Το ντοκιμαντέρ "Εδώ δεν υπάρχει άσυλο" θα σου θυμίσει γιατί αγαπούσες τα συγκροτήματα των 80's

Ο δημιουργός του Θανάσης Γιαννόπουλος μιλά στo LIFO.gr
14.9.2015 | 11:00

Για μένα η δεκαετία του '80 ήταν μια φρικτή εποχή, μια εποχή όπου οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες ήταν τρόπος ζωής και ότι γινόταν στον έξω κόσμο το μαθαίναμε σαν τους φυλακισμένους –μέσα από τοίχους, παραμορφωμένο. Αλλά ήταν η εποχή που ήμουν νέος και πίστευα οτι μπορεί και να γλιτώσω, με κάποιο τρόπο –είχα δηλαδή μια ελπίδα... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Το "Εδώ δεν υπάρχει άσυλο" είναι το ντοκιμαντέρ για ανεξάρτητη μουσική σκηνή της Αθήνας των 80’ς. Οι δημιουργοί του,  Θανάσης Γιαννόπουλος (σενάριο) και ο Μιχάλης Καφαντάρης (σκηνοθεσία) συναντήθηκαν και μίλησαν με 17 συγκροτήματα που δρούσαν εκείνη την εποχή τους: Παρθενογένεσις, Magic de Spell, Groupies, Stress, Panx Romana, Ανυπόφοροι, Metro Decay, Villa 21, Yell-o-Yell, Clown, South of no North, Not 2 without 3, Anti Troppau Council, Yeah!, Χωρίς Περιδέραιο, Αρνάκια, Libido Blume, Flowers of Romance. Δεν έκαναν όμως μόνο αυτό, κατάφεραν να τους πείσουν να παίξουν στο Gagarin205 πέρσι τον Ιανουάριο σε μια μοναδική ιστορική συναυλία για τις ανάγκες τους ντοκιμαντέρ. Στην Αθήνα μετά από μια σειρά guerilla προβολές, το ντοκιμαντέρ θα κάνει επίσημη πρεμιέρα την Πέμπτη στις 17 Σεπτεμβρίου, στον κινηματογράφο "Μικρόκοσμος". Πριν από αυτό θα προηγηθεί ένα party στη Death Disco την Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου με live και dj sets με μερικούς από τους πρωταγωνιστές του φιλμ. Ο Θανάσης Γιαννόπουλος μας μιλάει για την εμπειρία του και για μια εποχή που παραμένει πιο επίκαιρη πιο ποτέ.

 

— Πώς σκεφτήκατε την ιδέα να γίνει μια ταινία για τα συγκροτήματα του ’80;

Υπάρχει ένας θρύλος γύρω από την αρχική ιδέα της ταινίας που έχει να κάνει με τον Κούκο, το  μπαρ του Κώστα Μάστορη (Metro Decay) στα Κύθηρα και την ιδέα που έριξε ο Κώστας φρεσκάροντας τα ποτά μας περί του πόσο πλάκα θα είχε ένα ντοκυμαντέρ για την ανεξάρτητη αθηναϊκή σκηνή του ’80. Μεταξύ μας (και είναι η πρώτη φορά που το λέω) αν δεν είχα δει τι φοβερή μούρη για ταινία είναι αυτός ο Μάστορης μάλλον θα το ξέχναγα πριν τελειώσουμε το επόμενο ποτό. Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε (και δε βλέπω γιατί να μην το πούμε κιόλας!) οτι η ταινία χρωστάει, σε μεγάλο μέρος την ύπαρξή της στον Μάστορη. Γι΄αυτό άλλωστε και του βγάλαμε την πίστη μέχρι να τελειώσει –για να τον εκδικηθούμε που μας έμπλεξε σε αυτή την ιστορία. Εντάξει –υπήρχε και κάτι ακόμα που με ώθησε –μια ηλίθια ιδέα οτι αν κάναμε μια τέτοια ταινία, υπήρχε περίπτωση να ξαναδώ αυτά τα γκρουπ στη σκηνή... Είχα ρωτήσει εκείνο το βράδυ το Μάστορη: «Αν το κάνουμε, θα ξαναπαίξετε;» Και είχε απαντήσει: «Ούτε με σφαίρες». Τα σκέφτομαι αυτά τώρα, μετά και τη συναυλία στο Gagarin 205 και σκέφτομαι οτι τελικά οι ηλίθιες ιδέες μπορεί να είναι και οι καλύτερες.

 

Αυτά τα συγκροτήματα ήταν τότε για μένα η αντίσταση στον καθημερινό παραλογισμό που ήθελε, ντε και καλά, να μας ισοπεδώσει. Δηλαδή, γιατί; Γιατί θα έπρεπε να γίνω Κνίτης ή Πασόκος, γιατί θα έπρεπε να ακούω παλιές ροκιές και ρεμπέτικα, γιατί θα έπρεπε να φοράω σκαρπινάκια και να ξερογλείφομαι τις γκόμενες στη Μπαρμπαρέλα που έψαχναν μαλάκα για να τον παντρευτούν; Αυτά τα συγκροτήματα μου έμαθαν οτι υπάρχει και το πανκ –όχι σαν μουσικό είδος, αλλά σαν τρόπος ζωής.

