Μπρεχτ: Τίποτα το ανθρώπινο δεν του ήταν ξένο

Ο μεταφραστής των ποιημάτων του Μπρεχτ Γιώργος Κεντρωτής μίλησε στη LIFO για τον ποιητή που εμπνέεται από τη χειροπιαστή επικαιρότητα, αυτή που δεν έχει ξεθυμάνει.
13.2.2015 | 19:20

Ο Μπρεχτ εμπνέεται από την άμεση, τη σχεδόν χειροπιαστή επικαιρότητα, από αυτήν που δεν έχει ακόμα ξεθυμάνει...

 

Γράφοντας στο ύψος των προσδοκιών του μεγάλου κοινού, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ ήταν σαρξ εκ της σαρκός του. Ένιωθε τη φλέβα του λαού και αφουγκραζόταν την καρδιά του και τους διαφορετικούς της χτύπους – απόδειξη και το εύρος των ποιημάτων του που για πρώτη φορά παρουσιάζονται σε ένα συλλογικό έργο με αντιπροσωπευτικές μεταφράσεις από διαφορετικές χρονικές περιόδους. Η Βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων και άλλα 499 ποιήματα είναι ο τίτλος της έκδοσης που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό, με 500 ποιήματα του Μπ. Μπρεχτ, σε μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή, καθηγητή Θεωρίας - Πράξης της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου, από τις εκδόσεις Gutenberg. Γι' αυτήν τη μακροχρόνια επαφή του με το έργο του Μπρεχτ και το πολύμοχθο έργο της απόδοσής του στα ελληνικά μιλάει στη LifΟ o ίδιος ο μεταφραστής του.

 

Πώς προέκυψε η αγάπη σας για τον Μπρεχτ και πώς μεταστοιχειώθηκε σε μεταφραστική πράξη;

Τη γνωριμία μου με τον Μπρεχτ ως ποιητή στα φοιτητικά μου χρόνια την οφείλω στη μεταφραστική δουλειά του Μάριου Πλωρίτη. Όταν διάβασα, αργότερα, και τις μεταφράσεις του Πέτρου Μάρκαρη, ήμουν ήδη ορκισμένος οπαδός της ποίησής του. Στα 1980 πρωτοδιάβασα ποιήματά του στο πρωτότυπο: βρέθηκε στα χέρια μου μια τετράτομη έκδοση των Απάντων του. Η ιδεολογική μου ταύτιση μαζί του ήταν το πρώτο κινούν για τη μετάφραση μερικών ποιημάτων του – γύρω στα δέκα. Το 2005 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ύψιλον η μετάφρασή μου 30 ερωτικών σονέτων του με τίτλο Σάουνα και Συνουσία. Μετά την εισβολή των μνημονιακών δυνάμεων στην Ελλάδα μού καρφώθηκε η ιδέα να μεταφράσω όσο περισσότερα ποιήματά του γινόταν. Σταμάτησα στα 500. Ήταν ένα είδος προσωπικής παραμυθίας γι' αυτά που ζήσαμε και εξακολουθούμε, φευ, να ζούμε.

 

Ο Μπρεχτ είναι σαν τον Θουκυδίδη: γράφει τον δικό του Πελοποννησιακό Πόλεμο ως ποιητικό κτήμα εσαεί. Γι' αυτό, όπως και ο Θουκυδίδης, είναι και θα είναι για πάντα επίκαιρος, όντας πια κλασικός.


Επειδή αναφέρατε τον Μάριο Πλωρίτη, αν δεν απατώμαι στις μεταφράσεις του είχε ακολουθήσει τον χωροχρονικό άξονα –μετοικήσεις, μεταβάσεις του ποιητή από τη μία περιοχή στην άλλη– ως προς την κατηγοριοποίηση των ποιημάτων του. Ποιος είναι ο δικός σας δρόμος;

Πάνω-κάτω είναι ο ίδιος. Εγώ απλώς ακολούθησα ευλαβικά τη σειρά δημοσιεύσεως των ποιημάτων του Μπρεχτ στα Άπαντά του των εκδόσεων Ζούρκαμπ, που επιμελήθηκε ο Γκίντερ Μπους το 1967. Την εκεί περιοδολόγησή τους την άφησα απείραχτη.


Στην εισαγωγή σας τονίζετε την επικαιρική διάσταση της μπρεχτικής ποίησης. Σε ποιον βαθμό κάτι τέτοιο είναι σαφέστερο σήμερα, περισσότερο από ποτέ;

Ο Μπρεχτ εμπνέεται από την άμεση, τη σχεδόν χειροπιαστή επικαιρότητα, από αυτήν που δεν έχει ακόμα ξεθυμάνει. Είναι ποίηση της βράσης όπου κολλάει το σίδερο. Επειδή όμως δεν είναι ευκαιριακός ποιητής, παίρνει από την επικαιρότητα ό,τι ξέρει πως θα παραμείνει επίκαιρο και στην πορεία του χρόνου. Ο Μπρεχτ είναι σαν τον Θουκυδίδη: γράφει τον δικό του Πελοποννησιακό Πόλεμο ως ποιητικό κτήμα εσαεί. Γι' αυτό, όπως και ο Θουκυδίδης, είναι και θα είναι για πάντα επίκαιρος, όντας πια κλασικός. Στα ποιήματά του δεν διαβάζεις απλώς μια «ιστορία» του πρώτου μισού του 20ού αιώνα αλλά γενικώς την «ιστορία» του κόσμου που έχει ανθρώπους, που έχει πολέμους, που έχει καταπιεστές και καταπιεζόμενους...


