{{ΕΙΔΑ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΜΕ ΕΙΔΕΣ}} από τον Πάνο Μιχαήλ

Το πρόσωπο που αγάπησες κάποτε το έχεις χάσει πια, πάνε από τότε χρόνια. Είσαι τα αγνωστά σου πρόσωπα μιας ολόκληρης ζωής. Μπορείς άνετα να ξαναρχίσεις. Μπορείς;
13.6.2015 | 11:00




 

 

 

Αποχαιρετώντας, τέλη εποχής, ένα ετοιμόρροπο σπίτι, είναι σαν να έζησες χρόνια σ' αυτό, το συνήθισες παρόλη τη σκόνη και τώρα που βρίσκεσαι στη μέση μιας πανοραμικά τρομακτικής διαδρομής ζωντανεύεις στη μνήμη σου ολοκάθαρα τις μικρές και μεγάλες καταιγίδες.

 

Μόνο για λίγο, όμως.

 

 

 

Γιατί η προσμονή για έναν διαφορετικό τρόπο ζωής θα συναντηθεί με τον αυστηρό τόνο των ανακοινώσεων, των τηλεδιασκέψεων, τις αναφορές, τις δόσεις, τα παράπονα, τις δικαιολογίες και τις διαταγές.

Τους προαχθέντες και τους μετεξεταστέους.

 

 

 

Όλα αυτά σού γίνονται πιο αισθητά τώρα, τώρα που ο καιρός αλλάζει καθώς η άνοιξη προελαύνει και δεν θα μπορέσεις να ξαναβρείς όσα οι παλιές συνθήκες απλόχερα σου έδωσαν σ' έναν κόσμο τελείως διαφορετικό.

 

 

Τα υπόλοιπα τα συζητάς, λίγο προτού βραδιάσει, μ' ένα τσιγάρο στο χέρι και με τους φίλους να ψάχνουν στον καπνό λόγους παρηγοριάς για τους μακάριους. Και τους πτωχούς.

 

 

Χωρίς να το ξέρεις, είναι σαν να συνομιλούσες χρόνια μαζί τους.

Χωρίς να το ξέρεις, είναι σαν να συνομιλούσες χρόνια μαζί του.

 

 

Σε ποιόν ανήκει η πόλη;

Σε ποιόν ανήκει η λάμψη της ουσίας της ;

Σε ποιόν ανήκει ο ποιητής;

 

 

 

"Ευτυχισμένοι όλοι που πιστεύουν και σαν τον βασιλέα κυρ Μανουήλ τελειώνουν ντυμένοι μες στην πίστι των σεμνότητα" τον ακούς να σου ψιθυρίζει στο αυτί καθώς βγαίνεις στο δρόμο για να επιστρέψεις.

 

 

Περπατάς στο κέντρο, η πόλη παραμορφώνεται μπροστά στα μάτια σου και ο πολλαπλός χαρακτήρας της εγκατάλειψης συναντά τον μυρωδάτο ανοιξιάτικο αέρα.

 

 

Διασχίζεις την Πατησίων, ο δρόμος σού μιλάει για πράγματα άδεια και νεκρά πια, σε μια στάση λεωφορείου ένα αποστεωμένο κορίτσι βλέπει τον κόσμο μέσα απ' το πνιγηρό ναρκοσύννεφο, πίσω απ' το κενό κρυσταλλικό βλέμμα μπορείς να διαβάσεις όσα το στόμα του δεν μπορεί να πει.

 

 

"Είναι πληγή από φρικτό μαχάιρι. Τα φαρμάκα σου φέρε τέχνη της ποιήσεως που κάμνουνε- για λίγο- να μή νοιώθεται η πληγή" ακούς τον ποιητή να λέει καθώς το μαύρο σκεπάζει το κορίτσι.