 

— Γιατί την ονομάσατε «Εδώ δεν υπάρχει άσυλο»;

Η φράση (στο περίπου) ανήκει στον Χοχτούλα, τον Αστυνομικό Διευθυντή Αττικής. Ήταν 9 Μαϊου του 1985 και η «Επιχείρηση Αρετή» είχε μετατρέψει τα Εξάρχεια σε Λωρίδα της Γάζας. Ο Κάιν (Π. Παπαδόπουλος) μαζί με συντρόφους του ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν μια πορεία διαμαρτυρίας για τους συλληφθέντες της προηγούμενης βραδιάς. Ήρθαν τα ΜΑΤ, ήρθε ο Χοχτούλας και ανακοίνωσε οτι: «Απαγορεύεται η πορεία αλλά και συγκέντρωση στο χώρο της πλατείας, η οποία εξάλλου δεν σας προσφέρει άσυλο. Και εφ' όσον τολμήστε να φωνάξτε συνθήματα όπως - μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι - τότε θα συλληφθείτε και θα ισοπεδωθείτε!!» Τότε τα παιδιά έφυγαν από την πλατεία και πήγαν και κατέλαβαν το Χημείο. Τα υπόλοιπα θα τα ακούσετε από τον Κάιν στην ταινία... Αυτή όμως η φράση του Χοχτούλα εξέφραζε μέσα στην κτηνωδία της μια κατάσταση που ζούσαμε καθημερινά και όχι μόνο στα Εξάρχεια. Επειδή ζούσαμε σε μια πόλη εχθρική, ζούσαμε σε ένα παράλογο κράτος που σου έλεγε οτι αγαπάει τους νέους όσο αυτοί φέρονται σαν τους πατεράδες τους, αγαπάει την επανάσταση, αρκεί αυτή να γίνεται με σεβασμό στις παραδόσεις -δίπλα μας κυκλοφορούσαν «αυτοδιαφημιζόμενοι αγωνιστές» που μας κοίταζαν σα μυρμήγκια επειδή εμείς δε βρήκαμε καμιά χούντα να ρίξουμε κι όταν πηγαίναμε να ακούσουμε τη μουσική μας, εμφανίζονταν οι διάσημοι ρόκερς του πάνω μαχαλά και δήλωναν: «ή αυτοί ή εμείς». Μιας και μιλάμε λοιπόν για την ανεξάρτητη σκηνή της Αθήνας του ΄80, δε νομίζω οτι υπάρχει κάτι που να εκφράζει τόσο περιεκτικά την κατάσταση που επικρατούσε, πέρα από το «Εδώ δεν υπάρχει Άσυλο». Ή, αν υπάρχει, εγώ δεν μπόρεσα να το βρω...

 

 

— Πες μου για το ντοκιμαντέρ.

Πρόκειται για ένα φιλμ που λειτουργεί σε 3 επίπεδα, όπως λέει κι ο σκηνοθέτης, ο Μιχάλης Καφαντάρης, που είναι και σοβαρός άνθρωπος. Σε πρώτο επίπεδο υπάρχουν οι διηγήσεις των μελών των συγκροτημάτων και ατόμων που σχετίζονταν με όλη αυτή την υπόθεση που λέγεται «ταραγμένη Αθήνα του ΄80». Σε δεύτερο επίπεδο υπάρχει η συναυλία στο Gagarin. Σε τρίτο επίπεδο υπάρχει μια κοπέλα που ψάχνει να βρει τον εαυτό της και διασχίζει το φιλμ θεωρώντας οτι οι ρίζες της κρύβονται σε μια χαμένη κασέτα. Όλα αυτά έρχονται και δένουν μέχρι να καταλήξουν το καθένα στη δική του κορύφωση και λύση στο τέλος της ταινίας. 

 

— Πόσο καιρό πήρε να ολοκληρωθεί; Υπήρξαν δυσκολίες;