Ωστόσο, υπάρχει και η πιο άσεμνη πλευρά του Μπρεχτ, που είναι άγνωστη στους πολλούς. Ποιος θα φανταζόταν ότι θα έγραφε στίχους σαν αυτούς: «Σε σκατουλόχρωμες, απόβαθες βαλτολιμνούλες / θε να με κατεβάζει ο Διάβολος στα γηρατειά μου / και θα μου δείχνει τα κουφάρια στα νερά: τις τσούλες / εκείνες, που αδιαλείπτως βολοδέρνουν στα μυαλά μου»;

Ο Μπρεχτ επέτρεπε τα πάντα στον εαυτό του. Όντας μέγας διαλεκτικός και συνάμα μέγας αμφισβητίας των πάντων, τίποτα το ανθρώπινο δεν του ήταν τόσο ξένο, ώστε να το περιφρονεί ή να το απορρίπτει άνευ ετέρου. Οι λέξεις δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές, ούτε σεμνές ούτε άσεμνες. Μια λέξη μπορεί να είναι πρόσφορη σε ένα ποίημα και εντελώς απρόσφορη σε ένα άλλο. Αυτό ο Μπρεχτ όχι μόνο το ενστερνιζόταν αλλά και το εφάρμοζε στην πράξη. Δούλευε με όλα τα μέσα της ποιητικής, έχοντας στον νου του μόνο τη συναρμογή τους σε ποίημα. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η (επίτηδες;) ελλιπής ή σακατεμένη πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού σε συνδυασμό με του καθενός μας τις προσυνειλημμένες εκδοχές της πραγματικότητας μάς φέρνουν προ εκπλήξεων, και βρισκόμαστε στο τέλος να βιώνουμε άχρηστες αμηχανίες. Κάτι τέτοιο έχει συμβεί, φέρ' ειπείν, και με το έργο του Γιάννη Ρίτσου...


Και οι εκπλήξεις είναι όντως απανωτές όσον αφορά την ποίηση του Μπρεχτ. Ανάμεσα στα «άγνωστα» ποιήματα που μεταφράσατε, βρίσκουμε παιδικά τραγούδια, νανουρίσματα, ακόμη και «ψαλμούς».

Για τον Μπρεχτ όλοι οι «τρόποι» και όλα τα «πλαίσια» του λόγου αποτέλεσαν δυνάμει προσφερόμενα μέσα εκφράσεως. Τίποτα δεν περιφρόνησε ποτέ. Οι αγαπημένες του μεταφορές και παρομοιώσεις είχαν να κάνουν με τη φροντίδα του κήπου. Πάντοτε τόνιζε τη σημασία των ωραίων ανθέων, αλλά, ως καλός κηπουρός, ερμήνευε –όπως χαρακτηριστικά έλεγε– αυθεντικά και τη βούληση των αθώων χόρτων και των ζιζανίων. Για τον Μπρεχτ πάνω από όλα ήταν ο κήπος! Η ποίηση ως καθολικός τρόπος εκφράσεως.

 

Στη «Βαβυλωνιακή Σύγχυση», επίσης, ανακαλύπτουμε εντελώς νέες εκδοχές και αποδόσεις πασίγνωστων ποιημάτων όπως το «Για τον καημενάκο τον Μπ.Μπ.». Πόσο, αλήθεια, σας βάρυνε η σκιά της μελοποιημένης ποίησης, δηλαδή, το να έχουν περάσει ήδη κάποιοι στίχοι σχεδόν στο ασυνείδητο και να έχουν γίνει μέρος της ιστορίας; Το είδατε ως πρόκληση;

Στο συγκεκριμένο ποίημα ο Μπρεχτ χρησιμοποιεί το επίθετο arm, η πρώτη σημασία του οποίου είναι φτωχός. Έτσι το έχει μεταφράσει και ο Πλωρίτης. Όταν μετέφραζα το ποίημα, αμφιταλαντεύτηκα στην αρχή ανάμεσα στο φουκαράς και στο καημενούλης. Δεν παρουσιάζει τον εαυτό του «φτωχό» ο Μπρεχτ, ούτε ήταν! Γι' αυτό και απέκλεισα το φουκαράς, διότι η λέξη κουβαλάει αρκετή μιζέρια. Επέλεξα το καημενούλης γιατί ως λέξη μεταδίδει από μόνη της συμπάθεια, και το μετέτρεψα σε καημενάκος, γιατί ως υποκοριστικό είναι περισσότερο –επιτρέψτε μου να πω– θωπευτικό από το καημενούλης. Εννοείται ότι έλαβα υπόψη μου τις γνωστές μεταφράσεις, που τις θεωρώ όλες, τρόπον τινά, δασκάλες μου. Από τα στοιχεία τους που, όπως σωστά επισημαίνετε, έχουν περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο, κράτησα μόνο όσα μου ταίριαζαν. Διότι ο μεταφραστής, κινούμενος μέσα στη χρήση της φυσικής του γλώσσας, μεταφράζει με το δικό του ύφος και τον προσωπικό του ρυθμό.