 

 

Φτάνοντας στο Σύνταγμα τα διαπιστευτήρια ενός έκπτωτου απολιθώματος κάνουν παντού εμφανή τη παρουσία τους. Η ειρωνεία είναι προφανής. Τα συντρίμμια επιπλέουν και καμώνονται τα θεμέλια. Μήπως έτσι δεν συνέβαινε πάντα;

Το κύμα του ψεύτικου που σάρωσε το αληθινό όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να έφτασε στα οριά του αλλά δεν παρέδωσε ακόμα τα σκήπτρα. Κατά τα λοιπά η φόρμα της παρεταταμένης μας εξορίας καλά κρατεί. "Εξάλλου σε τι εκτίθεται το ξέρει, το πήρε απόφαση." τον θυμάσαι να γράφει.

 

 

Καθώς μπαίνεις στη Διονυσίου Αεροπαγίτου το φως και το πένθος επεξεργάζονται, ερευνούν, ταξινομούν και στο τέλος αποκαθιστούν κάτι από την οδύνη των συμβάντων. Όπως στα ποιηματά του έτσι κι εδώ η καλλιέπεια αντιπαραβάλλεται με την σκληρή πραγματικότητα. Και την τονίζει.

 

Κοιτάζεις τον ιερό βράχο. Είναι ακριβώς αυτό το βλέμμα του. Το βλέμμα που αναμετράται με το πένθος. Το πένθος ως φίλος της αλήθειας. Και το φως ως παντοτινό ένδυμα ενός ελληνικού νοήματος. Που καλείται να γεμίσει χάσματα, αντίρροπες τάσεις και διχασμένα σώματα.

 

"Διοτι εκεί αισθηματοποίηθηκες ολόκληρο, για μένα" λέει και η παλιά, ανατολίτικη ψυχή σου αναγνωρίζει εδώ έναν καρπό. Ιδέες και συγκινήσεις που αναζητούν την κοιτίδα τους. Τα πιο ωραία σου πένθη.

 

 

Συνεχίζεις τον περίπατο. Η πόλη για σένα είναι η γενέθλια μήτρα του νοήματος. Χώρα και πόλη, γεωγραφική θέση και ψυχική ταυτότητα, ανατολή και δύση, φανερό και κρυφό. Σαν τα αρώματα του κόσμου, παλιού και νέου, που μύρισε κι αυτός και τα επέστρεψε στα ποιηματά του.

Στην Αιόλου οι μυρωδιές σε κατακλύζουν. Μυρίζω σημαίνει επιστρέφω. Επιστρέφω όμως που; Σε ποιές αναμνήσεις, σε ποιόν εαυτό, σε ποιό σώμα; Το σώμα της πόλης είναι το φάρμακο, το σώμα ήταν, είναι και θα είναι το φάρμακο, το σώμα το παλιό, το παλαιότερο, το αρχαίο. "Το μόνο που με σώζει σαν εμορφιά διαρκής".

 

 

 

Στην Ομόνοια κοιτάζεις τη πληγή κατάματα, μνήμη ολοκάθαρη των χαμένων ευκαιριών. Πάντα σε γκρίζο φόντο. Πωλούνται χαμένες ευκαιρίες σε γκρίζο φόντο. Η πλατεία σφύζει από κόσμο. Εδώ κατοικεί κάτι από την αληθινή ψυχή της πόλης με τις κλίσεις της και τις διακυμάνσεις της.

Η μυστική ιθαγένεια της πόλης. Συμφιλιωμένη με την αγιότητα και την αγριότητα των αισθήσεων. Υποψιάζομαι πως ο ποιητής θα απολάμβανε την παράσταση της επιθυμίας, την νόηση της παρακμής, τον λυγμό της αληθινής ζωής μέσα στην παλλίροια της ασχήμιας.

Η ασχήμια εδώ συμφιλιώνει τον επίπλαστο εαυτό με οτι έχει απομείνει απ το ψυχικό του είδωλο. Τι άλλο είναι η Ομόνοια απ' ότι ένας νεκρός που περιφέρεται άταφος αναζητώντας τον ίσκιο ενός ποίηματος για να ξαποστάσει; Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ένας ανέστιος ερωτευμένος παραδίδεται στις φλόγες για να υπάρξει. Μοιραία επαφή, μοιραία δωρεά.

