμισι ευρώ για να μπούμε και είδαμε τα ταπισερί και τους [εντελώς αδιάφορους] πίνακες του πρώτου ορόφου, ανακαλύψαμε ότι δεν είχε δεύτερο και τρίτο με τον Τισιάνο και τους σύγχρονους πίνακες. Ήταν κλειστοί! Στις πληροφορίες μπαίνοντας είχε μία κοπέλα που έμοιαζε με την Ελένη Λουκά σε νεαρή ηλικία κι έναν νεαρό συνάδελφό της που δεν μας είπαν ότι το μουσείο είναι κλειστό, μας ρώτησαν μόνο αν είμαστε Ιταλοί και είπαμε όχι. Βγαίνοντας, περάσαμε να παραπονεθούμε και είδαμε ότι υπήρχαν ανακοινώσεις, αλλά δεν τις είχαν στο ταμείο, τις είχαν παραχώσει λίγο πριν τον κεντρικό διάδρομο, επειδή ήταν λίγο απατεώνες. Όταν της το είπαμε έτρεξε και τις άρπαξε και τις έβαλε πάνω στο ταμείο, άλλαξε 300 χρώματα και άρχισε να μας λέει ότι το κράτος έχει κάνει περικοπές και το μουσείο είναι κλειστό επειδή δεν έχει υπαλλήλους, ΟΚ, σεβαστό, αλλά πες το ρε διάολε πριν πληρώσω. Ούνα φάτσα ούνα ράτσα. Μετά έτρεξε πίσω μας και μας είπε ότι στις 4.30 έχει μία ξενάγηση στον δεύτερο για να δούμε Ελ Γκρέκο, τις σφαγές ανηλίκων και σπλατεριές με αγίους. Για καμία ώρα. Πάλι καλά, αν δεν είχαμε παραπονεθεί δεν θα το μαθαίναμε ποτέ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Νάπολη από το λόφο του μουσείου φαινόταν υπέροχη. Περάσαμε από στενάκια με παλιόσπιτα που θυμίζουν τα προσφυγικά της Αλεξάνδρας, ολόκληροι μαχαλάδες, με την ίδια ατμόσφαιρα που έχουν κι οι δρόμοι πάνω και κάτω απ’ τις γραμμές του τρένου από την Αττική μέχρι τα κάτω Πατήσια. Και παρόμοιες μυρωδιές. Και πήγαμε για πίτσα στην περιβόητη Sorbillo με το αστέρι μισελέν [που δεν έχω ιδέα γιατί το αναφέρω, είδαμε πολλά αστέρια μισελέν σε μαγαζιά και αυτοκόλλητα του τριπ αντβάιζορ] αλλά ήταν κλειστή [καταραμένε Αύγουστε] μέχρι το τέλος του μήνα. Φάγαμε όμως σε μία πολύ ωραία τρατορία που την έλεγαν Campagnola τα ζυμαρικά που μας πρότειναν τα γκαρσόνια και μετά κάναμε βόλτες μέχρι αργά στο ιστορικό κέντρο. Οι ντόπιοι, πάντως, για πίτσα προτείνουν την Di Matteo, μία παλιά πιτσαρία που όταν πλησιάσεις σε πιάνει απελπισία από τον κόσμο. Δύο ουρές, μία για να πάρεις πίτσα και τις τηγανητές κροκέτες take away και άλλη μία για να καθίσεις στο μαγαζί. Μπήκαμε, δώσαμε όνομα και έκανα κι άλλο ένα τάμα στην παναγία για να μην ξημερωθούμε στο πεζοδρόμιο. Ήταν περίπου 9 και οι ναπολιτάνοι κυκλοφορούσαν στο δρόμο με τα κουτιά της πίτσας στο χέρι. 5-6, μπορεί και πιο πολλά. ΟΛΟΙ μα ΟΛΟΙ πρέπει να τρώνε πίτσα για βραδινό. Μία ο καθένας. Μόλις έγραψε το όνομα μας είπε περιμένετε έξω, θα σας φωνάξω σε είκοσι λεπτά. Και περιμέναμε.  

 

Σε σαράντα λεπτά, κι ενώ ο κόσμος όλο και μαζευόταν και πλήθαινε, ακούσαμε να φωνάζουν ένα «Πιστάτσιο» και να μη μιλάει κανείς, λέμε αυτοί είμαστε, μάλλον έχουν γράψει λάθος το όνομα. Και μπαίνουμε σαν κύριοι και καθόμαστε στο τραπέζι του πάνω ορόφου, σε ένα μαγαζί που ήταν γεμάτο νεαρόκοσμο και μαφιόζους με την οικογένειά τους [τους καταλάβαινες γιατί τους έβαζαν κρυφά από την πίσω πόρτα, εκτός ουράς]. Ένας με ροζ παντελόνι, γαλάζιο πουκάμισο και μουστάκι σαν του Alberto Sordi στον «Μαφιόζο» ήταν φοβερή φυσιογνωμία αλλά δεν τόλμησα να τον φωτογραφίσω.

 

Περιμέναμε ένα μισάωρο με τις κοκακόλες για να πάρουν παραγγελία και άλλα σαράντα λεπτά για να μας φέρουν τις πίτσες. Χαλάλι όμως. Τι πίτσες ήταν αυτές παναγιά μου, ξεχνάς ό,τι έχεις φάει μέχρι τώρα. Μία μπιάνκα [με κρέμα γάλακτος, βασιλικό, καλαμπόκι και προσούτο], μία μαργαρίτα με ντομάτα, μοτσαρέλα και πικάντικα σαλάμια και μία μαρινάρα που είναι η πιο απλή πίτσα που μπορείς να πάρεις με σάλτσα ντομάτας, σκόρδο, βασιλικό και μαντζουράνα, η οποία έκανε δυόμισι ευρώ! Οι άλλες από έξι. Ο σερβιτόρος απόρησε με την παραγγελία: αντιπάστι και τρεις πίτσες [τρε πίτσε!]