Αν θέλεις να μιλήσουμε για τα γυρίσματα –αυτά άρχισαν τον Μάιο του 2012. Βέβαια πριν από αυτό είχε προηγηθεί η διαδικασία στησίματος της ομάδας και η μάταια αναζήτηση εταιρείας παραγωγής. Δηλαδή, ο Μιχάλης Καφαντάρης (ο σκηνοθέτης), ο Νίκος Χανιώτης (ο διευθυντής φωτογραφίας και βασικός οπερατέρ) κι εγώ (που είχα κάνει ένα σενάριο και βρέθηκα να κάνω και τον διευθυντή παραγωγής λόγω ανάγκης) γυρνάγαμε τα γραφεία εξηγώντας σε ευγενικούς ανθρώπους την ιδέα μας. Όλοι μάς έλεγαν οτι το θέμα του ντοκυμαντέρ ήταν πολύ ενδιαφέρον αλλά τι διάολο τη θέλαμε αυτή τη μυθοπλασία; Κοίταξε τώρα –εγώ με το Νίκο και το Μιχάλη κάναμε αρκετή παρέα και πριν την ταινία, λοιπόν είχαμε αποφασίσει οτι ή θα γινόταν όπως το σκεφτόμασταν ή αλλιώς δεν υπήρχε λόγος να γίνει. Αλλά αν όλοι αυτοί είχαν δίκιο; Στο κάτω-κάτω ήταν «της δουλειάς» -κάτι παραπάνω θα ήξεραν... Σκεφτόμασταν κιόλας οτι, άντε και την ξεκινάμε την ταινία –με τι μέσα θα την κάνουμε; Και πώς θα την προωθήσουμε μετά; Βλέπεις, θέλαμε η ταινία να παιχτεί στους κινηματογράφους. Τότε ο Νίκος είχε πει: «Αν θέλουμε να την κάνουμε θα βρούμε τον τρόπο, δεν υπάρχει περίπτωση. Θέλουμε;» Θέλαμε. Και στη συνέχεια βρήκαμε το καλύτερο συνεργείο –το Βασίλη Ζερβακάκη, αυτόν τον καταπληκτικό φροντιστή που έλυνε τα προβλήματα πριν παρουσιαστούν, τον Γιάννη Αντύπα και το Δημήτρη Παπαδάκη, δυο ηχολήπτες που έγραφαν καθαρό ήχο ακόμα και μέσα σε κατολίσθηση, την Έλενα Αθανασίου, την πανταχού παρούσα βοηθό σκηνοθέτη, τον Γιώργο Παπάζογλου, τον πιτσιρικά που ήρθε από το πουθενά. Και βρήκαμε τους ηθοποιούς –εκεί ήμασταν πολύ τυχεροί γιατί καμιά από τις πρώτες μας επιλογές δεν αρνήθηκε να συμμετάσχει. Η Βάσω Καμαράτου η οποία με είχε εντυπωσιάσει στο θέατρο, δέχτηκε να παίξει πριν καν γνωριστούμε. Η Όλια Λαζαρίδου (κατά τη γνώμη μου η μεγαλύτερη ερμηνεύτρια που έχει αυτή τη στιγμή το ελληνικό θέατρο) ήρθε κι αυτή να βοηθήσει, ο Στάθης Σταμουλακάτος (ένας ηθοποιός προορισμένος για μεγάλους ρόλους) δέχτηκε, όχι μόνο να παίξει, αλλά και να χτίσει τις σκηνές του... Και η Όλγα Παπαδημητρίου, η Βιργινία Κλαστάδα, ο Νίκος Δημητρακόπουλος –που ήρθαν χωρίς σχεδόν καθόλου εμπειρία και έδωσαν ζωή σε δευτερεύοντες ρόλους, ακόμα και οι κομπάρσοι που ήρθαν χωρίς να μας γνωρίζουν επειδή αγαπούσαν το θέμα της ταινίας –αυτοί μάς απογείωσαν. Με ρώτησες όμως για δυσκολίες... Εντάξει, δεν είχαμε σχεδόν ποτέ δεύτερη κάμερα στα γυρίσματα, είχαμε κάτι κινέζικα κουάρτζ που καίγονταν κάθε μισάωρο, μαζεύαμε φελιζόλ και κόντρα πλακέ από τα σκουπίδια για να κόψουμε το φως, δανειζόμασταν, πατεντάραμε και προχωρούσαμε πιστεύοντας οτι η τύχη βοηθάει τους απερίσκεπτους. Πράγμα που ισχύει –μια στις πέντε φορές. Τις υπόλοιπες απλώς αναγκάζεσαι να κάνεις θαύματα κι ο Μιχάλης με το Νίκο αυτό ακριβώς έκαναν. Θέλω να σου πω οτι όταν ο Μιχάλης πήγε στο μοντάζ μαζί με το Γιάννη Χαριτίδη δεν βρήκαν ούτε μισό πλάνο να πετάξουν και δεν έχασαν ούτε κουβέντα από τις συνεντεύξεις. Άρα –όχι, δεν υπήρξαν δυσκολίες που να μην ξεπεράστηκαν.

 

Λίγα πράγματα έχω ακούσει από τα καινούργια ελληνικά συγκροτήματα και βλέπω οτι ενώ είναι, οι περισσότεροι, καταπληκτικοί μουσικοί δεν έχουν διάθεση να φύγουν μπροστά... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Πόσα συγκροτήματα μιλούν στην ταινία;

Μιλούν μέλη από 15 συγκροτήματα και όχι μόνο. Θα θέλαμε να έχουμε περισσότερους αλλά ήδη η ταινία είναι 110 λεπτά –κάπου καταλάβαμε οτι θα πρέπει να σταματήσουμε για να αξίζει τον κόπο η συμμετοχή των ήδη υπαρχόντων συγκροτημάτων, να μη βγάζουμε κόσμο απλά για να μας συστηθεί και να φύγει. Θέλαμε οι θεατές να γνωρίσουν τα μέλη των συγκροτημάτων, όχι απλά να τα δουν να περνάνε.

