Πρόκειται κατά βάση για έργα μεγάλων διαστάσεων σε καμβά, καθώς επίσης δίπτυχα και τρίπτυχα σε ξύλο, που λειτουργούν που αποκαλύπτουν και οπτικοποιούν κόσμους συναισθημάτων και ταυτόχρονα την περιπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων.

 

Όπως σημειώνει η ιστορικός τέχνης Έλλη Λεβεντάκη στο κείμενο της έκθεσης, «Οι ανθρωποκεντρικές συνθέσεις της είναι ζωηρές, με δυναμικές γραμμές και έντονα χρώματα, φέροντας ένα διάχυτο φως που σχεδόν μοιάζει να αναδύεται από αυτές. Η απουσία βάθους και η αίσθηση κολλάζ σχετίζονται με την εικονογραφική προσέγγιση της Μωραΐτη, η οποία δεν διστάζει να συμπεριλάβει αυτούσια ολόκληρα κείμενα από το Άσμα Ασμάτων σε ορισμένες περιπτώσεις, συσχετίζοντας με αυτόν τον τρόπο εικόνα και κείμενο ώστε να λειτουργούν και τα δύο ως δομικά στοιχεία του έργου. Η σειρά στο σύνολό της αποτελεί έναν ύμνο στην αγάπη, τη χαρά και τη ζωντάνια που έρχεται μαζί με τον έρωτα, ο οποίος δεν αποτυπώνεται, όπως συχνά συμβαίνει, ως κάτι επίπονο ή δραματικό, αλλά ως μια απόλυτη αίσθηση ευτυχίας, αισιοδοξίας και απελευθέρωσης. [...]

 

Εκκινώντας από μονοπρόσωπες συνθέσεις, περνώντας σε δύο πρόσωπα (το ζευγάρι) και καταλήγοντας σε μια μεγάλη πολυπρόσωπη σύνθεση που φαίνεται να συνοψίζει την ιδέα της για τον κόσμο, η Μωραΐτη ξεδιπλώνει μπροστά στο κοινό ένα προσωπικό και συνάμα καθολικό, στη θεματική του, φάσμα δουλειάς της. Με τη συμπερίληψη μορφών από όλους τους τόπους και τους χρόνους, το συναίσθημα της αγάπης προβάλλεται ως η μόνη οικουμενική αλήθεια που είναι ικανή να συνδέσει τα πάντα. Ανεξάρτητα από τις πολιτιστικές, φυλετικές ή οποιεσδήποτε άλλες καταβολές των ανθρώπων, αυτό που έχουν όλες/οι τελικά ανάγκη είναι να αγαπήσουν και να αγαπηθούν».