Τι κάνει το μαμαδίστικο φαγητό τόσο ξεχωριστό;

Τα μυστικά της κουζίνας των μαμάδων, και μια γλυκιά, εορταστική συνταγή!
9.5.2014 | 02:58

Φωτ.: Μιχάλης Μιχαήλ/ LIFO

 

Για τις πρόσφατες μάνες, αυτές που ακόμη έχουν παιδιά προς ενηλικίωση, δεν θα μιλήσω σήμερα. Θα αφήσω την επερχόμενη γενιά να βρει τη δικιά της μιλιά, να μας σημειολογήσει, να μας παρατηρήσει, να μας περιγράψει, να γελάσει με τα χάλια μας και να συγκινηθεί με τις όποιες αξιοσύνες μας. Εξ'άλλου, στο ελληνικό μας υποσυνείδητο, όταν λέμε «μαμαδίστικο φαγητό», όταν βάζουμε στο στόμα μας την «κουζίνα της μαμάς», επιστρέφουμε σε κείνη την παλιότερη, τη συνταξιούχα μαμά, αυτή που στα σήριαλ τη λένε Θεοπούλα και Σοφία και Κικίτσα γιαγιά του Λεωνίδα, αυτή που ακόμη φτιάχνει μιζ-αν-πλι με βραστά ρόλεϋ και πασαλείβεται με Νιβέα πριν κοιμηθεί.

 

Και μ'ένα πόδι λιγότερο να σε αντικρίσει, η εναγώνια ερώτηση «έφαγες;» είναι αυτή που πρώτη θα πέσει από τα χείλη της και το αν πήδηξες ένα μεσημεριανό την ταράζει πολύ περισσότερο από το αν χρωστάς της Μιχαλούς στην Εφορία.

 

Αυτή απ'όλες τις Ελληνίδες μάνες είναι η πιότερο ταυτισμένη με την κουζίνα, κατά προτίμηση εκείνη που διαθέτει ντιβανάκι, τραπέζι με λουλουδιαστό αλέκιαστο τραπεζομάντιλο καλυμμένο με διαφανές πλαστικό, στη μέση βάζο με ψεύτικο λουλουδικό, εμπριμέ λαδί πλακάκι, κορνιζαρισμένες φωτογραφίες γάμων πάνω στον απορροφητήρα που τον προτιμά με σεμεδάκι, και ρουστίκ (πρόχειρη) τραπεζαρία της δεκαετίας του'80. Ο γευστικός μαμαδισμός σε κείνην είναι εξαιρετικά αφιερωμένος και αυτό, όχι επειδή φτιάχνει τα ωραιότερα ντολμαδάκια-αφού είναι και κάποιες ανεπίδεκτες! Αλλά εκείνη η παλιά φρουρά, κυτταρικά έχει συνδέσει τη μητρότητα με το στοματικό στάδιο της θρέψης, στο οποίο πασχίζει περιπαθώς να σε καθηλώσει στο υπόλοιπο του βίου σου.

 

Και μ'ένα πόδι λιγότερο να σε αντικρίσει, η εναγώνια ερώτηση «έφαγες;» είναι αυτή που πρώτη θα πέσει από τα χείλη της, το αν πήδηξες ένα μεσημεριανό την ταράζει πολύ περισσότερο από το αν χρωστάς της Μιχαλούς στην Εφορία και βεβαίως, ακόμη κι αν της ανακοινώσεις πως τυγχάνεις σκασμένος από δεκαπέντε δωδεκάδες σασίμι στο Nobu, εκείνη θα σε μπουκώσει λίγα (χοντρά) μακαρόνια με κιμά που περίσεψαν από το μεσημέρι, καθώς το «έξω» φαγητό το απαξιώνει ως τον ύψιστο εχθρό του αδιαφιλονίκητου θρόνου της.

 

Η γυναίκα που γνωρίζει καλύτερα από οποιαδήποτε την αξία του τάπερ, το οποίο συλλέγει φανατικά από τη συσκευασία μιας χρήσης-που αυτή την μετατρέπει σε χρόνια-μέχρι το κεσεδάκι του γιαουρτιού, η καλύτερη φίλη της Φυτίνης, αυτή που πάντα θα σε βρίσκει αδυνατισμένο ό,τι κι αν λένε οι ψεύτρες ζυγαριές, είναι η πιο μακάρια μαγείρισσα του ταλαίπωρου αυτού πλανήτη. Καθώς στην εποχή της το φαγητό ήταν φαγητό και όχι ω3 λιπαρά που κάνουν καλό, γκότζι μπέρις που αντιοξειδώνουν, μεταλλαγμένα και τρανς λιπαρά που σκοτώνουν, είναι ικανή να μπλέξει με την ίδια αδιάφορη χάρη στην κατσαρόλα της το καλό μιας αληθινής φασολάδας και το θάνατο αυτοπροσώπως: όταν ο γιατρός της συστήνει ψαράκι κατά της χολιστερίνης, θα σκοτωθεί στο τηγανητό και θα κάνει και παπάρα στη «σαλτσούλα», όπως μεταφράζει το λάδι του τηγανιού. Με την ίδια φυσικότητα θα σου κάνει ρώσικη με δική της μαγιονέζα και με την ακριβώς ίδια θα σου πασάρει για «σπιτική» μια τούρτα με σκόνες του κουτιού.