Παλαιότερα, σε άλλο κείμενό σας, είχατε μιλήσει για το συντακτικό ήθος του συγγραφέα ως βασικό κατευθυντήριο ορίζοντα κάθε μεταφραστή. Ισχύει κάτι τέτοιο στην περίπτωση του Μπρεχτ;

Βεβαίως! Ο δημιουργός σού υποβάλλει πώς να πεις τα πράγματα. Εσύ, που είσαι μεταφραστής του, οφείλεις να τον ακούσεις προσεχτικά, για να τον προσαρμόσεις στο δικό σου ποιητικό ήθος. Η μετάφραση είναι έργον μεταφραστού πάνω σε ένα δεδομένο κείμενο. Οι γλώσσες εξελίσσονται ασύμμετρα. Ο μεταφραστής ξαναγράφει στη γλώσσα του το έργο ενός άλλου, από το οποίο διατηρεί μόνο τα σύμμετρα δεδομένα. Η κάθε μετάφραση είναι το εκάστοτε παράλληλο πρωτότυπο του αρχικού πρωτοτύπου.

 

Ο Μπρεχτ ήταν γενικός αμφισβητίας. Ήταν παρατηρητής της αέναης ροής των πραγμάτων που πολλές φορές –αν όχι σχεδόν πάντα– σε ξεγελάει και σε κάνει να νομίζεις ότι έχεις προοριστεί να δεις την τελείωση των πάντων.


Τι θα συστήνατε σε έναν πολιτικό σήμερα παραπέμποντας στον Μπρεχτ – «Κανόνες βελτιώσεως όσων χρειαζόμαστε» ή κάτι άλλο;
Αν ήταν να επιλέξω ένα ποίημα, θα συνιστούσα ανεπιφύλακτα το «Πότισμα του κήπου»: «Ω πότισμα του κήπου, που ενθαρρύνεις το πράσινο!/ Πότισε τα διψασμένα δέντρα! Δώσ' τους κι άλλο νερό,/ μην το τσιγκουνεύεσαι! Και μην ξεχάσεις τα χαμόδεντρα,/ ακόμα και τα άκαρπα, τα εξαντλημένα και τα στέρφα!/ Και μη μου παραμελείς και τα ζιζάνια ανάμεσα στα άνθη –/ και λόγου τους διψάνε! Και μην ποτίζεις μόνο/ τα φρέσκα χόρτα ή την ξεζουμισμένη χλόη... –/ και στο γυμνό το χώμα πρέπει εσύ δροσιά να δώσεις!».


Ποιος ήταν τελικά ο Μπρεχτ; Αυτός που είδε τους αγώνες του κόσμου, που μετρούσε το άδικο με στίχους ή που ειρωνευόταν το υποτιθέμενα γενικό καλό ή τίποτε από όλα αυτά;

Ο Μπρεχτ ήταν γενικός αμφισβητίας. Ήταν παρατηρητής της αέναης ροής των πραγμάτων που πολλές φορές –αν όχι σχεδόν πάντα– σε ξεγελάει και σε κάνει να νομίζεις ότι έχεις προοριστεί να δεις την τελείωση των πάντων. Οι άνθρωποι την έχουν εγγενώς την ανάγκη αυτή: έχουν την ακράδαντη πεποίθηση ότι η αποκατάσταση των πραγμάτων από τη ροή στην ηρεμία θα γίνει επί των ημερών τους... ότι θα είναι και οι ίδιοι εκεί. Την ψευδαίσθηση αυτή ο Μπρεχτ τη θεωρούσε ως το πλέον επικίνδυνο ψεύδος, διότι είναι ο ασφαλέστερος παράγοντας εμπεδώσεως του γενικού εφησυχασμού. Ο Μπρεχτ ήταν οπαδός της ευτυχίας – της ολβιότητας καλύτερα. Τη διεκδικούσε για όλους. Γνώριζε, όμως, πόσο μακρινή είναι και σε ποιους σκολιούς δρόμους σε οδηγεί το κυνήγι της. Αλλά, επειδή πατούσε και με τις δυο του πατούσες στο χώμα, την επαγγέλθηκε εντελώς υλικά στο γήινο ενθάδε. Το «γενικό καλό» ανάγεται στη σφαίρα του ιδεατού και άπιαστου. Η ευτυχία είναι –όπως έγραψε– «να τρως χαρούμενος το κρέας» για να μη βρεθείς μια μέρα πεθαμένος, χωρίς να έχεις γευτεί μια μπουκιά καλό φαΐ. Και τόνιζε χαρακτηριστικά: «δεν είμαι δα κάνας γκουρμέ, είμαι απλώς άνθρωπος».

ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
BIO ΑΡΘΡΑ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE ΔΗΜΟΦΙΛΗ