Ο ευφυής και σκεπτικός 15χρονος Τσάρλι προσπαθεί να προσαρμοστεί στο λύκειο και καταλήγει μέλος μιας παρέας τελειόφοιτων, ανάμεσα στους οποίους είναι ο πνευματώδης και γεμάτος αυτοπεποίθηση Πάτρικ, καθώς και η όμορφη Σαμ. Οι νέοι του φίλοι τον ενθαρρύνουν να βγει από το καβούκι του και τον εισάγουν στη μουσική, στον κινηματογράφο, στο «Rocky horror picture show» και, τελικά, στον έρωτα.

 

Αυτό που ουσιαστικά έκανε ο σκηνοθέτης της ταινίας είναι να γυρίσει σε φιλμ, με τον απαραίτητο βαθμό ευαισθησίας και σεβασμού, το μερικώς αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα που έγραψε ο ίδιος. Ο Στίβεν Τσμπόσκι ταυτίζεται με τον Τσάρλι που αφηγείται την ιστορία και μέσα από τα λόγια και τις πράξεις του αναγνωρίζουμε τον ανθό της νεανικής αμερικανικής λογοτεχνίας του προηγούμενου αιώνα, καθώς και κάποιες εμβληματικές ταινίες που καθόρισαν τη ρήξη της μεταπολεμικής γενιάς με την αμέσως προηγούμενη.

 

Ο συνδυασμός των τριών νέων παιδιών απαντά συχνά και θυμίζει κυρίως τα αδέλφια στο Σκιές και Σιωπή (To kill a mockinbirg) της Λι Χάρπερ, αλλά με αλλαγές στους ρόλους και κυρίως στο αντικείμενο. Στο βραβευμένο με Πούλιτζερ classic –που μιλούσε για τα παιδικά χρόνια της Λι με τον φιλαράκο της, τον Τρούμαν Καπότε, και τον αδελφό της, στον Νότο– ο μπαμπούλας φαινόταν να είναι ο γείτονας Μπου, αλλά ο πραγματικός αντίπαλος ήταν το τέρας του ρατσισμού και η σταδιακή συνειδητοποίησή του. Στα Πλεονεκτήματα του να είσαι στο περιθώριο, απέναντι στα τρία παιδιά, τα δύο αδέλφια και τον φίλο τους τον Τσάρλι, ο εχθρός είναι αόρατος, ασαφής, επομένως αδύνατο να δικαστεί και να ενοχοποιηθεί, με τη βοήθεια ενός φιλελεύθερου και ηρωικού Άτικους Φιτς.

 

Η σύγχυση της εφηβείας, χωρίς σαφείς ήρωες και τρομερούς δράκους, είναι το ζητούμενο εδώ, και ο Τσάρλι βρίσκεται στη μειονεκτική θέση της απειρίας και του uncool, ένα παιδί που κοιτάζει με ορθάνοιχτα μάτια και επηρεάζεται. Η Σαμ γίνεται αμέσως η φαντασίωσή του και ο Πάτρικ ένας εκκεντρικός μαγνήτης, ο ξεναγός στη μαγεία της μεταμόρφωσης (ο  Έζρα Μίλερ είναι ιδανική επιλογή, αντίστιξη στη στέρεα καλοσύνη του Λόγκαν Λέρμαν). Τον παρασύρουν στη δίνη της μουσικής και του σινεμά, με το κερασάκι του διαφορετικού.

 

Περίτεχνα και χωρίς να αντιγράφει ακριβώς κάποιο συγκεκριμένο μοτίβο από τους δανεισμούς, ο Τσμπόσκι προσθέτει κι άλλα συστατικά στο εφηβικό τρίο, του Ονειροπόλους του Μπερτολούτσι, με τη σεξουαλική αναζήτηση, το Bande a Part του Γκοντάρ, με τις σκηνές του παιχνιδιού και του μοτίφ της νυχτερινής απόδρασης, τον Φύλακα στη Σίκαλη, με την κεντρική φιγούρα του μόνιμου αμφισβητία, και το Επαναστάτης χωρίς Αιτία, άλλη μια θρυλική ιστορία με δύο αγόρια κι ένα κορίτσι, όπου ο πρωταγωνιστής κοντράρεται με το πατρικό πρότυπο, ο φίλος του τον ειδωλοποιεί και η συμμαθήτρια γοητεύεται από την οργή και τον πόνο του. Ωστόσο, από την ταινία του Νίκολας Ρέι είναι βασική επιρροή η ανάγκη των εφήβων να συγκρουστούν μετωπικά για να χτίσουν ένα καινούργιο σπίτι που θα μετατρέψει τις απογοητεύσεις τους σε ελπίδα.

 

Ο Τσάρλι δεν είναι επαναστάτης αλλά μια ταπετσαρία, συμπαθής, χαριτωμένος, μα δειλός και ανύπαρκτος, όπως οι περισσότεροι μαθητές στο γυμνάσιο. Διαθέτει χαρίσματα και αρετές, που, όπως οι περισσότεροι, δεν τα βλέπει, γιατί δεν αντικατοπτρίζονται στην αποδοχή των άλλων. Το μεγαλύτερό του πλεονέκτημα είναι ότι βρίσκεται στη φάση της αναμονής, αφομοιώνοντας τα παθήματά του. Χωρίς να φέρνει τομή στο είδος, ο Τσμπόσκι επιχειρεί το πορτρέτο της εφηβείας μέσα από το επιμέρους πορτρέτο ενός νέου που φαίνεται νορμάλ, αλλά φλερτάρει με την ψυχική ασθένεια, παρατηρώντας τους συσχετισμούς της οικογένειάς του, απορροφώντας τις κοινωνικές πιέσεις και προσπαθώντας να είναι ευγενικός με τους ανθρώπους που πολλές φορές τον βλάπτουν.

 

Ο Τσάρλι, κατά μία έννοια, είναι ο ευάλωτος και γενναίος ιππότης που δεν είναι σίγουρος πως μπορεί να αντέξει τις κακουχίες, αλλά τον αγώνα του τον δίνει με ψυχή. Με τον ίδιο τρόπο, η τρυφερή κομεντί αυτή φαίνεται νορμάλ, χωρίς γοτθικά τερτίπια και περιττό spleen, δεν «σπάει» το είδος, αλλά παραδέχεται πως το καλειδοσκόπιο της εφηβείας δεν γίνεται να χωρέσει στα κλισέ που επαναλαμβάνονται συνεχώς από τις στάνταρ αμερικάνικες κωμωδίες – αυτές που παρουσιάζουν τα νέα παιδιά σαν τρελαμένους κάφρους.