 

Και μπορεί η σύνταξη να μην φτάνει αλλά το φαγητό της, με ένα-έως ανυπολόγιστα μαγικά τρικ που μόνο η ψυχή της γνωρίζει-περισεύει! Όσους απρόσκλητους κι αν φέρεις στην κουζίνα της, θα πετάξει τη σκούφια της να τους «περιποιηθεί», να βγάλει το κοφτό τραπεζομάντιλο και ένα «ουζάκι» για αρχή με το δικό της ανυπέρβλητο στάιλινγκ, κάτι ανάμεσα σε Τσελεμεντέ, Χρύσα Παραδείση, Βέφα, σκαλιστά ραπανάκια και καρότα-τριαντάφυλλο.

 

Στην καθημερινή της κουζίνα θα κάνει τα φασολάκια και τα κοκκινιστά της αλλά το μεγάλο της πάθος είναι τα σουφλέ, ιδιαίτερα όταν έχουν πολλά τυριά και φύλλο καταϊφι, οι κρέμες που δένουν με άνθος αραβοσίτου, οι σάλτσες με κορν-φλάουρ, τα γιαουρτόγλυκα με ζελέ και το ψητό κατσαρόλας. Τις συνταγές θα στις δώσει πάντα μισές και «με το μάτι», ενίοτε ξεχνώντας ένα υλικό από δόλο-για να μην της κλέψουν την πατέντα.

 

Η μαγείρισσα που οι τηλεοράσεις προσπαθούν να διαφθείρουν, έχει το νου της και κρατά καλά κρυμμένη στον πάτο της κατσαρόλας της τη νοστιμιά του παλιού κόσμου, άσχετα αν στα καφεδώματα με τις φίλες θα υπερασπιστεί τον εναλλακτικό μουσακά του Καλλίδη, όπως τον είδε στην Ελενίτσα- ε, δεν ζει πια και πίσω από τον κόσμο!

 

 

Να σας κεράσω για την ημέρα το cheese cake λεμόνι της μαμάς Ελένης Κολλιγά, όπως το στόλισε με τα χεράκια της:

«Για να κάνεις τη βάση, στρώνεις στον πάτο της στρογγυλής φόρμας 1 πακέτο τριμμένα νταϊτζέστιβ, χυμό και ξύσμα από 1 λεμόνι και 80 γρ. βούτυρο.

Τα πατάς καλά με τα χεράκια σου και ψήνεις στους 180 για 8 λεπτά.

Για την κρέμα, χτυπάς με το μίξερ χειρός 1 ζαχαρούχο γάλα, 2 λεμόνια μαζί με το ξύσμα, 4 μουλιασμένες ζελατίνες, 600 γρ. τυρί κρέμα και 330 γρ. κρέμα γάλακτος.

Για την ωραία επικάλυψη, θα χτυπήσεις 2 λεμόνια, το χυμό και το ξύσμα, 2 ολόκληρα αβγά και 2 κρόκους, 100 γρ. ζάχαρη και 85 γρ. βούτυρο.

Θα στρώσεις την κρέμα πάνω στη βάση κι από πάνω θα απλώσεις τακτικά-τακτικά την επικάλυψη!»

 

 

ΕΛΕΝΗ ΨΥΧΟΥΛΗ
BIO ΑΡΘΡΑ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
2 Σχόλια
Starscream 11.5.2014 | 19:10
Έχω την τύχη να έχω μαμά και γιαγιά εξαιρετικές μαγείρισσες. Ωστόσο αυτό που κάνει το μαμαδίστικο φαγητό ξεχωριστό είναι καθαρά συναισθηματικοί λόγοι. Απίστευτες γεύσεις μπορείς να βρεις σε οποιοδήποτε καλό εστιατόριο.
avatar
ΤΝΚΣ 10.5.2015 | 14:59
Πω ρε συγκινήθηκα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