 

— Ήταν δύσκολο να βρεθούν και να μιλήσουν;

Ευτυχώς υπήρχε αυτή η απίθανη ομάδα του Facebook, το New Wave in Athens in the ‘80s που μας είχαν μαζέψει τα συγκροτήματα πριν καν ξεκινήσουμε. Με τους Clown δυσκολεύτηκα λίγο –επειδή ήταν εξαφανισμένοι –αλλά η γυναίκα μου είχε την τρομερή ιδέα να ψάξουμε για μια πιανίστρια ονόματι Πουπέτα Λάππα στα Ωδεία. Τη βρήκαμε σε κάποιο νησί και μετά όλα ήταν εύκολα. Κι ο Νίκος Αγγελής (Χωρίς Περιδέραιο) θα μας έβγαζε την ψυχή μέχρι να τον βρούμε αν δεν ήταν τα παιδιά από την ΕΙΡΚΤΗ που είχαν βγάλει το δίσκο του. Υπήρξαν κάποιοι που δεν θέλησαν να μιλήσουν και κάποιοι που δεν μπορούσαν να έρθουν λόγω απόστασης. Αλλά σε γενικές γραμμές δεν συναντήσαμε προβλήματα.

 

— Για σας τι ήταν η δεκαετία του ’80 στην Ελλάδα;

Για το Μιχάλη Καφαντάρη (που είναι μικρότερος από μένα) ήταν η μαγική εικόνα που έβλεπε από το πίσω τζάμι του αυτοκινήτου τού πατέρα του όσο κυκλοφορούσαν στη νυχτερινή Αθήνα. Για το Νίκο Χανιώτη (που είναι συνομήλικος τού Μιχάλη) ήταν μια μυθική εποχή που την έμαθε από τους «παλιούς» οι οποίοι του έδειχναν πώς να παίζει μπάσο. Για μένα ήταν μια φρικτή εποχή, μια εποχή όπου οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες ήταν τρόπος ζωής και ότι γινόταν στον έξω κόσμο το μαθαίναμε σαν τους φυλακισμένους –μέσα από τοίχους, παραμορφωμένο. Αλλά ήταν η εποχή που ήμουν νέος και πίστευα οτι μπορεί και να γλιτώσω, με κάποιο τρόπο –είχα δηλαδή μια ελπίδα. Εντάξει, η ελπίδα ήταν οτι δεν θα ξεφτιλιζόμουν και θα πέθαινα πριν τα 30 –αλλά ήταν κάποια ελπίδα όπως και να ΄χει. Δεν τα κατάφερα και πολύ καλά αν το καλοσκεφτείς...

 

Metro Decay

 

— Τι αντιπροσώπευαν τα συγκροτήματα εκείνη την εποχή;

Θα απαντήσω καθαρά προσωπικά –μέχρι εκεί μπορώ. Λοιπόν, αυτά τα συγκροτήματα, ήταν τότε για μένα η αντίσταση στον καθημερινό παραλογισμό που ήθελε, ντε και καλά, να μας ισοπεδώσει. Δηλαδή, γιατί; Γιατί θα έπρεπε να γίνω Κνίτης ή Πασόκος, γιατί θα έπρεπε να ακούω παλιές ροκιές και ρεμπέτικα, γιατί θα έπρεπε να φοράω σκαρπινάκια και να ξερογλείφομαι τις γκόμενες στη Μπαρμπαρέλα που έψαχναν μαλάκα για να τον παντρευτούν; Αυτά τα συγκροτήματα μου έμαθαν οτι υπάρχει και το πανκ –όχι σαν μουσικό είδος, αλλά σαν τρόπος ζωής. Μου έδειξαν οτι δεν υπάρχουν μόνο Αμερικάνοι και Εγγλέζοι θεοί που σολάρουν επί σκηνής κι ο κόσμος από κάτω προσκυνάει. Μου απέδειξαν οτι ένα συγκρότημα από το Λούτον, ένα συγκρότημα από το Άμστερνταμ, ένα συγκρότημα από το Παρίσι ή το Μιλάνο κι ένα συγκρότημα από την Αθήνα διαφέρουν μονάχα στα ονόματα των μελών τους (κι αυτό όχι πάντα). Και βέβαια, μου έδωσαν έναν λόγο να πορώνομαι.

 

— Tι ξεχωριστό είχαν που τους έκαναν τόσο σημαντικούς;

Πέρα από το ταλέντο (πράγμα που έχει βέβαια κάθε σοβαρό συγκρότημα του πλανήτη) δεν είχαν τίποτα άλλο ξεχωριστό. Κι αυτό ακριβώς τους έκανε σημαντικούς. Το οτι ήταν το ίδιο με μας –ο Λούης (Stress) που καθόταν δίπλα μου και πίναμε μπύρες ανέβαινε μετά στη σκηνή και έκαιγε τα πάντα, ο Ντρενoγιάννης (AntriTroppau Council) που σέρβιρε στο μπαρ, έπαιρνε την τελευταία παραγγελία και απογειωνόταν σε μια σκηνή 2Χ2 στον ΠΗΓΑΣΟ. Είναι ωραίο να λατρεύεις τα ινδάλματα αλλά είναι ακόμα καλύτερο να πίνεις καμιά μπύρα μαζί τους.