 

 

Κατηφορίζεις την Αθηνάς. Στα μάτια των ανθρώπων που συναντάς μαντεύεις τον ίδιο κρυφό πόνο με σένα. Αρκετά με την παραλυσία και τη μέχρι λιποθυμίας αναισθησία. Σχεδόν κανένας σας δεν αναγνωρίζει λόγο ύπαρξης σε αυτό τον ξεθυμασμένο καταναγκασμό. Αιχμάλωτοι των ψευδαισθήσεων την ώρα που όλα χάνονται, με το βήμα να κινείται αποκλειστικά από τον νόμο της αδράνειας. Θα μπορούσατε να κάνετε κάτι άλλο από "αυτό που ματαίως αναμένετε στο πληκτικό αυτό χωριό."

 

Λιγο πριν βραδιάσει, διασχίζεις την Ερμού. Δεν ξέρεις πια που πηγαίνεις, τώρα μπορείς να μείνεις απέξω απ' τον τόσο ετερόκλητο αλλά και τόσο ομοιόμορφο κόσμο, δεν ξέρεις γιατί σου συμβαίνει αυτό κι αυτή η αίσθηση έχει γίνει κυρίαρχη, χωρίς να το καταλαβαίνεις.

 

«Ευτυχώς, απέτυχα», ακούς τον εαυτό σου να λέει κι η γεύση που σου αφήνει αυτή η παραδοχή σε κάνει παραδόξως πιο ελαφρύ.

Θες να ξαναρχίσεις.

Διαφορετικός.

Καινούριος.

 

 

Προσπαθείς ν' ακούσεις τη φωνή του ποιητή, μόνο τη δικιά του φωνή, με όλη σου τη δύναμη: "Την άτιμη την σκάλα σαν κατέβαινα, από την πόρτα έμπαινες, και μια στιγμή είδα το άγνωστό σου πρόσωπο και με είδες" τον ακούς ξαφνικά να σου λέει .

Το πρόσωπο που αγάπησες κάποτε

το έχεις χάσει πια, πάνε από τότε χρόνια.

 

φωτο Πάνος Μιχαήλ 

 

Είσαι τα αγνωστά σου πρόσωπα

μιας ολόκληρης ζωής.

Μπορείς άνετα να ξαναρχίσεις.

Μπορείς;

 




Από τους Καβαφιστές στους Cavafistas Κύκλος «Κ.Π. Καβάφης»

 

Ο Κ.Π. Καβάφης και το έργο του έχουν υπερπηδήσει τα στενά ελλαδικά όρια, αποτελώντας πλέον σημείο αναφοράς για καλλιτέχνες και κοινό εντός και εκτός Ελλάδας, με τον Αλεξανδρινό ποιητή να αποτελεί μέρος της λεγόμενης λαϊκής κουλτούρας (pop culture). Στη συζήτηση αυτή θα διερευνηθούν θέματα όπως η παρουσία του Καβάφη στο διαδίκτυο, η πρόσληψή του από το κοινό διεθνώς, το καβαφικό έργο ως πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες.

Ομιλητές:
Ελένη Παπαργυρίου: Επιστημονικός συνεργάτης, King's College, Λονδίνο
Φωτεινή Δημηρούλη: Διδακτορική φοιτήτρια, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης
Άννα-Μαρία Σιχάνη: Διδακτορική φοιτήτρια, Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πάνος Μιχαήλ: Φωτογράφος, blogger

Συντονισμός:
Έφη Γιαννοπούλου: Μεταφράστρια, δημοσιογράφος, μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Unfollow

Ακαδημαϊκός Σύμβουλος: Αναστάσιος-Ιωάννης Δ. Μεταξάς
Σχεδιασμός Δράσεων Αρχείου: Αφροδίτη Παναγιωτάκου
Επιστημονικός Σύμβουλος: Δημήτρης Παπανικολάου
Project Manager: Θοδωρής Χιώτης

 

ΠΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ
BIO ΑΡΘΡΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