 

Μείναμε άλλη μία ώρα, σκάσαμε στο φαΐ και πληρώσαμε τον πιο μικρό λογαριασμό για τέτοιο δείπνο που μπορείς να φανταστείς. Την ώρα που κατεβαίναμε, φώναζαν το όνομά μας!!!! Δεν θέλω να κάνω κανένα σχόλιο εδώ. Χρωστάω ένα σωρό τάματα στην παναγία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αν πας στη Νάπολη επιβάλλεται α) να φας μπαμπά, β) να φας σφολιατέλα (riccia και frolla, δεν χρειάζονται λεπτομέρειες, είναι ντόπιο γλυκό, δοκίμασε και μη ρωτάς πολλά) γ) να επισκεφτείς το Scaturchio (μην σε τρομάξει το όνομα, είναι ένα ζαχαροπλαστείο-καφέ στην Πιάτσα Σαν Ντομένικο Ματζόρε με εξαιρετικά γλυκά κι ένα μαύρο ποτό που δεν κατάλαβα τι είναι, αλλά είναι πολύ πολύτιμο γιατί το πουλάνε σε μικρό μπουκάλι με αριθμημένη ετικέτα και πιο ακριβά από τα λιμοντσέλα) δ) να αγοράσεις ζυμαρικά –ταλιετέλες λεμονιού και ό,τι σου γυαλίσει, αλλά μην σε πιάσει αμόκ, ζυμαρικά είναι. Μια χαρά είναι της Ελλάδας.

 

Η Νάπολη έχει πάρα πολλά εικονοστάσια χωμένα σε τοίχους, χειρότερα από την Πειραιώς και τη Βουλιαγμένης μαζί και παντού εκκλησίες. Την πρώτη μέρα με έπιασε μια μανία να τα φωτογραφίζω, αλλά μετά βαρέθηκα. Δεν έχει μόνο η Νάπολη τέτοια εικονοστάσια, είναι γεμάτα τα χωριά και οι πόλεις σε όλη την Ιταλία. Στη Νάπολη μου έκανε εντύπωση αυτό που βρήκα ζωγραφισμένο στην αυλή μίας εκκλησίας του κέντρου

 

 

Στην Αθήνα μπορεί να έχουν γεμίσει τα κτίρια γκράφιτι, αλλά κανείς δεν ζωγραφίζει τέτοια πράγματα σε εκκλησίες (καθολικοί-καθολικοί, αλλά ορίστε πόσο μπροστά στην τέχνη). Οι Ιταλοί έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με το σεξ από αρχαιοτήτων χρόνων. Αν δεις τι ζωγράφιζαν στην Πομπηία και τι έφτιαχναν οι καλλιτέχνες της εποχής επί παραγγελία, θα καταλάβεις πόσο μεγάλη σημασία έδιναν στο σεξ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αν μπορούσα να διαλέξω πού θα μπορούσα να μεταφερθώ για καναδυο μέρες μέσα στο χρόνο, σίγουρα το ένα μέρος θα ήταν η Πομπηία. Στις δόξες της. Θα μπορούσα να γράψω κι άλλα πολλά για την Νάπολη και το τέλος του ταξιδιού και τον Άντονι Χόπκινς που είδαμε να περπατάει ένα πρωί μόνος του στους δρόμους του κέντρου και κανείς δεν τον αναγνώριζε, την κηδεία που πετύχαμε στην εκκλησία δίπλα στην όπερα και την άλλη στο Μπρίντεζι λίγο πριν μπούμε στο πλοίο της επιστροφής, το καφε-μπαρ-εστιατόριο-τζελατερία μισό οικοδομικό τετράγωνο στο Μπρίντιζι που καθίσαμε για φαΐ [όλα τα άλλα ήταν κλειστά] με τον Έλληνα τζελατέρη, το μπάνιο στην Torre di S. Sabina κι άλλα πολλά, αλλά κλείνω εδώ με αυτές τις φωτο από την επιστροφή γιατί ξεπέρασα τις 9500 λέξεις και το ημερολόγιο με τις σημειώσεις κοντεύει να γίνει μυθιστόρημα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Arrivederci!

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
2 Σχόλια
Der Salamander 18.8.2013 | 22:37
Σούπερ η Νάπολη. Η βόλτα από τη Via Chiaia (αν θυμαμαι σωστά το όνομα, είναι ο ανηφορικός εμπορικός δρόμος με την καμάρα) προς το Αρχ.Μουσείο είναι από τις καλύτερες που έχω κάνει ποτέ. "Βρώμικη και παλιά", οκ, όμως και μια από τις ελάχιστες πόλεις που εχουν κρατήσει την αρχαία τους πολεοδομία. Μέχρι και οι μικρές πλατείες του ιστορικού κέντρου υποτίθεται πως υπήρχαν εκεί από την αρχαιότητα. Συμφωνώ όμως ότι η βρωμιά μπορεί να τρομάαξει πολλούς, βλέπεις εικόνες σχεδόν τριτοκοσμικές
avatar
Ανώνυμος/η 2.8.2014 | 23:52
Εξαιρετική αφήγηση, εξαιρετικές φωτογραφίες με χιούμορ και πάθος.

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