 

— Μουσικά αυτό το πράγμα γιατί δεν είχε συνέχεια; Τι έφταιξε;

Επειδή αυτά τα παιδιά (γιατί παιδιά ήταν τότε) δεν καταδέχτηκαν να διαπραγματευτούν τη μουσική τους. «Γεννηθήκαμε για να χάνουμε, όχι για να διαπραγματευόμαστε», είχε πει κάποτε ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ κι αυτό, νομίζω, ταιριάζει γάντι στην συγκεκριμένη περίπτωση. Σπάνια πλησίασαν μεγάλες μουσικές εταιρείες και σπάνια τους πλησίασαν οι εταιρείες αυτές. Ακόμα και τότε όμως οι κουβέντες είχαν προδιαγεγραμμένη πορεία. «Αυτοί είμαστε, μας θέλετε; Όχι; Καλύτερα!» Δισκογράφησαν βέβαια σε ανεξάρτητες εταιρείες –δικές τους εταιρείες, φτιαγμένες από μουσικούς. Αλλά σ΄αυτή τη χώρα δεν υπάρχει Άσυλο –ένα σωρό συγκροτήματα διέλυσαν λόγω στρατού ή λόγω οικονομικών προβλημάτων. Βέβαια, όσο γινόταν αυτό οι μεγάλες εταιρείες ετοίμαζαν τους αντικαταστάτες που θα κάλυπταν το κενό τους. Πρώην τρόφιμοι του Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητής βαφτίστηκαν ροκ μουσικοί, σοφοί δημογέροντες της δεκαετίας του ΄70 διαφημίστηκαν ως «το ροκ του μέλλοντός μας», ήρθε αυτό το πράγμα κι έδεσε στη δεκαετία του ’90 όπου η μουσική ξαναθυμήθηκε τη μαγεία της χαρντροκιάς και ανακάλυψε το ντιριντάχτα του έθνικ –για την Ελλάδα μιλάμε, έτσι; Αν θέλεις να πούμε τι έφταιξε και αυτά τα συγκροτήματα χάθηκαν τόσο ξαφνικά στα τέλη του ΄80 θα πρέπει να το αποδώσουμε στην ύπαρξη αξιοπρέπειας από την πλευρά τους αλλά και σε κάμποσους φρικτούς θανάτους. Βέβαια, κάποια συνέχεια υπήρξε –κάμποσοι μιμήθηκαν το μουσικό στυλ αυτών των συγκροτημάτων (κάπως άτσαλα βέβαια) αλλά ποτέ δεν το παραδέχτηκαν.

 

ΠΑΡΘΕΝΟΓΕΝΕΣΙΣ

 

— Σήμερα υπάρχει κάτι ανάλογο;

Ειλικρινά, δεν ξέρω. Λίγα πράγματα έχω ακούσει από τα καινούργια ελληνικά συγκροτήματα και βλέπω οτι ενώ είναι, οι περισσότεροι, καταπληκτικοί μουσικοί δεν έχουν διάθεση να φύγουν μπροστά. Όταν ακούς το 2015 τον άλλο να παίζει σαν τους Iron Butterfly, ή σαν τους House of Love, ή σαν τους GBH ξέρω ΄γω –δεν το λες και πρόοδο. Μπορεί βέβαια να μην έχω ακούσει τα σωστά συγκροτήματα γιατί δεν το ψάχνω –ακούω διαγώνια. Αυτό όμως που υπάρχει σήμερα σε πλήρη έκταση και ξεκίνησε από εκείνη την εποχή είναι το DIY. Μπορείς να γράψεις μόνος σου τη μουσική σου και να την κυκλοφορήσεις χωρίς να έχεις ανάγκη κανέναν και χωρίς να ξοδέψεις μια περιουσία. Την οποία δεν είχαν, αλλά ξόδευαν αυτά τα παιδιά του ΄80 για να βγάλουν τους δικούς τους δίσκους.

 

Ζούμε σε μια κοινωνία τρομερά συντηρητική που έλκεται από την άκρα δεξιά και τον φασισμό όπως η μύγα από τα σκατά. Μακάρι να μη δούμε καμιά Χρυσή Αυγή στην κυβέρνηση –γιατί με την απαξίωση τύπου οδοστρωτήρας που κυκλοφορεί και με την επανάσταση του καναπέ που είναι τόσο της μόδας, απλώς στρώνεται ο δρόμος στους φασίστες.

