Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στο χώρο Κ4 (Βεΐκου 28, Κουκάκι), παρουσιάζεται ο εικαστικός διάλογος δυο καλλιτεχνών: Ανανίδας - Κουτρούλης, που δουλεύουν σε διαφορετικά μεν υλικά: σίδερο - ξύλο αντίστοιχα, αλλά αντιμετωπίζουν με παρόμοιες λύσεις τα ζητήματα της "φόρμας" μηχανικής ή ζωτικής. Προκύπτει έτσι ένας διάλογος παίρνοντας τη σκυτάλη από τα έργα των πρωτοπόρων Brancusi, Moore, Hepworth,Κουλεντιανού, Αβραμίδη.

 

Ο ιστορικός τέχνης Μάνος Στεφανίδης γράφει σχετικά :

 

Για την τέχνη δύο φίλων μου

 

Τέχνη είναι, πάνω από όλα, αυτό που φτιάχνεις επιστρέφοντας αργά το βράδυ ή νωρίς το πρωί στο εργαστήριο σου, αφού έχεις ξεχάσει όσα έχεις διαβάσει, ακούσει ή διδαχτεί σχετικά με την τέχνη. Όταν έχεις ξεχάσει ακόμα και τον εαυτό σου τον ίδιο, δηλαδή τις προσωπικές σου φιλοδοξίες και την ανάγκη σου να γίνεις αποδεκτός και αναγνωρίσιμος, και αφεθείς σ' εκείνο το κύμα που έρχεται από πολύ παλιά και κουβαλάει τις μνήμες και τις εικόνες του πανανθρώπινου πολιτισμού. Που μεταφέρει τα έργα των παλαιότερων σαν για να σου πουν "γειά χαρά". Όταν δεν ενδιαφέρεσαι εγωιστικά για μια προσωπική αισθητική αλλά θέλεις να εκφράσεις τη συνολική συνείδηση της τέχνης σαν απλός εργάτης της και λειτουργείς ως συνέχεια των καλλιτεχνών που προϋπήρξαν αλλά και που είναι πάντα παρόντες δίνοντας σου χαρά και συγκίνηση με το έργο τους. Όταν νιώθεις πως πρέπει να εκπροσωπήσεις τώρα ένα ολόκληρο αρτιζανάτο της τέχνης που προϋπήρξε, μάστορες και δασκάλους, τεχνίτες και ποιητές, φτιάχνοντας σήμερα το δικό σου έργο σαν αφιέρωμα στην προσφορά τους. Στην καθόλου ιστορία της τέχνης. Κι όταν συμβεί αυτό, τότε, ω του θαύματος, βρίσκεις, σχεδόν ανεπαισθήτως, σχεδόν αυτονόητα, και προσωπικό ύφος και ατομική γραφή.

 

Κι είναι τότε που αντιλαμβάνεσαι βαθιά μέσα σου κάτι που έχεις από παλιά υποπτευθεί πως δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στην ζωγραφική και τη γλυπτική. Όπως δεν υπήρξαν και για τους μαΐστορες του μεσαίωνα όταν έφτιαχναν και χρωμάτιζαν τις ανάγλυφες retables, ή για τους σπουδαστές του Bauhaus και τους πιονιέρους της ρωσικής πρωτοπορίας. Κι είναι τότε που είσαι ελεύθερος, χωρίς αναστολές ή συμπλέγματα, να φτιάχνεις μεταλλικά πουλιά με την ηλεκτροσυγκόλληση σωλήνων ή τροπικά φυτά και αλλόκοτα πλάσματα των βυθών σκαλίζοντας τον κέδρο ή τη δάφνη. Και δεν σε νοιάζει, αντιθέτως, που οι κόκορες σου έχουν κάτι από τους κόκορες της Νάτας Μελά - Κωνσταντινίδη που κι αυτοί με τη σειρά τους θυμίζουν κάπως τους κόκορες του Πικάσο και που οι άλλες σου συνθέσεις συνομιλούν σεβαστικά με τα κονστρουκτιβιστικά γλυπτά του Κλέαρχου Λουκόπουλου ή του Κώστα Κουλεντιανού. Αφού, είπαμε, όλα κυλούν στο ίδιο ποτάμι. Έτσι, όπως έφτιαχναν και ο Γκωγκέν και ο Μοντιλιάνι και ο Κίρχνερ όμοια πίνακες και γλυπτά, όμοια φόρμα και χρώμα, θέλοντας όχι για να ξεχωρίσουν αλλά για να συνεχίσουν την τοπική παράδοση των νέων τους πατρίδων. Καθαρίζοντας το βλέμμα τους από την υπεροψία ενός πολιτισμού τεχνοκρατικού και γι'αυτό μονοδιάστατου. Απελευθερωμένοι πια από τους κανόνες του μοντέρνου και την δεσποτεία της αγοράς... αληθινά καλλιτέχνες επειδή βρήκαν, μετά από πολύ αγώνα, αυτό που αληθινά ήταν: ο εαυτός τους.

 

Αυτές οι σκέψεις μού γεννήθηκαν βλέποντας τα τελευταία έργα, γλυπτά του εγκλεισμού και του κόβιντ, που φιλοτέχνησαν δύο αγαπημένοι φίλοι, παλιοί συνάδελφοι και συνεργάτες σ' ένα σχολείο τέχνης και εξαίρετοι δημιουργοί, ο Κώστας Ανανίδας και ο Γιάννης Κουτρούλης. Δύο καλλιτέχνες που δημιουργώντας κυριολεκτικά σ' ένα μεταίχμιο, σταθερά εντός - εκτός της αγοράς τέχνης, των γκαλερί, των συλλεκτών κλπ, καταφέρνουν να διατηρούν και τον ποιητικό τους οίστρο και το κέφι τους - νοτισμένο πάντα από την απαραίτητη υγρασία της μελαγχολίας - αλλά και την αξιοπρέπεια τους. Υποστηρίζοντας έτσι σιωπηλά πως "Εκθέτουμε επειδή δεν έχουμε κανένα ανάγκη: Ούτε έμπορο, ούτε συλλέκτη, ούτε... επικοινωνιολόγο. Παρά μόνο τα έργα μας και την δική τους causa existendi".
Κατά τα άλλα...Στο πένθος μας χαρούμενοι. Κι ενώ κοιτάζουμε κατάματα την ιστορία. Δηλαδή την ανθρώπινη μοίρα. Να ένας πιθανός ορισμός της τέχνης. Από την άλλη όσο αφηγούμαστε, όσο ζωγραφίζουμε τον κόσμο, τόσο ο κόσμος παύει να είναι πια τόσο ακατανόητος. Η ευλογία της τέχνης. Κι ο Μύθος της τέχνης που παραμένει έτσι ακατάλυτος.

 

ΥΓ. Φοράμε κατάσαρκα το δικό μας, τον απόλυτα προσωπικό χρόνο και πλέουμε έτσι στον καταρράκτη της Iστορίας χωρίς καμιά δυνατότητα ανάπλου.