 

— Μπορεί η πολιτική κατάσταση να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις;

Σήμερα έχουμε κάτι ανάλογο με το ΄80, δηλαδή ένα κόμμα που πλασάρεται σαν ριζοσπαστικά αριστερό στην κυβέρνηση. Ελπίζω βέβαια για το καλό των σημερινών παιδιών, ο Σύριζα να μην καταφύγει γρήγορα στην μαζική καταστολή όπως το Πασόκ του ΄80. Επειδή το νεκρό παιδί του ΄85 (επί Πασόκ), πρόλαβε και το καπάρωσε η Δεξιά το 2008 –δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλα νεκρά παιδιά (και ποτέ δεν θα έπρεπε να ξαναϋπάρξουν). Αν όμως φτάσουμε σε «μέρες Αντρέα» με «λεβέντικη αριστερή πολιτική» που σου επέτρεπε να συμφωνήσεις μαζί της αλλά τίποτα περισσότερο –αυτό το πράγμα θα γεννήσει αντιδράσεις και οι αντιδράσεις θα γεννήσουν δυνατή μουσική. Όχι απαραίτητα σαν αυτή του ΄80, αλλά μουσική από ανθρώπους για ανθρώπους κι όχι μουσική για σουπερμάρκετ και πιάνο ρέστοραν.

 

— Ποιοι είναι κατά την άποψη σας οι πραγματικοί ήρωες εκείνης της δεκαετίας;

Εκείνη τη δεκαετία προσπαθούσαμε να καθαιρέσουμε τους ήρωες, προσπαθούσαμε να πούμε ότι δεν θέλουμε ήρωες και δεν θέλουμε να γίνουμε οι ήρωες κανενός. Κι αυτό είναι μια ηρωική πράξη, αν θέλεις τη γνώμη μου. Αν τώρα η ερώτηση έχει να κάνει με το ποιοι έκαναν αξιοθαύμαστα πράγματα τότε θα σου πω οτι ένα τσούρμο πιτσιρικάδες δουλεύανε στις χειρότερες δουλειές για να φορτωθούν τα βράδυ τις κιθάρες ή τα τύμπανά τους και να πάνε να παίξουν μέχρι το άλλο πρωί οπότε θα ξαναπήγαιναν άυπνοι στις δουλειές τους και θα περίμεναν να τελειώσουν για να κλειστούν σε υπόγεια και να προβάρουν. Μπορεί τώρα να σκεφτείς –σιγά το πράγμα, το ίδιο έκαναν και στον υπόλοιπο «πολιτισμένο κόσμο», αλλά δεν είναι έτσι. Επειδή, μπορεί ο τάδε ρόκερ να δούλευε στις οικοδομές του Μάντσεστερ ή του Σικάγο αλλά ήξερε πώς αν έβγαζε έναν καλό δίσκο θα πούλαγε για πλάκα πεντακόσιες χιλιάδες παγκοσμίως και θα φτιαχνόταν για μια ζωή. Ο έλληνας πάνκης του ΄80 ή ο νιού γουέιβερ (ειδικά όσοι είχαν ελληνικό στίχο) ήξεραν οτι και το αριστούργημα του αιώνα να έβγαζαν, το πολύ να γέμιζαν τη Σοφίτα ή τον ΠΗΓΑΣΟ (100 με 150 άτομα δηλαδή) και να πουλούσαν 2 με 3 χιλιάδες δίσκους (πράγμα που έγινε ελάχιστες φορές στο ΄80). Και το άλλο πρωί, πάλι οικοδομή –έτσι; Αυτό λοιπόν, την «συνέπεια στην εμμονή» που έλεγε κι ο Νικολαϊδης θα πρέπει να τους την αναγνωρίσουμε. Ηρωισμός ή ξεροκεφαλιά; Το ίδιο δεν είναι σε τελική ανάλυση;

 

South of No North

 

— Αν γυρνούσατε πίσω στον χρόνο θα αλλάζατε κάτι;

Κατά πρώτον, το να γυρίζω πίσω στο ’80 θα ήταν, για μένα, τιμωρία –άσε που είχα αφήσει κάτι ανοιχτούς λογαριασμούς και θα κινδύνευε η σωματική μου ακεραιότητα. Αν θα άλλαζα κάτι; Θα πήγαινα να δω τους ΠΑΡΘΕΝΟΓΕΝΕΣΙΣ που μου έχουν μείνει απωθημένο και θα φρόντιζα να κρύψω κάπου τους δίσκους μου για να μην τους χάσω. Και δεν θα πέταγα χαλίκια στον Boy George σ΄εκείνη τη συναυλία στο Καλλιμάρμαρο. Ήταν μαλακία. Επίσης δεν θα κόλλαγα τόσο εύκολα ταμπέλες στις μουσικές και στους ανθρώπους. Αλλά τότε δεν θα ήμουν εγώ –θα ήταν ένας κωλόγερος που θα μου έμοιαζε.

 

—Ποιο ήταν το πιο κουλό πράγμα που συνέβη κατά την διάρκεια των γυρισμάτων;

Θα πω δύο και διαλέγεις εσύ τι προτιμάς... Κάνουμε γύρισμα στο Blackbird για τη σκηνή του ΠΗΓΑΣΟΥ και την ώρα που λέει ο Ντρενογιάννης για τις φασαρίες με την αστυνομία που είχαν τότε, βλέπουμε απέξω κάτι αστυνομικούς να κυνηγάνε τα πρεζόνια που άραζαν στη στοά. Αν μάλιστα προσέξεις στην ταινία, την ώρα που μιλάει ο Ντρεν, στον καθρέφτη πάνω από το κεφάλι του, φαίνεται κόσμος να τρέχει. Το δεύτερο έχει να κάνει με το γύρισμα στο Λεγραινά, στο σπίτι που ο Νίκος Νικολαϊδης γύρισε την «Ευριδίκη» και το «Θα σε δω στην Κόλαση». Είμαστε δυο μέρες εκεί, έχουμε λιώσει, έχει περάσει ένα σωρό κόσμος και μας μένει μια σκηνή όπου η Καμαράτου τσακώνεται με την Παπαδημητρίου. Τότε χαλάει μια πρίζα. Βρισκούμε άλλη. Πέφτει ένας διακόπτης. Αλλάζουμε χώρο. Πέφτει κι άλλος διακόπτης. Το σπίτι είναι τεράστιο –όπου πάμε να γυρίσουμε καίγονται τα φώτα. Βγάζουμε τη σκηνή με την ψυχή στο στόμα, παίρνουμε τα αυτοκίνητα και ξεκινάμε να φύγουμε. Όσο διασχίζουμε τον μεγάλο κήπο καίγονται και τα εξωτερικά φώτα –δηλαδή με το που πλησιάζουμε ένα φως, αυτό σβήνει. Τι να πω –μάλλον μας βαρέθηκε το σπίτι και βάλθηκε να μας διώξει.

 

— Πιστεύετε ότι η κυκλοφορία της ταινίας έδωσε νέα πνοή σε αυτά τα ξεχασμένα συγκροτήματα;

Τα συγκροτήματα έδωσαν πνοή στην ταινία. Ο κόσμος τα είχε σιγά-σιγά ανακαλύψει, ειδικά τα νέα παιδιά και η ταινία έρχεται να τους λύσει κάποιες απορίες. Μπορείς να πεις πολλά πράγματα για αυτά τα συγκροτήματα (και τα περισσότερα μπορώ να τα αντικρούσω) αλλά μόνο ξεχασμένα δεν ήταν. Παραγκωνισμένα, θαμμένα ίσως... Αλλά ο κόσμος τα ξανάφερε στο προσκήνιο.

 

— Πώς βλέπετε την πολιτική κατάσταση; Ήταν καλύτερα τα πράγματα το ’80;

Χειρότερα –πολύ χειρότερα. Λέμε τώρα για τα Μνημόνια και καλώς μας ενοχλούν βέβαια, αφού υποβαθμίζουν βίαια το βιοτικό μας επίπεδο. Εγώ όμως θυμάμαι ότι ως πιτσιρικάς μοιραζόμουν τη γκαζόζα με τον αδερφό μου γιατί ο πατέρας μου (που ήταν και δημόσιος υπάλληλος) δεν έβγαινε να μας παίρνει ξεχωριστές, τη μια φορά το μήνα που πηγαίναμε βόλτα. Θυμάμαι ότι για να αγοράσω ένα δίσκο έπρεπε να κάνω ένα μήνα οικονομία –δηλαδή να μην καπνίζω, να μην πίνω καφέ, να κυκλοφορώ με λεωφορείο ή με τα πόδια... Θυμάμαι να πηγαίνουμε κοπάνα στη 16 στην Πλάκα και να την πέφτουμε σε άλλες παρέες γιατί δεν είχαμε λεφτά να πάρουμε ποτό και θα μας πέταγε έξω το γκαρσόνι. Θυμάμαι συμμαθητές μου να κλέβουν τσίχλες και σοκολάτες από τα περίπτερα. Θυμάμαι εμένα να κλέβω βιβλία –δεν θα πω από πού... Ήταν άθλια η ζωή τότε κι όποιος την ωραιοποιεί κάνει λάθος. Βέβαια, η κόρη μου λέει ότι θα ήθελε να ζούσε τότε, επειδή ο κόσμος την έψαχνε περισσότερο με τη μουσική και μια μεγάλη μερίδα των παιδιών είχε ανθρώπινες ιδέες όταν, σήμερα, οι πιτσιρικάδες είναι τίγκα στον συντηρητισμό. Μπορεί να έχει και δίκιο –άλλωστε τα παιδιά έχουν σχεδόν πάντα δίκο (ακόμα κι αν κάνουν λάθος) όπως οι γέροι έχουμε σχεδόν πάντα άδικο (ακόμα κι αν κάνουμε το σωστό). Περί πολιτικής κατάστασης σήμερα... ζούμε σε μια κοινωνία τρομερά συντηρητική που έλκεται από την άκρα δεξιά και τον φασισμό όπως η μύγα από τα σκατά. Μακάρι να μη δούμε καμιά Χρυσή Αυγή στην κυβέρνηση –γιατί με την απαξίωση τύπου οδοστρωτήρας που κυκλοφορεί και με την επανάσταση του καναπέ που είναι τόσο της μόδας, απλώς στρώνεται ο δρόμος στους φασίστες.

 

ΠΑΡΘΕΝΟΓΕΝΕΣΙΣ

 

— Το αγαπημένο σας ελληνικό συγκρότημα από εκείνη την εποχή;

Οι AntiTroppau  Council. Ανατριχιάζω ακόμα όταν τους σκέφτομαι στη σκηνή –ο Τζαβάρας είχε μια φωνή που ο Robert Smith θα σκότωνε για να αποκτήσει κι ο Ντρενογιάννης ήταν μια κατηγορία μόνος του σαν κιθαρίστας και περφόρμερ.

 

— Τι ανταπόκριση είχε το φιλμ;

Δεν έχει βγει ακόμα στις αίθουσες αλλά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης έκανε 2 sold out τις 2 μέρες που παίχτηκε (και μάλιστα η δεύτερη μέρα ήταν Δευτέρα, 1 η ώρα το μεσημέρι –η χειρότερη ώρα για μουσική). Μας το ζήτησαν σε διάφορες πόλεις –στην Καβάλα, στην Τρίπολη, στη Μυτιλήνη, στα Χανιά και αλλού –νομίζω ότι πήγε κι εκεί καλά. Για μας μέτρησε ιδιαίτερα η «οικογενειακή προβολή» που κάναμε για τα συγκροτήματα και τους συντελεστές –ήμασταν τρομερά αμήχανοι, αλλά φάνηκε να τους άρεσε ή έτσι μας είπαν τουλάχιστον... Κάποιοι συγκινήθηκαν κιόλας –αυτό δεν μας το είπαν, το είδαμε μόνοι μας.

 

— Τι προσδοκίες είχατε; Έχουν εκπληρωθεί;

Θέλουμε να πάει καλά η ταινία –όχι για να κονομήσουμε, δεν υπάρχουν αυτά τα πράγματα στον ελληνικό κινηματογράφο –αλλά για να δώσουμε μια ώθηση ώστε να βγουν κι άλλες τέτοιες ταινίες. Θα ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι αν την Πέμπτη πηγαίναμε στην ταινία κάποιου άλλου, για τη μουσική σκηνή μιας άλλης πόλης ή μιας άλλης δεκαετίας –ή ακόμα κι αυτής της πόλης και της δεκαετίας του ΄80. Πολύ ευτυχισμένοι και πολύ ξεκούραστοι γιατί μας έχει πιει το αίμα αυτή η ταινία. Προσωπικά είχα δυο προσδοκίες. Τη μία την είπα από την αρχή –να ξαναδώ τα συγκροτήματα στη σκηνή. Η άλλη ήταν να κάτσω μ΄αυτούς τους τύπους, να γεμίσουμε ένα τραπέζι μπύρες και «να αναλύσουμε τα αναλλοίωτα» , που έλεγε κι ένας παλιός μου φίλος. Και οι δυο μου προσδοκίες εκπληρώθηκαν με το παραπάνω. Αισθάνομαι λοιπόν τυχερός γιατί εγώ πληρώθηκα πλουσιοπάροχα για ότι έκανα.

 

Stress

 

Villa 21, Κύτταρο 1984

 

Yell-o-Yell

 

Villa 21, 1989

 

Anti Troppau Council

 

 


Info: To ντοκιμαντέρ θα προβάλλεται από 17 Σεπτεμβρίου στον Μικρόκοσμο. Την Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου θα πραγματοποιηθεί πάρτι στη Death Disco με live και dj sets με μερικούς από τους πρωταγωνιστές του φιλμ.

 

 

 

ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
BIO ΑΡΘΡΑ
2 Σχόλια
ΘΩΡΗΚΤΟ 14.9.2015 | 13:46
Το χρυσό υφαντό της νιότης μας!

Πόσο χαίρομαι που δεν ήμουν μόνος σε τούτο το ταξίδι.
Κι ακόμη περισσότερο, που πλέον έγινε ταινία, να δούν τα παιδιά μου, τα παιδιά μας, καθώς θ΄ ακούν σε βινύλιο τα ΚΕΙΜΗΛΙΑ των METRO DECAY.
Ή το συγχωρεμένο Κώστα (Ποθουλάκη) των VILLA 21 να γκρινιάζει …………..MOVE!!!!!!!!
Χάρη στην μητέρα τους, θα έχουν εκτός από τα βινύλια της που συμπλήρωσαν τα δικά μου και ΖΩΝΤΑΝΕΣ αφηγήσεις από εκείνες τις συναυλίες… ήταν στις περισσότερες με ξυρισμένο το κεφάλι της!

Έχω συγκινηθεί απίστευτα!

Τη μουσική τη λατρεύω.
Με όσα είδη κι αν ασχολήθηκα, σαν dj, σαν ακροατής, σαν έφηβος που ξέφρενα χορεύει και πετάει
αλλά και σαν ακούσματα όσα χρόνια μάθαινα κλασσικό πιάνο από τον «κλασσικό» πατέρα μου, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΟΥ ΛΑΤΡΕΥΩ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ.
avatar
Pandoxeio 15.9.2015 | 13:42
Αυτοί ήταν οι δικοί μας ανεξάρτητοι
http://pandoxeio.com/2012/02/14/ellinofonorock/

Και οι Metro Decay μια αλησμόνητη εμπειρία
http://pandoxeio.com/2008/02/03/metrodecay/

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